ΔΕΕ Γ.Εισαγγελέας – Αθ. Ράντος: Άρνηση εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης

Τυχόν αμφιβολία ως προς τις συνέπειες που έχει, στην πράξη, η συμμετοχή στη δίκη πλημμελώς διορισμένων δικαστών δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος του εκζητούμενου προσώπου για πρόσβαση σε ανεξάρτητο δικαστήριο

0

Άρνηση εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης: ο γενικός εισαγγελέας Α. Ράντος αποσαφηνίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων η δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να εκτιμήσει τον ενδεχόμενο κίνδυνο παρέμβασης της εκτελεστικής εξουσίας στις υποθέσεις των εκζητούμενων προσώπων.

Στην υπόθεση C-562/21 PPU, πολωνική δικαστική αρχή εξέδωσε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (στο εξής: ΕΕΣ) κατά του Πολωνού υπηκόου Χ, με αντικείμενο τη σύλληψη και την παράδοσή του προς εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής που του επιβλήθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση της 30ής Ιουνίου 2020 για εκβίαση και απειλή βίας.

Στην υπόθεση C-563/21 PPU, πολωνικές δικαστικές αρχές εξέδωσαν έξι ΕΕΣ κατά του Πολωνού υπηκόου Y, με σκοπό τη σύλληψη και την παράδοσή του. Τα δύο ΕΕΣ εκδόθηκαν προς εκτέλεση στερητικών της ελευθερίας ποινών και τα υπόλοιπα τέσσερα ΕΕΣ εκδόθηκαν στο πλαίσιο άσκησης ποινικής δίωξης για πλείονες αξιόποινες πράξεις, μεταξύ άλλων και για το αδίκημα της απάτης.

Οι ενδιαφερόμενοι τέθηκαν υπό προσωρινή κράτηση στις Κάτω Χώρες εν αναμονή της αποφάσεως επί της παραδόσεώς τους και δεν συγκατατέθηκαν σε αυτήν.

Το rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες), το οποίο επιλήφθηκε των υποθέσεων, ερωτά το Δικαστήριο αν οφείλει να αρνηθεί την παράδοση των εκζητουμένων, κατ’ εφαρμογήν των νομολογιακών αρχών που απορρέουν από τις αποφάσεις Minister for Justice and Equality 1 και Openbaar Ministerie 2.

Με τις σημερινές του προτάσεις, ο γενικός εισαγγελέας Αθανάσιος Ράντος υπενθυμίζει κατ’ αρχάς ότι οι δικαστικές αρχές εκτέλεσης δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να αρνηθούν την εκτέλεση ΕΕΣ παρά μόνο για τους λόγους που απαριθμούνται εξαντλητικώς στην απόφαση-πλαίσιο για το ΕΕΣ 3 ή, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, υπό «εξαιρετικές περιστάσεις» οι οποίες, λόγω της σοβαρότητάς τους, επιβάλλουν τον περιορισμό της εφαρμογής των αρχών της αμοιβαίας αναγνώρισης και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών, στις οποίες στηρίζεται η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις.

Εν συνεχεία, ο γενικός εισαγγελέας υπογραμμίζει ότι, προς διαπίστωση της συνδρομής εξαιρετικών περιστάσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η προσβολή ορισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), το Δικαστήριο έχει καθιερώσει 4 μια «εξέταση σε δύο στάδια» 5. To rechtbank Amsterdam επισήμανε ότι οι συστημικές ή γενικευμένες πλημμέλειες οι οποίες επηρεάζουν το θεμελιώδες δικαίωμα σε δικαστήριο που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος αφορούν κυρίως πλημμέλεια κατά τον διορισμό των μελών της δικαστικής εξουσίας. Κατά τον γενικό εισαγγελέα, στο πλαίσιο του δεύτερου σταδίου της προαναφερθείσας εξέτασης στις υπό κρίση υποθέσεις, πρέπει να ελεγχθεί αν η περίπτωση των εκζητούμενων προσώπων, λαμβανομένων υπόψη των κρίσιμων κριτηρίων, παρουσιάζει, για την εκτελεστική εξουσία 6, ενδιαφέρον το οποίο βαίνει πέραν των συγκεκριμένων περιστάσεων των αδικημάτων που φέρονται να διέπραξαν και το οποίο τους εκθέτει σε κίνδυνο μεροληπτικής εξέτασης της υποθέσεώς τους.

Ο γενικός εισαγγελέας εξετάζει το ενδεχόμενο να υφίστανται πλημμέλειες ή πραγματικός κίνδυνος πλημμελειών κατά τον διορισμό ενός ή περισσοτέρων δικαστών που δίκασαν ή θα δικάσουν την υπόθεση των εκζητουμένων. Επ’ αυτού διευκρινίζει ότι τυχόν αμφιβολία της δικαστικής αρχής εκτέλεσης ως προς τις συνέπειες που έχει, στην πράξη, η (πραγματική ή πιθανολογούμενη) συμμετοχή πλημμελώς διορισμένων δικαστών δεν αρκεί, καθ’ εαυτήν, για να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος του εκζητουμένου για πρόσβαση σε ανεξάρτητο δικαστήριο και, συνεπώς, για να δικαιολογήσει άρνηση της εν λόγω αρχής να εκτελέσει το ΕΕΣ. Κατά τον γενικό εισαγγελέα, εναπόκειται στον εκζητούμενο, αφενός, να παράσχει στοιχεία από τα οποία να προκύπτει είτε ότι οι δικαστές που συμμετείχαν ή είναι πιθανόν να συμμετάσχουν στη δίκη καταλέγονται μεταξύ των δικαστών που διορίστηκαν βάσει των αμφιλεγόμενων κανόνων είτε ότι η ίδια η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος δεν είναι ανεξάρτητη έναντι της εκτελεστικής εξουσίας και, αφετέρου, να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι μια τέτοια κατάσταση ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στη δική του υπόθεση, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών περιστάσεων που αφορούν την προσωπική του κατάσταση, τη φύση των αξιόποινων πράξεων και το πραγματικό πλαίσιο το οποίο αποτελεί τη βάση του ΕΕΣ. Τέτοια στοιχεία θα αρκούν, κατά κανόνα, για να αρνηθεί η δικαστική αρχή εκτέλεσης την παράδοση του εκζητουμένου, εκτός εάν η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος παράσχει η ίδια συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις ή δεσμεύσεις σχετικές με τη μεταχείριση που θα του επιφυλαχθεί μετά την παράδοσή του, ικανές να άρουν οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τους κινδύνους τους οποίους αυτός επικαλείται 7.

Κατά συνέπεια, όταν δικαστική αρχή εκτέλεσης που καλείται να αποφασίσει για την παράδοση προσώπου σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ΕΕΣ προς εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή προς άσκηση ποινικής δίωξης έχει στη διάθεσή της στοιχεία που κατατείνουν στην ύπαρξη πραγματικού κινδύνου προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη το οποίο κατοχυρώνεται στον Χάρτη, λόγω συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών όσον αφορά την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, η αρχή αυτή οφείλει να ελέγξει, συγκεκριμένα και με ακρίβεια, αν υπό το πρίσμα της προσωπικής κατάστασης του ενδιαφερομένου, της φύσεως της αξιόποινης πράξεως για την οποία διώκεται και του πραγματικού πλαισίου που αποτελεί τη βάση του ΕΕΣ συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι ο ενδιαφερόμενος διατρέχει τέτοιο κίνδυνο σε περίπτωση παραδόσεως στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος.

Το ενδεχόμενο να συντρέχει πραγματικός κίνδυνος, μετά την παράδοση, να δικαστεί ο ενδιαφερόμενος από δικαστήριο το οποίο δεν έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως, ή το ενδεχόμενο να μην είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η σύνθεση των δικαστηρίων ενώπιον των οποίων αυτός θα δικαστεί, όπως και η έλλειψη αποτελεσματικής προσφυγής για την προσβολή του κύρους του διορισμού των οικείων δικαστών, δεν απαλλάσσουν το αιτούν δικαστήριο από την υποχρέωση να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα κριτήρια, τον συγκεκριμένο κίνδυνο προσβολής του δικαιώματος του ενδιαφερομένου σε δίκαιη δίκη.

Εναπόκειται στο rechtbank Amsterdam να ελέγξει αν ο εκζητούμενος, μετά την παράδοσή του, διατρέχει τον κίνδυνο να θιγεί το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη λόγω παρέμβασης της εκτελεστικής εξουσίας στα αρμόδια δικαστήρια, λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη έλλειψη οποιασδήποτε αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής η οποία να καθιστά δυνατή την αμφισβήτηση του πλημμελούς διορισμού του ή των δικαστών που δίκασαν ή είναι αρμόδιοι να δικάσουν την υπόθεση του εκζητουμένου, καθώς και την κρατούσα συνταγματική νομολογία η οποία, αμφισβητώντας την υπεροχή του δικαίου της Ένωσης, συνιστά εμπόδιο στη θεραπεία της έλλειψης αυτής.