ΔΕΕ: Η επιτροπή αναφορών του κοινοβουλίου ομόσπονδου κράτους ενός κράτους-μέλους υπόκειται στον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων

Συνεπώς, τα πρόσωπα τα οποία έχουν υποβάλει αναφορά στην επιτροπή αυτή έχουν καταρχήν δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν

0

Πολίτης ο οποίος υπέβαλε αναφορά στην επιτροπή αναφορών του κοινοβουλίου του ομόσπονδου κράτους της Έσσης (Γερμανία) ζήτησε από την επιτροπή αυτή να του παρασχεθεί πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τον ίδιο και τα οποία η επιτροπή αυτή διατήρησε στο πλαίσιο της εξετάσεως της αναφοράς του.

Θεμελιώνει το αίτημα αυτό στον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων 1 ο οποίος προβλέπει το δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων να τού παρέχεται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Ο πρόεδρος του κοινοβουλίου του ομόσπονδου κράτους της Έσσης απέρριψε το αίτημα αυτό με το σκεπτικό ότι η διαδικασία αναφοράς συνιστά μέρος του κοινοβουλευτικού έργου και ότι το κοινοβούλιο δεν υπόκειται στον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων.

Το Verwaltungsgericht Wiesbaden (διοικητικό πρωτοδικείο Wiesbaden, Γερμανία), ενώπιον του οποίου προσέφυγε ο πολίτης, εκτιμά ότι το γερμανικό δίκαιο δεν παρέχει δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο αναφοράς όπως η επίμαχη. Θεωρώντας όμως ότι ένα τέτοιο δικαίωμα πρόσβασης ενδεχομένως απορρέει από τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων, το Verwaltungsgericht Wiesbaden υπέβαλε στο Δικαστήριο ερώτημα ως προς το σημείο αυτό. Περαιτέρω, έχοντας αμφιβολίες για την ανεξαρτησία του και επομένως για την ιδιότητά του ως δικαστηρίου το οποίο δύναται να υποβάλλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο, το Verwaltungsgericht Wiesbaden ερώτησε το Δικαστήριο και σχετικά με το θέμα αυτό.

Με τη σημερινή του απόφαση, το Δικαστήριο απαντά ότι, στο μέτρο που η επιτροπή αναφορών του κοινοβουλίου ομόσπονδου κράτους ενός κράτους μέλους καθορίζει, μόνη ή από κοινού με άλλους, τους σκοπούς και τον τρόπο της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η επιτροπή αυτή πρέπει να χαρακτηριστεί ως «υπεύθυνος επεξεργασίας» κατά την έννοια του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία πραγματοποιείται από μια τέτοια επιτροπή υπόκειται συνεπώς στον κανονισμό αυτό, ιδίως στη διάταξη που απονέμει στα υποκείμενα των δεδομένων δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν.

Το Δικαστήριο διαπιστώνει ιδίως ότι οι δραστηριότητες της επιτροπής αναφορών του κοινοβουλίου του ομόσπονδου κράτους της Έσσης δεν εμπίπτουν σε προβλεπόμενη από τον κανονισμό εξαίρεση. Δέχεται ότι τέτοιες δραστηριότητες έχουν δημόσιο χαρακτήρα και ασκούνται από το εν λόγω ομόσπονδο κράτος, δεδομένου ότι η επιτροπή αυτή συμβάλλει έμμεσα στην κοινοβουλευτική δραστηριότητα, αλλά επισημαίνει ότι οι δραστηριότητες αυτές είναι επίσης τόσο πολιτικής όσο και διοικητικής φύσεως. Περαιτέρω, από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο ουδόλως προκύπτει ότι οι δραστηριότητες αυτές αντιστοιχούν, εν προκειμένω, σε κάποια από τις εξαιρέσεις τις οποίες προβλέπει ο κανονισμός.

Όσον αφορά τις αμφιβολίες τις οποίες εκφράζει το Verwaltungsgericht Wiesbaden σχετικά με την ανεξαρτησία του έναντι της νομοθετικής ή της εκτελεστικής εξουσίας, το Δικαστήριο εξετάζει τις αμφιβολίες αυτές υπό το πρίσμα του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.

Οι αμφιβολίες αυτές στηρίζονται στο ότι, πρώτον, οι δικαστές διορίζονται και προάγονται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, δεύτερον, η αξιολόγηση των δικαστών τελεί υπό τη διεύθυνση του Υπουργείου Δικαιοσύνης βάσει των ίδιων διατάξεων με εκείνες που ισχύουν για τους δημοσίους υπαλλήλους, τρίτον, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και τα επαγγελματικά στοιχεία των δικαστών τελούν υπό τη διαχείριση του υπουργείου αυτού, το οποίο έχει επομένως πρόσβαση στα ως άνω δεδομένα, τέταρτον, για την κάλυψη προσωρινής ανάγκης σε προσωπικό είναι δυνατόν να διορισθούν δημόσιοι υπάλληλοι ως δικαστές ορισμένου χρόνου, και, πέμπτον, το εν λόγω υπουργείο αποφασίζει για την εξωτερική και εσωτερική οργάνωση των δικαστηρίων, καθορίζει την κατανομή προσωπικού, τα μέσα επικοινωνίας και τον εξοπλισμό πληροφορικής των δικαστηρίων και επίσης αποφασίζει για τις επαγγελματικές μετακινήσεις των δικαστών στην αλλοδαπή.

Εφαρμόζοντας τη νομολογία του σχετικά με την έννοια του «δικαστηρίου» κατά το δίκαιο της Ένωσης και ιδίως σχετικά με την ανεξαρτησία που απαιτείται προκειμένου ένα όργανο να θεωρηθεί ως έχον την ιδιότητα αυτή, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα στοιχεία στα οποία στηρίζει το Verwaltungsgericht Wiesbaden τις αμφιβολίες του δεν αρκούν αφ’ εαυτών για να διαπιστωθεί ότι το εν λόγω όργανο δεν είναι ανεξάρτητο.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ιδίως ότι το γεγονός και μόνον ότι η νομοθετική ή η εκτελεστική εξουσία παρεμβαίνουν στη διαδικασία διορισμού δικαστή δεν δύναται να δημιουργήσει εξάρτηση του δικαστή αυτού έναντι των ως άνω εξουσιών ούτε να προκαλέσει αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του, εφόσον, κατόπιν του διορισμού του, ο ενδιαφερόμενος δεν υπόκειται σε καμία πίεση και δεν δέχεται εντολές κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

Σχόλια