Απόφαση – σταθμός του ΔΕΚ για τα περιουσιακά των Κυπρίων στα Κατεχόμενα

0

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έκρινε ότι η απόφαση ενός δικαστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας πρέπει να αναγνωρίζεται και να εκτελείται από τα άλλα κράτη μέλη ακόμη κι όταν αφορά μια έκταση, η οποία βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της νήσου.

H αναστολή της εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου στις περιοχές στις οποίες η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο και το γεγονός ότι η απόφαση δεν μπορεί στην πράξη να εκτελεστεί στον τόπο όπου βρίσκεται το ακίνητο δεν εμποδίζουν την αναγνώριση και την εκτέλεσή της σε άλλο κράτος μέλος.

Συνεπεία της επεμβάσεως των τουρκικών στρατευμάτων το 1974, η Κύπρος χωρίστηκε σε δύο τμήματα. Η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, δεν ελέγχει στην πράξη παρά μόνον το νότιο τμήμα της νήσου, ενώ στο βόρειο τμήμα συστάθηκε η Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου, την οποία, με την εξαίρεση της Τουρκίας, δεν αναγνωρίζει η διεθνής κοινότητα.

Υπό τις συνθήκες αυτές, η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στο βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ανεστάλη με πρωτόκολλο που προσαρτήθηκε στην Πράξη Προσχωρήσεως.

Το αγγλικό Εφετείο επιλήφθηκε, κατόπιν αιτήσεως του Μ. Αποστολίδη, Κυπρίου υπηκόου, της διαφοράς μεταξύ του ιδίου και του ζεύγους Orams, Βρετανών υπηκόων, με αντικείμενο την αναγνώριση και την εκτέλεση δύο αποφάσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.

Το ως άνω δικαστήριο, το οποίο εδρεύει στο νότιο τμήμα της Κύπρου, υποχρέωσε το ζεύγος Orams να εγκαταλείψει ένα ακίνητο το οποίο βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της νήσου και να καταβάλει διάφορα ποσά ως αποζημιώσεις.

Το ζεύγος Orams είχε αγοράσει το ως άνω ακίνητο από τρίτον προκειμένου να αναγείρει σε αυτό εξοχική κατοικία. Σύμφωνα με τα όσα διαπίστωσε το κυπριακό δικαστήριο, ο Μ. Αποστολίδης, η οικογένεια του οποίου εκδιώχθηκε από το βόρειο τμήμα της νήσου κατά τον χρόνο της διχοτομήσεώς της, είναι ο νόμιμος κύριος του ακινήτου.

Η πρώτη απόφαση, η οποία εκδόθηκε ερήμην, επικυρώθηκε με έτερη απόφαση επί της εφέσεως την οποία άσκησε το ζεύγος Orams.

Το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο ΔΕΚ σειρά ερωτημάτων σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του κανονισμού Βρυξέλλες I

Συγκεκριμένα ρώτησε ιδίως αν η αναστολή της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου στο βόρειο τμήμα της Κύπρου και το γεγονός ότι το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται σε περιοχή στην οποία η κυβέρνηση της Κύπρου δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο έχουν επίπτωση επί της αναγνωρίσεως και της εκτελέσεως της αποφάσεως, ιδίως από την άποψη της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση της οποίας ζητείται η αναγνώριση και η εκτέλεση, της δημοσίας τάξεως του κράτους μέλους αναγνωρίσεως και της εκτελεστότητας της αποφάσεως.

Επιπλέον, το εθνικό δικαστήριο ρώτησε αν χωρεί άρνηση αναγνωρίσεως ή εκτελέσεως μιας ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως λόγω του ότι το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν επιδόθηκε ή δεν κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιον τρόπον ώστε να μπορεί να αμυνθεί, όταν αυτός μπόρεσε να ασκήσει ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως αυτής.

Το ΔΕΚ διαπίστωσε ότι η αναστολή την οποία προβλέπει η Πράξη Προσχωρήσεως της Κύπρου περιορίζεται στην εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στο βόρειο τμήμα. Ωστόσο, οι επίμαχες αποφάσεις, την αναγνώριση των οποίων ζήτησε ο Μ. Αποστολίδης, εκδόθηκαν από δικαστήριο εδρεύον στο υπό κυβερνητικό έλεγχο τμήμα.

Το γεγονός ότι οι αποφάσεις αυτές αφορούν ακίνητο το οποίο βρίσκεται στο βόρειο τμήμα δεν αντιτίθεται στην ερμηνεία αυτή, καθόσον, αφενός, δεν εξαλείφει την υποχρέωση εφαρμογής του κανονισμού στο υπό κυβερνητικό έλεγχο τμήμα και, αφετέρου, δεν συνεπάγεται ότι ο κανονισμός έχει γι’ αυτόν τον λόγο εφαρμογή στο εν λόγω βόρειο τμήμα.

Το Δικαστήριο κατέληξε επομένως στο συμπέρασμα ότι η αναστολή της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου στο βόρειο τμήμα, την οποία προβλέπει το πρωτόκολλο που προσαρτήθηκε στην Πράξη Προσχωρήσεως, δεν εμποδίζει την εφαρμογή του κανονισμού Βρυξέλλες I επί αποφάσεως η οποία εκδόθηκε από κυπριακό δικαστήριο εδρεύον στο υπό κυβερνητικό έλεγχο τμήμα, αλλά αφορά ακίνητο το οποίο βρίσκεται στο βόρειο τμήμα.

Εν συνεχεία, το ΔΕΚ διαπίστωσε αφενός ότι η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης διαφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες I και αφετέρου ότι το γεγονός ότι το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται σε περιοχή στην οποία η κυβέρνηση δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο και ότι, κατά συνέπεια, οι επίμαχες αποφάσεις δεν μπορούν στην πράξη να εκτελεστούν στον τόπο όπου βρίσκεται το ακίνητο δεν εμποδίζει την αναγνώριση και την εκτέλεση των εν λόγω αποφάσεων σε άλλο κράτος μέλος.

Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι το ακίνητο βρίσκεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι, ως εκ τούτου, το κυπριακό δικαστήριο είχε διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθεί επί της υποθέσεως, δεδομένου ότι η οικεία διάταξη του κανονισμού Βρυξέλλες I αφορά τη διεθνή δικαιοδοσία των κρατών μελών και όχι την εσωτερική δωσιδικία τους.

Το Δικαστήριο υπενθύμισε επίσης, όσον αφορά τη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνωρίσεως, ότι το δικαστήριο ενός κράτους μέλους δεν μπορεί να αρνηθεί την αναγνώριση αποφάσεως που προέρχεται από άλλο κράτος μέλος για τον μοναδικό λόγο ότι θεωρεί ότι εφαρμόστηκε εσφαλμένα το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, διότι διαφορετικά θα διακυβευόταν ο σκοπός του κανονισμού Βρυξέλλες I.

Το εθνικό δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την αναγνώριση μόνον αν το νομικό σφάλμα έχει ως συνέπεια ότι η αναγνώριση ή η εκτέλεση της αποφάσεως θεωρείται ως κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ουσιώδους για την εσωτερική έννομη τάξη του οικείου κράτους μέλους. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, το Εφετείο δεν έκανε μνεία καμίας θεμελιώδους αρχής της εννόμου τάξεως του Ηνωμένου Βασιλείου την οποία θα μπορούσε να θίξει η αναγνώριση ή η εκτέλεση των επίμαχων αποφάσεων.
Επιπλέον, σε σχέση με την εκτελεστότητα των επίμαχων αποφάσεων, το ΔΕΚ διαπίστωσε ότι το γεγονός ότι ο Μ. Αποστολίδης ενδέχεται να συναντά δυσκολίες στην εκτέλεση των εν λόγω αποφάσεων δεν τους στερεί την εκτελεστότητά τους. Έτσι, η κατάσταση αυτή δεν εμποδίζει τα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους να κηρύξουν εκτελεστές τις ως άνω αποφάσεις.

Τέλος, το ΔΕΚ διαπίστωσε ότι δεν χωρεί άρνηση αναγνωρίσεως ή εκτελέσεως μιας ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως όταν ο εναγόμενος μπόρεσε να ασκήσει ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως αυτής και το ως άνω ένδικο μέσο τού παρέσχε τη δυνατότητα να ισχυριστεί ότι το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή το ισοδύναμο έγγραφο δεν του είχε επιδοθεί ή κοινοποιηθεί εγκαίρως και κατά τέτοιον τρόπον ώστε να μπορεί να αμυνθεί.

Στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν αμφισβητείται ότι το ζεύγος Orams άσκησε ένα τέτοιο ένδικο μέσο. Κατά συνέπεια, δεν χωρεί άρνηση αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των αποφάσεων του κυπριακού δικαστηρίου στο Ηνωμένο Βασίλειο για τον λόγο αυτό.

Σχόλια