Απόφαση για την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών

0

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεφάνθη ότι οι εθνικοί περιορισμοί του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας πρέπει να στηρίζονται στην προσωπική συμπεριφορά των πολιτών και να είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας.

Η συμπεριφορά αυτή πρέπει να αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας.

Η υπόθεση ξεκίνησε με τον G. Jipa, ο οποίος αναχώρησε από τη Ρουμανία στις 10 Σεπτεμβρίου 2006 για να μεταβεί στο Βέλγιο. Στις 26 Νοεμβρίου 2006, λόγω της «παράνομης διαμονής» του στο κράτος μέλος αυτό, επαναπατρίστηκε στη Ρουμανία σύμφωνα με μια συμφωνία επανεισδοχής υπογραφείσα μεταξύ των δύο αυτών χωρών.
Το Υπουργείο Δημόσιας Διοίκησης και Εσωτερικών – Γενική Διεύθυνση Διαβατηρίων Βουκουρεστίου υπέβαλε σε δικαστήριο της Ρουμανίας αίτημα προς λήψη μέτρου απαγόρευσης του G.Jipa να μεταβεί στο Βέλγιο για χρονικό διάστημα μέχρι τριών ετών.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το ρουμανικό δικαστήριο ρώτησε το ΔΕΚ αν το κοινοτικό δίκαιο και, ιδίως, η οδηγία σχετικά με το δικαίωμα των ευρωπαίων πολιτών να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως εμποδίζει την εφαρμογή της ρουμανικής ρυθμίσεως, που επιτρέπει τον περιορισμό του δικαιώματος υπηκόου κράτους μέλους να μεταβαίνει σε άλλο κράτος μέλος, μεταξύ άλλων με την αιτιολογία ότι είχε επαναπατριστεί προηγουμένως από αυτό λόγω της «παράνομης διαμονής» του εκεί.

Το Δικαστήριο σημειώνει καταρχάς ότι, ως Ρουμάνος υπήκοος, ο G.Jipa έχει την ιδιότητα του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και, επομένως, μπορεί να επικαλείται και έναντι του κράτους μέλους καταγωγής του τα απορρέοντα από την ιδιότητα αυτή δικαιώματα, μεταξύ δε άλλων το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας περιλαμβάνει τόσο το δικαίωμα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως οι οποίοι φέρουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο να μεταβαίνουν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος καταγωγής τους όσο και το δικαίωμα να αναχωρούν από το τελευταίο.

Εντούτοις, το δικαίωμα αυτό δεν είναι απεριόριστο και ασκείται υπό τους περιορισμούς και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη Συνθήκη, μεταξύ άλλων για λόγους δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας. Το δικαστήριο υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να καθορίζουν τις απαιτήσεις της δημοσίας τάξεως και της δημοσίας ασφαλείας σύμφωνα με τις εθνικές τους ανάγκες. Ωστόσο, σε κοινοτικό πλαίσιο, οι ανάγκες αυτές πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά, ώστε το περιεχόμενό τους να μην μπορεί να καθορίζεται μονομερώς από κάθε κράτος μέλος χωρίς τον έλεγχο των οργάνων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Το Δικαστήριο προσθέτει ότι η ρύθμιση αυτή σημαίνει ιδίως ότι για να δικαιολογούνται τα σχετικά μέτρα δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας πρέπει να στηρίζονται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του ενδιαφερομένου, αποκλειομένων των λόγων οι οποίοι δεν συνδέονται άμεσα με την οικεία περίπτωση ή των λόγων γενικής προλήψεως.

Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι κάθε περιοριστικό μέτρο πρέπει να λαμβάνεται με γνώμονα σκέψεις συνδεόμενες ειδικά με την προστασία της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας του κράτους μέλους που το λαμβάνει. Έτσι, το οικείο μέτρο δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε λόγους που επικαλείται άλλο κράτος μέλος προκειμένου να δικαιολογήσει απόφαση περί απομακρύνσεως κοινοτικού υπηκόου από το έδαφος του τελευταίου αυτού κράτους. Εντούτοις, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να μπορούν να λαμβάνονται υπόψη τέτοιοι λόγοι στο πλαίσιο της εκτιμήσεως στην οποία προβαίνουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές προκειμένου να λάβουν το οικείο μέτρο περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει μεν ότι στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να προβεί στις αναγκαίες διαπιστώσεις, τονίζει όμως ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, φαίνεται ότι οι ρουμανικές αρχές στηρίζονται αποκλειστικά στο μέτρο επαναπατρισμού, χωρίς καμία συγκεκριμένη εκτίμηση της προσωπικής συμπεριφοράς του G.Jipa και χωρίς καμία αναφορά σε κάποια απειλή την οποία θα μπορούσε να συνιστά ο ενδιαφερόμενος για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια.

Το Δικαστήριο καταλήγει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως επιτρέπουσας τον περιορισμό δικαιώματος υπηκόου κράτους μέλους να μεταβαίνει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ιδίως με την αιτιολογία της «παράνομης διαμονής» του εκεί, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Αφενός, η προσωπική συμπεριφορά του εν λόγω υπηκόου πρέπει να αποτελεί πραγματική, ενεστώσα και αρκούντως σοβαρή απειλή κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας. Αφετέρου, απαιτείται το σκοπούμενο περιοριστικό μέτρο να είναι ικανό να εξασφαλίσει την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην υπερβαίνει τα όρια του αναγκαίου.

Σχόλια