Απόφαση για τις προσλήψεις και τις φυλετικές διακρίσεις

0

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεφάνθη ότι οι δημόσιες δηλώσεις με τις οποίες ένας εργοδότης ανακοινώνει δημοσίως ότι δεν προσλαμβάνει μισθωτούς ορισμένης εθνοτικής καταγωγής συνιστούν άμεση διάκριση.

Επιπλέον, η αδυναμία εντοπισμού συγκεκριμένου ενάγοντος δεν καθιστά δυνατό το συμπέρασμα ότι ουδόλως υπάρχει άμεση δυσμενής διάκριση.

Η οδηγία 2000/43/ΕΚ 1 σκοπεί στη θέσπιση πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, προκειμένου να πραγματωθεί η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως εντός των κρατών μελών.

Η βελγική νομοθεσία έχει παράσχει στο Κέντρο για την προώθηση της ίσης μεταχειρίσεως στο Βέλγιο, τη δυνατότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη οσάκις συντρέχει ή θα μπορούσε να συντρέξει δυσμενής διάκριση, ακόμη και αν δεν μπορεί να εντοπισθεί συγκεκριμένος ενάγων.

Η εταιρία Feryn ειδικεύεται στην εγκατάσταση θυρών γκαράζ. Το Κέντρο ζήτησε από τα βελγικά δικαστήρια επιλύσεως εργατικών διαφορών να διαπιστώσουν ότι η Feryn εφάρμοζε πολιτική προσλήψεων ενέχουσα δυσμενή διάκριση.

Στηρίζεται στις δημόσιες δηλώσεις του διευθυντή της επιχειρήσεως αυτής, σύμφωνα με τις οποίες, κατ’ ουσίαν, η επιχείρησή του ζητούσε να προσλάβει μονταδόρους, αλλά δεν μπορούσε να προσλάβει μισθωτούς ορισμένης εθνοτικής καταγωγής («αλλόχθονες»), λόγω των ενδοιασμών που είχαν οι πελάτες της επιχειρήσεως προκειμένου να τους επιτρέψουν την πρόσβαση, κατά τον χρόνο των εργασιών, στην ιδιωτική τους κατοικία.

Στο Δικαστήριο τίθεται κατ’ ουσίαν το ερώτημα αν τέτοιου είδους δηλώσεις στις οποίες προβαίνει ένας εργοδότης στο πλαίσιο διαδικασίας προσλήψεων συνιστούν δυσμενή διάκριση, εφόσον δεν μπορεί να εντοπισθεί συγκεκριμένος ενάγων ο οποίος θεωρεί ότι υπέστη τη διάκριση αυτή.

Το Δικαστήριο, υπενθυμίζοντας τον σκοπό της οδηγίας, κρίνει ότι η αδυναμία εντοπισμού συγκεκριμένου ενάγοντος δεν καθιστά δυνατό το συμπέρασμα ότι ουδόλως υπάρχει άμεση δυσμενής διάκριση, υπό την έννοια της οδηγίας. Πράγματι, η δημιουργία προϋποθέσεων για μια αγορά εργασίας που ευνοεί την κοινωνική ένταξη θα επιτυγχανόταν δυσχερώς αν αυτή περιοριζόταν μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας υποψήφιος για μια θέση εργασίας ο οποίος δεν προσλήφθηκε στρέφεται δικαστικώς κατά του εργοδότη λόγω δυσμενούς διακρίσεως. Επιπλέον, οι δηλώσεις αυτές είναι ικανές να αποτρέψουν σοβαρά ορισμένους υποψηφίους από την υποβολή της υποψηφιότητάς τους.

Έτσι, συνιστούν άμεση δυσμενή διάκριση κατά την πρόσληψη, υπό την έννοια της οδηγίας.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί του ζητήματος της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως, σε περίπτωση κατά την οποία προβάλλεται η ύπαρξη πολιτικής προσλήψεων ενέχουσας δυσμενή διάκριση με βάση τις δημόσιες δηλώσεις ενός εργοδότη ως προς την πολιτική του προσλήψεων. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, πράγματι, ο εργοδότης οφείλει να αποδείξει ότι δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

Περαιτέρω, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει αν έχουν αποδειχθεί τα προσαπτόμενα πραγματικά περιστατικά και να εκτιμήσει αν επαρκούν τα στοιχεία που προσκομίζονται προς στήριξη των ισχυρισμών του εν λόγω εργοδότη ότι δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Το Δικαστήριο διαπιστώνει στη συνέχεια ότι οι δημόσιες δηλώσεις με τις οποίες ο εργοδότης καθιστά γνωστό ότι, στο πλαίσιο της πολιτικής του προσλήψεων, δεν θα προσλαμβάνει μισθωτούς ορισμένης εθνοτικής ή φυλετικής καταγωγής αρκούν προκειμένου να τεκμαίρεται, υπό την έννοια της οδηγίας, η ύπαρξη πολιτικής προσλήψεων ενέχουσας άμεση δυσμενή διάκριση.

Τέλος, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί του ζητήματος ποιες κυρώσεις θα ήσαν κατάλληλες για τη δυσμενή διάκριση κατά την πρόσληψη όπως η επίμαχη.

Η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβλέπουν αποτελεσματικές, ανάλογες προς την παράβαση και αποτρεπτικές κυρώσεις, ακόμη και όταν δεν μπορεί να εντοπισθεί συγκεκριμένο θύμα. Έτσι, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι κυρώσεις αυτές μπορούν να συνίστανται, μεταξύ άλλων, στην εκ μέρους του αρμοδίου δικαστηρίου διαπίστωση της δυσμενούς διακρίσεως, συνοδευόμενη από την προσήκουσα δημοσιότητα, ή στο να υποχρεωθεί ο εργοδότης να παύσει τη συνιστώσα δυσμενή διάκριση πρακτική ή ακόμη στην επιδίκαση αποζημιώσεως στον οργανισμό που κίνησε τη σχετική διαδικασία κατά του εργοδότη.

Σχόλια