Απόφαση του ΔΕΚ για την απόσπαση εργαζομένων

0

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεφάνθη ότι τα όρια του μισθού που ορίζει μια συλλογική σύμβαση που δεν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική, μολονότι το κράτος μέλος αναγνωρίζει ένα τέτοιο σύστημα, δεν μπορούν να καταστούν υποχρεωτικά, μέσω νομοθετικού μέτρου του κράτους αυτού που εφαρμόζεται στις δημόσιες συμβάσεις, για τους παρέχοντες διεθνικές υπηρεσίες που αποσπούν εργαζομένους στο έδαφος του ίδιου κράτους μέλους

Ο νόμος του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Σαξωνίας για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι συμβάσεις έργων επιτρέπεται να συνάπτονται μόνο με επιχειρήσεις οι οποίες κατά την υποβολή προσφοράς αναλαμβάνουν γραπτώς την υποχρέωση να καταβάλλουν ως αντάλλαγμα στους εργαζομένους τους για την εκτέλεση αυτών των έργων τουλάχιστον την αμοιβή που προβλέπει ισχύουσα συλλογική σύμβαση.

Ο ανάδοχος οφείλει επίσης να δεσμευθεί ότι θα επιβάλει την υποχρέωση αυτή στους υπεργολάβους και να επιβλέπει την τήρησή της. Η μη τήρηση της δεσμεύσεως αυτής επισύρει την κατάπτωση ποινικής ρήτρας.

Δυνάμει των διατάξεων αυτών η επιχείρηση Objekt und Bauregie ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στους εργαζόμενους που απασχολούνταν στο εργοτάξιο όπου οικοδομήθηκε το δικαστικό σωφρονιστικό κατάστημα Göttingen-Rosdorf τους μισθούς που προβλέπει η εφαρμοστέα συναφώς συλλογική σύμβαση «Οικοδομικός τομέας και δημόσια έργα».

Όπως αποδείχθηκε, μία πολωνική εταιρία, υπεργολάβος της Objekt und Bauregie, κατέβαλε στους χρησιμοποιηθέντες στο εργοτάξιο 53 εργαζομένους μόνον το 46,57 % του προβλεπόμενου κατώτατου μισθού, πράγμα που αναγνώρισε διάταξη ποινικού δικαστηρίου που εκδόθηκε κατά του κύριου υπεύθυνου της πολωνικής εταιρίας.

Δεδομένου ότι η σύμβαση έργου καταγγέλθηκε κατόπιν της ποινικής διερευνήσεως, το ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξωνίας και ο λόγω αφερεγγυότητας αναγκαστικός διαχειριστής ως προς τα περιουσιακά στοιχεία της Objekt und Bauregie ερίζουν για το αν η επιχείρηση αυτή οφείλει να καταβάλει ποινική ρήτρα ύψους 84 934,31 ευρώ (ήτοι 1% επί της αξίας του αντικειμένου της συμβάσεως) λόγω παράβασης της σχετικής με τους μισθούς υποχρεώσεως.

Το Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς πρέπει να αποφανθεί επί της εφέσεως. Έχοντας αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα της διατάξεως που επιβάλλει την ποινική ρήτρα, ζήτησε από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να αποφανθεί αν η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών απαγορεύει μία νομική υποχρέωση σύμφωνα με την οποία ο ανάδοχος μιας δημόσιας σύμβασης έργων πρέπει να αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλλει στους εργαζομένους του τουλάχιστον την αμοιβή που προβλέπει η ισχύουσα συλλογική σύμβαση.

Το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεφάνθη ότι οι επίμαχες διατάξεις αντιβαίνουν στην κοινοτική οδηγία για την απόσπαση εργαζομένων.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το όριο του μισθού που προβλέπει η συλλογική σύμβαση «Οικοδομικός τομέας και δημόσια έργα» δεν έχει καθοριστεί σύμφωνα με έναν από τους τρόπους που προβλέπει η εν λόγω οδηγία.

Συγκεκριμένα, αν και η Γερμανία αναγνωρίζει σύστημα κήρυξης των συλλογικών συμβάσεων ως γενικώς υποχρεωτικών, η εν λόγω συλλογική σύμβαση δεν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική.

Επιπλέον, το δεσμευτικό αποτέλεσμα της συλλογικής σύμβασης «Οικοδομικός τομέας και δημόσια έργα» καταλαμβάνει τμήμα μόνον του κατασκευαστικού τομέα, εφόσον, αφενός, η σχετική νομοθεσία εφαρμόζεται μόνο στις δημόσιες συμβάσεις και όχι στις συμβάσεις του ιδιωτικού τομέα και, αφετέρου, η εν λόγω συλλογική σύμβαση δεν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική.

Ως εκ τούτου, η νομοθεσία του ομόσπονδου κράτους δεν τηρεί τις διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας για την απόσπαση εργαζομένων, οι οποίες προβλέπουν, υπό ορισμένους όρους, ότι τα κράτη μέλη δικαιούνται να επιβάλλουν όρια κατώτατου μισθού στις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες εντός άλλων κρατών μελών στο πλαίσιο διεθνικής παροχής υπηρεσιών.

Σχόλια