ΔΕΕ: Αντίθετη με το δίκαιο της Ένωσης η ισπανική νομοθεσία για τις υποθήκες

0

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με απόφασή [Link] του, έκρινε ότι η ισπανική κανονιστική ρύθμιση, με την οποία δεν επιτρέπεται στον αρμόδιο Δικαστή να αναστείλει τη διαδικασία εκτέλεσης υποθήκης λόγω καταχρηστικής ρήτρας στη δανειακή σύμβαση ακινήτου αντίκειται στο δίκαιο της Ένωσης.

Πιο συγκεκριμένα, με την ισπανική νομοθεσία προβλέπονται περιορισμένοι λόγοι ανακοπής που μπορεί να αντιτάξει ένας οφειλέτης στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτέλεσης υποθήκης, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται η ύπαρξη καταχρηστικής ρήτρας σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου. Το συγκεκριμένο στοιχείο μπορεί να προβληθεί μόνο σε χωριστή ένδικη διαδικασία στο πλαίσιο αναγνωριστικής αγωγής, η οποία δεν αναστέλλει τη διαδικασία εκτέλεσης της υποθήκης. Εξάλλου, στο πλαίσιο της κατά το ισπανικό δίκαιο διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, η κατακύρωση ενυπόθηκου πράγματος σε τρίτο αποκτά καταρχήν μη αναστρέψιμο χαρακτήρα. Συνεπώς, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με την οποία αναγνωρίζεται ο καταχρηστικός χαρακτήρας ρήτρας δανειακής σύμβασης – και, ως εκ τούτου, η ακυρότητα της διαδικασίας εκτέλεσης υποθήκης – εκδοθεί μετά την κατάσχεση του ακινήτου, η απόφαση μπορεί να εξασφαλίσει στον καταναλωτή προστασία μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, υπό μορφή αποζημιώσεως, χωρίς το πρόσωπο να μπορεί να ανακτήσει την κυριότητά του.

Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, ο M. Aziz συνήψε με την τράπεζα Catalunyacaixa σύμβαση ενυπόθηκου δανείου ποσού 138.000 ευρώ, με υποθήκη επί της οικογενειακής κατοικίας του. Ένα χρόνο αργότερα, ο M. Aziz σταμάτησε την καταβολή των μηνιαίων δόσεων και εξεδόθη σε βάρος του διαταγή πληρωμής για εξόφληση της οφειλής με την οποία όμως δεν συμμορφώθηκε, με αποτέλεσμα το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα να κινήσει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του. Ο M. Aziz δεν παρέστη στη διαδικασία και, ως εκ τούτου, εκδόθηκε εντολή κατάσχεσης του ακινήτου. Κατά τον πλειστηριασμό που διενεργήθηκε, δεν υπήρξαν πλειοδότες, οπότε, σύμφωνα με την ισπανική νομοθεσία, το πλειστηριασθέν ακίνητο κατακυρώθηκε στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα στο 50 % της αξίας του. Στις αρχές του 2011, πραγματοποιήθηκε έξωση του M. Aziz από την κατοικία του ενώ λίγο νωρίτερα, αυτός είχε ασκήσει αγωγή ζητώντας την ακύρωση μιας ρήτρας της δανειακής σύμβασης, την οποία θεωρούσε καταχρηστική και, κατ’ επέκταση, την ακύρωση της διαδικασίας εκτέλεσης της υποθήκης.

Η υπόθεση έφτασε ενώπιον του ΔΕΕ όταν Δικαστήριο της Βαρκελώνης απέστειλε προδικαστικό ερώτημα αναφορικά αφενός, με τη συμβατότητα της ισπανικής νομοθεσίας με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ περί καταχρηστικών ρητρών, καθόσον έκρινε ότι η εθνική νομοθεσία καθιστά δυσχερή την εξασφάλιση αποτελεσματικής ένδικης προστασίας του καταναλωτή και, αφετέρου, με τα στοιχεία που συνθέτουν την έννοια της «καταχρηστικής ρήτρας», κατά την έννοια της Οδηγίας.

Το ΔΕΕ, με την απόφασή του, επισημαίνει ότι η Οδηγία περί καταχρηστικών ρητρών αποκλείει μια εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη, η οποία δεν παρέχει στο δικαστήριο της ουσίας τη δυνατότητα λήψης προσωρινών μέτρων. Επίσης, διαπιστώνεται ότι το ισπανικό δικονομικό σύστημα θίγει την επιδιωκόμενη από την Οδηγία προστασία.

Αναφορικά δε, με την έννοια της «καταχρηστικής ρήτρας», το Δικαστήριο τονίζει ότι το περιεχόμενο της έννοιας θα πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπ’ όψη των κανόνων του εθνικού δικαίου καθώς και της έννομης κατάστασης, στην οποία βρίσκεται ο καταναλωτής.

Συνεπώς, το ΔΕΕ, με βάση τα ανωτέρω, αποφάνθηκε ότι εναπόκειται στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου να εξακριβώσει αν η ρήτρα περί των τόκων υπερημερίας (ετήσιοι τόκοι υπερημερίας ύψους 18.75 % που εφαρμόζονται αυτόματα επί των μη καταβληθέντων εμπροθέσμως ποσών) που περιελήφθη στη σύμβαση του M. Aziz είναι ή όχι καταχρηστική.

Σχόλια