ΔΕΚ: Απόφαση για λύση συμβάσεων και επιστροφή καταβληθέντων ποσών

0

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεφάνθη ότι σε περίπτωση μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του προμηθευτή, οι καταναλωτές δικαιούνται να ζητήσουν τη λύση της συμβάσεως χρηματοδοτήσεως και την επιστροφή των καταβληθέντων στον πιστωτικό φορέα ποσών.

Σύμφωνα με το ΔΕΚ δεν απαιτείται η ύπαρξη σχέσεως αποκλειστικότητας μεταξύ προμηθευτή και πιστωτικού φορέα.

Η οδηγία σχετικά με την καταναλωτική πίστη, προβλέπει, αφενός, το δικαίωμα του καταναλωτή να στραφεί κατά του πιστωτικού φορέα, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως ή πλημμελούς εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του προμηθευτή των αγαθών ή υπηρεσιών και, αφετέρου, εξαρτά το εν λόγω δικαίωμα από ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η ύπαρξη σχέσεως αποκλειστικότητας μεταξύ του πιστωτικού φορέα και του προμηθευτή.

Ο Λ. Σκαρπέλι αγόρασε, το 2003, ένα αυτοκίνητο και υπέγραψε, μαζί με τη σύμβαση αγοράς του αυτοκινήτου, έντυπο – δοθέν από τον πωλητή – αιτήσεως παροχής δανείου από τη NEOS Banca.

Έχοντας καταβάλει εξ ιδίων στον πωλητή το ποσό των 10.000 ευρώ και έχοντας λάβει δάνειο ποσού 19.130 ευρώ, άρχισε την αποπληρωμή του χορηγηθέντος δανείου καταβάλλοντας δόσεις των 402 ευρώ.

Μολονότι είχε καταβάλει 24 δόσεις το αυτοκίνητο δεν του είχε ακόμη παραδοθεί. Για τον λόγο αυτό, ο Λ. Σκαρπέλι διέκοψε την καταβολή των δόσεων, άσκησε ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής του υπολοίπου ποσού (περίπου 15 000 ευρώ), που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της τράπεζας, και ζήτησε την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών.

Το Δικαστήριο της Περγάμου απηύθυνε στο ΔΕΚ ερώτημα ως προς το αν η ύπαρξη ρήτρας αποκλειστικότητας μεταξύ του πιστωτικού φορέα και του προμηθευτή είναι απαραίτητη προκειμένου ο καταναλωτής να έχει τη δυνατότητα, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του προμηθευτή, να στραφεί δικαστικώς κατά του πιστωτικού φορέα και να ζητήσει τη λύση της συμβάσεως χρηματοδοτήσεως και την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι η οδηγία εκδόθηκε με τον διττό σκοπό να εξασφαλίσει, αφενός, τη δημιουργία κοινής αγοράς στον τομέα της καταναλωτικής πίστεως και, αφετέρου, την προστασία των καταναλωτών που συνάπτουν τέτοιες συμβάσεις πιστώσεως.

Εν συνεχεία, κατά το Δικαστήριο, η οδηγία προβλέπει μια κατ’ ελάχιστο όριο εναρμόνιση στον τομέα της καταναλωτικής πίστεως. Συνεπώς, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να θεσπίσουν ευνοϊκότερες για τους καταναλωτές ρυθμίσεις, οι οποίοι θα πρέπει να έχουν έναντι του πιστωτικού φορέα ευρύτερες αξιώσεις από τις συνήθως προβλεπόμενες από τη σύμβαση.

Στις περιπτώσεις που οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας προβλέπουν τη δυνατότητα του καταναλωτή να στραφεί κατά του πιστωτικού φορέα, προκειμένου να επιτύχει τη λύση της συμβάσεως χρηματοδοτήσεως και την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών, η οδηγία δεν επιβάλλει κάποια πρόσθετη προϋπόθεση, ήτοι την ύπαρξη σχέσεως αποκλειστικότητας μεταξύ πιστωτικού φορέα και προμηθευτή.

Αντιθέτως, η συνδρομή της εν λόγω προϋποθέσεως είναι απαραίτητη για την άσκηση περαιτέρω δικαιωμάτων του καταναλωτή, μη προβλεπομένων από τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου που διέπουν τις συμβατικές σχέσεις, όπως του δικαιώματος αποκαταστάσεως της ζημίας που ο καταναλωτής υπέστη λόγω μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του προμηθευτή.
Συνεπώς, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ προμηθευτή και πιστωτικού φορέα βάσει της οποίας η πίστωση παρέχεται αποκλειστικά από τον συγκεκριμένο πιστωτικό φορέα στους πελάτες του προμηθευτή δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση του δικαιώματος του καταναλωτή να στραφεί κατά του πιστωτικού φορέα σε περίπτωση μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του προμηθευτή, προκειμένου ο καταναλωτής να επιτύχει τη λύση της συμβάσεως χρηματοδοτήσεως και τη συνακόλουθη επιστροφή των καταβληθέντων στον πιστωτικό φορέα ποσών.

Σχόλια