Ευρωπαικό Δικαστήριο: τα ταξί, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να υπόκεινται σε διαφορετικό συντελεστή ΦΠΑ

0

Το ευρωπαικό δίκαιο επιτρέπει στα κράτη-μέλη να εφαρμόζουν μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ για τη «μεταφορά επιβατών και των συνοδευόμενων αποσκευών τους». Στη Γερμανία, ο νομοθέτης έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής προβλέποντας μειωμένο φορολογικό συντελεστή 7 % για τη μεταφορά επιβατών με ταξί, υπό την προϋπόθεση ότι η μεταφορά διενεργείται εντός ενός δήμου ή ότι η διαδρομή δεν υπερβαίνει τα 50 χιλιόμετρα.
Δύο γερμανικές εταιρίες εκμισθώσεως αυτοκινήτων με οδηγό προσέφυγαν στο Ομοσπονδιακό Φορολογικό Δικαστήριο της Γερμανίας, εκτιμώντας ότι οι υπηρεσίες αστικών μεταφορών που παρείχαν έπρεπε, όπως και οι υπηρεσίες των ταξί, να μην υπόκεινται στον κανονικό συντελεστή ΦΠΑ, ήτοι 16 % για τα έτη 2003 έως 2006 και 19 % για το 2007. Οι υπηρεσίες αυτές αφορούσαν ιδίως τη μεταφορά ασθενών στο πλαίσιο συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ ενός ταμείου υγείας και της «ενώσεως επιχειρήσεων ταξί και εκμισθώσεως οχημάτων». Η σύμβαση αυτή είχε εφαρμογή αδιακρίτως επί των επιχειρήσεων ταξί και των επιχειρήσεων εκμισθώσεως αυτοκινήτων με οδηγό. Συγκεκριμένα, το καθοριζόμενο στη σύμβαση αυτή κόμιστρο εφαρμοζόταν κατά τον ίδιο τρόπο σε αμφότερα τα είδη επιχειρήσεων.
Το Ομοσπονδιακό Φορολογικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι, στη Γερμανία, τόσο για τη μεταφορά με ταξί όσο και για τη μεταφορά με αγοραίο όχημα με οδηγό απαιτείται η λήψη αδείας. Πάντως, τα δύο αυτά είδη μεταφοράς υπόκεινται σε διαφορετικές εκ του νόμου απαιτήσεις. Συγκεκριμένα, οι επιχειρήσεις εκμισθώσεως αυτοκινήτων με οδηγό μπορούν να ανταποκρίνονται μόνο στις εντολές μεταφοράς που περιέρχονται στην έδρα της επιχειρήσεως ή στην κατοικία του επιχειρηματία, ενώ οι επιχειρήσεις ταξί δικαιούνται να ανταποκρίνονται στη ζήτηση, πράγμα το οποίο προϋποθέτει αφενός την παρουσία των αυτοκινήτων σε συγκεκριμένα μέρη και αφετέρου τη διαθεσιμότητά τους κατόπιν κλήσεως. Εξάλλου, υπάρχουν διαφορές ως προς την αποδοχή, τη διαβίβαση και την εκτέλεση εντολών μεταφοράς, καθώς και όσον αφορά τη διαφήμιση και τη διάθεση του αυτοκινήτου. Επιπλέον, το σήμα που φέρουν και τα χαρακτηριστικά που έχουν μόνον τα ταξί, δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται στα αγοραία οχήματα με οδηγό. Διατηρώντας ωστόσο αμφιβολίες ως προς το συμβατό της διαφορετικής φορολογικής μεταχειρίσεως προς το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, προς την αρχή της φορολογικής ουδετερότητας, το γερμανικό Ομοσπονδιακό Φορολογικό Δικαστήριο απευθύνθηκε στο Ευρωπαικό Δικαστήριο προκειμένου να του ζητήσει να ερμηνεύσει το δίκαιο της Ένωσης.
Το Ευρωπαικό Δικαστήριο στην απάντησή του σημειώνει ότι το δίκαιο της Ένωσης – ιδίως η αρχή της φορολογικής ουδετερότητας – δεν αντιτίθεται στην υπαγωγή της αστικής μεταφοράς που διενεργείται είτε με ταξί είτε με αγοραίο όχημα με οδηγό σε διαφορετικούς συντελεστές ΦΠΑ (τον ένα μειωμένο, τον άλλο κανονικό), εφόσον πληρούνται δύο προϋποθέσεις. Η πρώτη αφορά τις διαφορετικές, εκ του νόμου, απαιτήσεις στις οποίες υπόκεινται τα δύο αυτά είδη μεταφορών, οπότε και η μεταφορά με ταξί πρέπει να συνιστά συγκεκριμένη και ειδική πτυχή της επίμαχης κατηγορίας υπηρεσιών (της μεταφοράς επιβατών και των συνοδευόμενων αποσκευών τους). Κατά δεύτερον, οι διαφορές αυτές πρέπει να ασκούν καθοριστική επίδραση στην απόφαση του μέσου χρήστη να επιλέξει το ένα ή το άλλο από τα είδη αυτά μεταφοράς. Το Ευρωπαικό Δικαστήριο θεωρεί ότι εναπόκειται στο  Ομοσπονδιακό Φορολογικό Δικαστήριο να εξετάσει αν οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται στις διαφορές που έχουν υποβληθεί στην κρίση του.

 

Σχόλια