Βρετανία: Νευρολόγοι αμφισβητούν το ηλικιακό όριο για την καταδίκη ανηλίκων

0

Το χαμηλότατο όριο αμφισβητούν οι νευρολόγοι και παιδοψυχολόγοι που επιχειρηματολογούν ότι παραβλέπει τον ρυθμό ωρίμανσης του παιδικού εγκεφάλου. Σχετική επιστημονική έκθεση πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Βασιλικής Ακαδημίας, σε μια προσπάθεια αξιοποίησης εργαλείων των νευροεπιστημών στο δίκαιο (Neuroscience and the Law). Η έκθεση αξιολογεί την αποτελεσματικότητα ανακριτικών μεθόδων όπως ο ανιχνευτής ψεύδους, ενώ εξηγεί γιατί η συνεργασία νομικής και ιατρικής επιστήμης είναι απαραίτητη σε περιπτώσεις όπου ο καταλογισμός ή η διαλεύκανση της βούλησης του υποκειμένου εξαρτώνται από την πνευματική ή ψυχική του κατάσταση. Τα πορίσματα της έρευνας αποκαλύπτουν ότι οι διεργασίες ωρίμανσης του ανθρώπινου εγκεφάλου είναι έντονες στην παιδική ηλικία, όμως το κέντρο λήψης αποφάσεων και σχηματισμού ανεξάρτητης βούλησης δεν διαπλάθεται παρά στην εφηβική ηλικία.

Κατ’ αποτέλεσμα, το κατώτατο όριο των δέκα ετών που ισχύει στην Αγγλία –ή δώδεκα στη Σκωτία – για προσαγωγή ανηλίκου σε δίκη είναι μια νομική ρύθμιση εσφαλμένη κατά το ότι παραγνωρίζει τον ρυθμό ψυχολογικής ολοκλήρωσης του παιδιού. «Έχει καταδειχθεί με αρκετές έρευνες ότι οι έφηβοι δεν είναι αυτόνομα και υπεύθυνα άτομα και ότι πολλές πράξεις τους τις κάνουν χωρίς να σταθμίζουν τον κίνδυνο ή χωρίς να θέλουν να αναλάβουν την ευθύνη. Αυτό που συμπληρώνει η έρευνα των νευροεπιστημόνων είναι ότι η εξήγηση για αυτή την ανευθυνότητα έγκειται στο ότι ο σε αυτή τη φάση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η ανάπτυξη του εγκεφάλου. Συγκεκριμένα, το κέντρο που καθοδηγεί τη λήψη αποφάσεων ωριμάζει εξαιρετικά αργά και ολοκληρώνεται μόλις στην ηλικία των 20 ετών», σχολίασε ο Nicholas Mackintosh από την Βασιλική Ακαδημία. Οι συντάκτες της έρευνας τόνισαν ότι στην ηλικία των δέκα ετών το κέντρο λήψης αποφάσεων είναι ακόμη ανέτοιμο και ανώριμο, συνεπώς η συμπεριφορά του ανηλίκου δεν μπορεί να καταλογίζεται σε αυτόν. «Υπάρχει προβληματισμός μεταξύ πολλών νομικών αλλά και επιστημόνων ότι το όριο των δέκα ετών είναι υπερβολικά χαμηλό», ανέφερε η έρευνα.

Προβληματισμός υπάρχει, όμως, και κατά πόσον είναι ορθό να τοποθετείται το όριο σε μία συγκεκριμένη ηλικία, με τη συμπλήρωση της οποίας ο ανήλικος τεκμαίρεται ποινικά υπόλογος, ενώ δύο μήνες πριν φερ’ ειπείν θα ήταν ακαταλόγιστος.Ενδιαφέρουσες επισημάνσεις έκανε η έρευνα και για τις συσκευές ανίχνευσης ψεύδους, καταδεικνύοντας τα σφάλματα στα οποία μπορεί να οδηγήσει από την άλλη η θεοποίηση της ιατρικής μεθόδου στο δίκαιο. «Πολλές εταιρείες στην Αμερική πουλάνε συσκευές που υποτίθεται ότι ανιχνεύουν αν ο κατηγορούμενος λέει αλήθεια ή ψέματα. Τις περισσότερες φορές η φωτογραφική απεικόνιση του εγκεφάλου θα δείξει όντως αν κάποιος είναι ειλικρινής, όμως αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Πολλοί κατηγορούμενοι για ποινικά αδικήματα που τελικά αποδεικνύονται ένοχοι, πιστεύουν όντως ότι είναι αθώοι. Επιπλέον, είναι σχετικά εύκολο να αλλοιώσεις νοερά τις φωτογραφικές απεικονίσεις, πείθοντας τον εαυτό σου για την αθωότητά σου», τόνισε ο Roger Brownsword, καθηγητής στο King’s College του Λονδίνου.Η έκθεση της Βασιλικής Ακαδημίας προτείνει ως κατακλείδα τη διοργάνωση τακτικών συνεδρίων με την παρουσία ιατρών και νομικών, για την αξιοποίηση των νευρολογικών πορισμάτων στο δίκαιο.

Η νευρολογική επιστήμη και το Δίκαιο: To ηλικιακό όριο για την καταδίκη ανηλίκων

Σχόλια