ΔΕΚ: Απόφαση για τις καταχρηστικές ρήτρες

0

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων απεφάνθη ότι ο εθνικός δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας που απαντάται σε σύμβαση συναπτόμενη μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία.

Η οδηγία σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων προβλέπει ότι οι απαντώσες σε σύμβαση συναπτόμενη από επαγγελματία με καταναλωτή καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές.

Η Sustikné Győrfi συνήψε στις 12 Δεκεμβρίου 2004 με την εταιρία Pannon σύμβαση συνδρομής για την παροχή υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας. Υπογράφοντας τη σύμβαση, η Sustikné Győrfi αποδέχθηκε επίσης τους γενικούς όρους της συμβάσεως της εταιρίας, σύμφωνα με τους οποίους, μεταξύ άλλων, προβλεπόταν η αρμοδιότητα του δημοτικού δικαστηρίου του Budaörs (Ουγγαρία), του δικαστηρίου της περιφέρειας όπου βρίσκεται η έδρα της Pannon, για οποιαδήποτε διαφορά προκύπτουσα από τη σύμβαση συνδρομής ή σε σχέση με αυτήν.

Θεωρώντας ότι η Sustikné Győrfi δεν είχε συμμορφωθεί προς τις συμβατικές υποχρεώσεις της, η Pannon προσέφυγε στο δημοτικό δικαστήριο του Budaörsi. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η μόνιμη κατοικία της συνδρομήτριας, η οποία ελάμβανε σύνταξη αναπηρίας, βρισκόταν στο Dombegyház, ήτοι 275 χιλιόμετρα από το Budaörs, τη στιγμή κατά την οποία οι συγκοινωνιακές δυνατότητες μεταξύ των δύο τόπων ήσαν πολύ περιορισμένες.

Το ουγγρικό δικαστήριο υπογράμμισε επίσης ότι, σύμφωνα με τους κανόνες του ουγγρικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, ελλείψει ρήτρας στη σύμβαση συνδρομής περί της αρμοδιότητάς του, κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο είναι εκείνο στο οποίο βρίσκεται η κατοικία του συνδρομητή.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Budaörsi Városi Bíróság, διατηρώντας επιφυλάξεις ως προς τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας της συμβάσεως συνδρομής η οποία αναφέρεται στην αρμοδιότητά του, υπέβαλε στο Δικαστήριο ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι η παρεχόμενη με την οδηγία προστασία στους καταναλωτές καταλαμβάνει τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο καταναλωτής, ο οποίος συνήψε με επαγγελματία σύμβαση περιλαμβάνουσα καταχρηστική ρήτρα, δεν προβάλλει τον καταχρηστικό χαρακτήρα αυτής είτε επειδή αγνοεί τα δικαιώματά του είτε επειδή αποθαρρύνεται να τα προβάλει λόγω των δικαστικών εξόδων που συνεπάγεται η προσφυγή στη δικαιοσύνη.

Επομένως, ο ρόλος του εθνικού δικαστή στον συγκεκριμένο τομέα της προστασίας των καταναλωτών δεν περιορίζεται απλώς στην ευχέρειά του να αποφαίνεται επί της ενδεχόμενης καταχρηστικής φύσεως συμβατικής ρήτρας, αλλά συμπεριλαμβάνει και την υποχρέωση να εξετάζει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα αυτό, εφόσον διαθέτει νομικά και πραγματικά στοιχεία αναγκαία προς τούτο, αλλά και οσάκις διατηρεί επιφυλάξεις ως προς τη δική του κατά τόπον αρμοδιότητα.

Όταν ο εθνικός δικαστής εκτιμά ότι παρόμοια ρήτρα είναι καταχρηστική, δεν την εφαρμόζει, εκτός και αν ο καταναλωτής, αφού ενημερώθηκε προηγουμένως από τον δικαστή, δεν προτίθεται να επικαλεστεί τον καταχρηστικό και μη δεσμευτικό χαρακτήρα της.

Ομοίως, δεν συμβιβάζεται με την οδηγία εθνική διάταξη προβλέπουσα ότι καταχρηστική ρήτρα συμβάσεως δεν δεσμεύει τον καταναλωτή αποκλειστικά και μόνον στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο τελευταίος την αμφισβήτησε επιτυχώς ενώπιον του εθνικού δικαστή. Πράγματι, ένας τέτοιος κανόνας αποκλείει τη δυνατότητα ο εθνικός δικαστής να εκτιμήσει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας.

Σχόλια