Δικαιώθηκαν από το ΔΕΚ οι εταιρείες Orange και SFR

0

Το ΔΕΚ έκρινε ότι η αναδρομική μείωση των οφειλομένων από την Orange και την SFR τελών για τις άδειες UMTS δε συνιστά κρατική ενίσχυση.

Το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή ορθώς θεώρησε ότι το μέτρο προσαρμογής των οφειλομένων από την Orange και την SFR τελών με τα οφειλόμενα από την Bouygues Télécom τέλη δεν συνιστά κρατική ενίσχυση και δεν παραβιάζει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

Τον Ιούλιο του 2000, η γαλλική κυβέρνηση δημοσίευσε πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων για τη χορήγηση τεσσάρων αδειών για την εισαγωγή στη Μητροπολιτική Γαλλία συστημάτων κινητών και ασύρματων επικοινωνιών UMTS (Universal Mobile Telecommunications System).

Επειδή κατατέθηκαν δύο μόνον υποψηφιότητες, ήτοι της SFR και της εταιρίας France Télécom η οποία κατέστη Orange, δημοσιεύθηκε πρόσθετη πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων ώστε να χορηγηθούν οι λοιπές άδειες και να εξασφαλιστεί πραγματικός ανταγωνισμός.

Πριν από την πρόσθετη πρόσκληση για υποβολή υποψηφιοτήτων, χορηγήθηκαν οι δυο πρώτες άδειες στην SFR και στην Orange έναντι καταβολής τελών συνολικού ποσού 4,95 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Κατόπιν της πρόσθετης προσκλήσεως για υποβολή υποψηφιοτήτων, τρίτη άδεια UMTS χορηγήθηκε στην Bouygues Télécom στις 3 Δεκεμβρίου 2002. Ελλείψει άλλου υποψηφίου, δεν χορηγήθηκε τέταρτη άδεια.

Τον Ιανουάριο του 2003, η Bouygues Télécom υπέβαλε καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής, στρεφόμενη κατά της αναδρομικής εφαρμογής των νέων αυτών μέτρων στην Orange και την SFR, διότι, κατά την άποψή της, τα μέτρα αυτά συνιστούν κρατική ενίσχυση.
Με την από 20 Ιουλίου 2004 απόφαση, η Επιτροπή απέρριψε την καταγγελία της Bouygues Télécom διότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη πλεονεκτήματος υπέρ των δύο άλλων επιχειρηματιών. Εξάλλου, η Επιτροπή θεώρησε ότι τα μέτρα προσαρμογής των τελών δεν εισάγουν διακρίσεις και οι γαλλικές αρχές εκπλήρωσαν υποχρέωση απορρέουσα από το κοινοτικό δίκαιο.

Η Bouygues Télécom άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Πρωτοδικείου το οποίο, με απόφαση της 4ης Ιουλίου 2008, επιβεβαίωσε, κατ’ ουσίαν, το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής.

Σχόλια