Το ΔΕΚ για την διάθεση προϊόντων που περιέχουν γενετικώς τροποποιημένη σόγια

0

 

Οι οργανώσεις που είχαν υποβάλει την αίτηση δεν προέβαλαν επιχειρήματα δυνάμενα να κλονίσουν τις διαπιστώσεις της Επιτροπής 1) ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ της γενετικώς τροποποιημένης και της συμβατικής σόγιας, 2) ότι αξιολογήθηκαν ορθώς τα πιθανά τοξικολογικά αποτελέσματα της γενετικώς τροποποιημένης σόγιας και 3) ότι δεν είναι πιθανό οι νέες πρωτεΐνες της γενετικώς τροποποιημένης σόγιας να προκαλούν αλλεργία σε βρέφη και νήπια.

Το 2009 η εταιρία Monsanto Europe ζήτησε να της επιτραπεί να διαθέσει στην αγορά τρόφιμα, συστατικά τροφίμων και ζωοτροφές που περιέχουν γενετικώς τροποποιημένη σόγια.

Το 2012 η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) έκρινε ότι η γενετικώς τροποποιημένη σόγια είναι, στο πλαίσιο των σχεδιαζόμενων χρήσεών της, εξίσου ασφαλής με τη συμβατική σόγια (δηλαδή, τη μη γενετικώς τροποποιημένη σόγια) όσον αφορά τις πιθανές επιπτώσεις στην υγεία των ανθρώπων και των ζώων ή στο περιβάλλον.

Βάσει της «θετικής» αυτής γνώμης της EFSA, η Επιτροπή ενέκρινε με απόφαση της 28ης Ιουνίου 20121 τη διάθεση στην αγορά προϊόντων που περιέχουν τροποποιημένη σόγια ή αποτελούνται ή παράγονται από αυτήν.

Τρεις γερμανικές μη κυβερνητικές οργανώσεις που αντιτίθενται στη διάθεση των προϊόντων αυτών στην αγορά ζήτησαν από την Επιτροπή να διεξαγάγει εσωτερική επανεξέταση της ως άνω απόφασής της2 . Οι οργανώσεις αυτές υποστηρίζουν ιδίως ότι η Επιτροπή κακώς διαπίστωσε ότι η τροποποιημένη σόγια είναι ουσιαστικά ισοδύναμη με τη συμβατική σόγια και ότι δεν αξιολόγησε επαρκώς τους τοξικολογικούς και ανοσολογικούς κίνδυνους (ιδίως όσον αφορά την αλλεργιογονικότητα της γενετικώς τροποποιημένης σόγιας για τα βρέφη και τα νήπια). Το 2013 η Επιτροπή απέρριψε τις αιτήσεις αυτές κρίνοντάς τες αβάσιμες.

Οι τρεις οργανώσεις ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ακυρώσει την απόφαση με την οποία απορρίφθηκε ή αίτησή τους για επανεξέταση της απόφασης έγκρισης. Σημειωτέον ότι το Γενικό Δικαστήριο κρίνει για πρώτη φορά επί απόφασης που εξέδωσε η Επιτροπή επί της ουσίας κατόπιν εσωτερικής επανεξέτασης δυνάμει του «κανονισμού Århus» 3 , ο οποίος προβλέπει τις προϋποθέσεις για την πρόσβαση των μη κυβερνητικών οργανώσεων στη δικαιοσύνη σε θέματα περιβάλλοντος.

Με τη σημερινή απόφασή του, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει τις προσφυγές των τριών οργανώσεων και επικυρώνει την απόφαση με την οποία η Επιτροπή απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση για επανεξέταση της έγκρισης της διάθεσης στην αγορά.

Το Γενικό Δικαστήριο διευκρινίζει κατ’ αρχάς ότι οι μη κυβερνητικές οργανώσεις δύνανται να προσφύγουν ενώπιον του δικαστή της Ένωσης ζητώντας την ακύρωση της απόφασης που απορρίπτει αίτηση επανεξέτασης που έχουν υποβάλει, δεδομένου ότι είναι αποδέκτες της απορριπτικής αυτής απόφασης. Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι οργανώσεις αυτές δεν δύνανται να προβάλουν επιχειρήματα προς αμφισβήτηση της νομιμότητας ή της βασιμότητας της απόφασης για έγκριση της διάθεσης στην αγορά: δύνανται να επικαλεστούν μόνο την παρανομία ή το αβάσιμο της απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως αβάσιμη η αίτηση επανεξέτασης που υπέβαλαν. Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι πολλά από τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι τρεις οργανώσεις αφορούν είτε σφάλματα εκτίμησης της EFSA είτε μόνο τη φερόμενη παρανομία της απόφασης για έγκριση της διάθεσης στην αγορά. Το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει ως εκ τούτου τα επιχειρήματα αυτά.

Το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαιώνει ότι οι διατάξεις στις οποίες στηρίζεται η έγκριση της διάθεσης στην αγορά προϊόντων που περιέχουν γενετικώς τροποποιημένη σόγια αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των διατάξεων του δικαίου περιβάλλοντος τις οποίες αφορά ο «κανονισμός Århus» και ότι, συνεπώς, η έγκριση αυτή μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εσωτερικής επανεξέτασης. Το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει επίσης το επιχείρημα ότι η έκταση του ελέγχου που ασκεί επί της νομιμότητας και του βασίμου αποφάσεως όπως η εν προκειμένω πρέπει να είναι εξαιρετικά περιορισμένη και να αφορά μόνο τα πρόδηλα σφάλματα εκτίμησης τα οποία μπορούν να εντοπίσουν ευχερώς οι μη επιστήμονες. Επισημαίνει ότι η έκταση του ελέγχου αυτού είναι ίδια με την έκταση του ελέγχου στις υποθέσεις όπου μία επιχείρηση ζητεί την ακύρωση απόφασης για έγκριση της διάθεσης στην αγορά γενετικώς τροποποιημένου οργανισμού. Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι οργανώσεις των οποίων η αίτηση επανεξέτασης απορρίφθηκε υποχρεούνται να επικαλεστούν πραγματικά περιστατικά και να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτουν ουσιώδεις αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσον η έγκριση της διάθεσης στην αγορά χορηγήθηκε νομίμως.  Συνεπώς, μολονότι δεν υποχρεούνται να αποδείξουν ότι η απόφαση για έγκριση είναι παράνομη, οφείλουν εντούτοις να προσκομίσουν σύνολο στοιχείων το οποίο να προκαλεί ουσιώδεις αμφιβολίες για το κατά πόσον η έγκριση χορηγήθηκε νομίμως.

Επί της ουσίας της υπόθεσης, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει γενικώς ότι οι οργανώσεις δεν απέδειξαν ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωσή της να διασφαλίσει, αφενός, τη διενέργεια επιστημονικής αξιολόγησης «του υψηλότερου δυνατού επιπέδου» όσον αφορά τους κινδύνους και, αφετέρου, την παροχή κατάλληλων πληροφοριών εκ μέρους της Monsanto. Εξάλλου, οι ως άνω οργανώσεις δεν απέδειξαν ούτε ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωσή της να εξασφαλίζει υψηλού επιπέδου προστασία της ανθρώπινης υγείας και να μην επιτρέπει τη διάθεση στην αγορά τροφίμων και ζωοτροφών που μπορούν να έχουν αρνητικές συνέπειες στην ανθρώπινη υγεία, στην υγεία των ζώων ή στο περιβάλλον.

Ως όλως ενδεικτικά παραδείγματα μεταξύ των διαφόρων επιχειρημάτων που προβλήθηκαν, σημειώνεται ότι οι οργανώσεις δεν προκάλεσαν αμφιβολίες δυνάμενες να κλονίσουν τις διαπιστώσεις της Επιτροπής 1) ότι η σύνθεση της γενετικώς τροποποιημένης σόγιας και της συμβατικής σόγιας δεν διαφέρει ουσιωδώς τόσο από στατιστική όσο και από βιολογική άποψη, 2) ότι η αξιολόγηση της πιθανής τοξικότητας της γενετικώς τροποποιημένης σόγιας ήταν επαρκής και 3) ότι αξιολογήθηκε επαρκώς ο κίνδυνος αλλεργίας από τη γενετικώς τροποποιημένη σόγια.

 

———-

1 Εκτελεστική απόφαση 2012/347/ΕΕ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 2012, για την έγκριση της διάθεσης στην αγορά προϊόντων που περιέχουν, αποτελούνται ή παράγονται από γενετικώς τροποποιημένη σόγια MON 87701 × MON 89788 (MON-877Ø1-2 × MON-89788-1) σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2012, L 171, σ. 13). 2 Το δίκαιο της Ένωσης προβλέπει, ειδικότερα, ότι οι μη κυβερνητικές οργανώσεις δύνανται να ζητήσουν εσωτερική επανεξέταση από το θεσμικό όργανο της Ένωσης που εξέδωσε διοικητική πράξη δυνάμει του δικαίου του περιβάλλοντος. 3 Κανονισμός (ΕΚ) 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του Århus σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (ΕΕ 2006, L 264, σ. 13).

Σχόλια