Δημοσιεύθηκε ο Κώδικας Δεοντολογίας των Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου [ΦΕΚ Β – 4942/2020]

0

Χάρτης Δεοντολογίας των Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

[ Αριθμ. απoφ. ΦΓ8/55595 – ΦΕΚ Β’ 4942/9-11-2020 ]

ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε στο Κατάστημα του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την ακόλουθη σύνθεση: Ιωάννης Σαρμάς, Πρόεδρος, Σωτηρία Ντούνη, Μαρία Βλαχάκη, Αγγελική Μαυρουδή, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Μαρία Αθα-νασοπούλου και Ασημίνα Σαντοριναίου, Αντιπρόεδροι, Γεώργιος Βοΐλης, Ευαγγελία – Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέπ-πας, Αγγελική Μυλωνά, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Βασιλική Σοφιανού, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δέσποινα Τζούμα, Δημήτριος Τσακανίκας, Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Κωνσταντίνος Παραθύρας, Ασημίνα Σακελλαρίου, Αργυρώ Μαυρομμάτη, Ευαγγελία Σεραφή, Κωνσταντίνος Κρέπης, Ειρήνη Κατσικέρη, Νεκταρία Δουλιανάκη, Νικολέτα Ρένεση, Αικατερίνη Μποκώρου, Αντιγόνη Στίνη και Βασιλική Πέππα, Σύμβουλοι (οι Αντιπρόεδροι Άννα Λιγωμένου και Γεωργία Μαραγκού και οι Σύμβουλοι Βασιλική Ανδρεοπούλου, Ελένη Λυκεσά, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Γεωργία Τζομάκα, Στυλιανός Λεντιδάκης, Θεολογία Γναρδέλλη και Γεωργία Παπαναγοπούλου απουσίασαν δικαιολογημένα, ενώ ο Σύμβουλος Γρηγόριος Βαλληνδράς αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 338 του ν. 4700/2020), με την παρουσία του Επιτρόπου Επικρατείας Αντωνίου Νικητάκη, κωλυόμενης της Γενικής Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Χρυσούλας Καραμαδούκη, και της Γραμματέως Ελένης Αυγουστόγλου, Επιτρόπου, στην Υπηρεσία Επιτρόπου «Γραμματεία» του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Αφού έλαβε υπόψη:

  1. Τα άρθρα 26, 88 και 89 του Συντάγματος με τα οποία κατοχυρώνεται η οργανική και η λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών, σύμφυτο στοιχείο της οποίας αποτελεί η δεοντολογία που τους διέπει παράλληλα των υποχρεώσεων αυτών που θεσπίζονται από τη νομοθετική εξουσία.

  2. Την παρ. 1 του άρθρου 22 της υπό στοιχεία ΦΓ8/ 65456/24.9.2014 απόφασης «Έγκριση του Κανονισμού Λειτουργίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου», (Β’ 3139) όπου αποτυπώνεται η αντίληψη της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως προς το περιεχόμενο του «Χάρτη Δεοντολογίας του Σώματος», στον οποίο, κατά την Ολομέλεια, υιοθετούνται «κατευθύνσεις ως προς την αντιμετώπιση συγκεκριμένων ζητημάτων που ανακύπτουν κατά την άσκηση των καθηκόντων των δικαστικών λειτουργών».

  3. Τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 348 του ν. 4700/2020 (Α’ 127) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 82 Α9, Β7 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, Α’ 35) και το γεγονός ότι, μετά τη θέσπιση με τον ν. 4700/2020 μιας νέας δικονομίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην οποία δίδεται προτεραιότητα στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων δικαστικής προστασίας του διαδίκου και ιδιαιτέρως στο δικαίωμα αυτού σε εύλογη διάρκεια της δίκης, επιβάλλεται η διατύπωση των κανόνων δεοντολογίας των δικαστών υπό το φως της ως άνω θεμελιώδους προσέγγισης.

  4. Την επαναλαμβανόμενη στο προοίμιο, τα άρθρα και τις επεξηγήσεις του παρόντα Χάρτη διαβεβαίωση ότι με το κείμενο αυτού δεν θεσπίζονται κανόνες δικαίου, ούτε εισάγονται υποχρεώσεις ή αναγνωρίζονται δικαιώματα, αλλά καταγράφονται διαπιστώσεις περί των αξιών και αρχών που διέπουν τη συμπεριφορά των δικαστικών λειτουργών, διακηρύσσονται οι αξίες και αρχές αυτές στην κοινωνία και διατυπώνονται κατευθύνσεις απευθυνόμενες στους δικαστικούς λειτουργούς προς επίλυση διλημμάτων τους αναφορικά με τον σεβασμό των αξιών και αρχών αυτών.

  5. Το γεγονός ότι ακόμη και αν δεν διατυπώνονται ρητώς, οι κανόνες δεοντολογίας των δικαστικών λειτουργών όπως αποτυπώνονται πιο κάτω υφίστανται ως στοιχείο του λειτουργήματός τους, είναι δε χρήσιμο να εμφανισθούν σε κείμενο, κατά την παγκοσμίως πλέον τηρούμενη καλή πρακτική ομοειδών με το Ελεγκτικό Συνέδριο δικαιοδοτικών θεσμών.

  6. Τις διεθνείς Αρχές της Μπανγκαλόρε για τη δικαστική δεοντολογία (The Bangalore Principles of Judicial Conduct), που συντάχθηκαν από ομάδα εργασίας του ΟΗΕ, όπως αναθεωρήθηκαν το 2002 στη Χάγη και υιοθετήθηκαν από το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο των Ευρωπαίων Δικαστών.

  7. Την εισήγηση του Προέδρου Ιωάννη Σαρμά, που διατυπώθηκε στα πρακτικά των Γενικών Συνεδριάσεων της Ολομέλειας 17ης/8.7.2020, 22ης/30.9.2020 και 26ης/2.11.2020.

  8. Τα πρακτικά της Ομάδας Εργασίας, που συγκροτήθηκε με τις 67067/6.11.2019 και 68671/15.11.2019 αποφάσεις του Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου περί εκπόνησης Χάρτη Δεοντολογίας, υπό την προεδρία της Αντιπροέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Μαρίας Βλαχάκη.

  9. Τη γνώμη του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, όπως διατυπώθηκε στην 26η/2.11.2020 Γενική Συνεδρίαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου από τον Αντιπρόεδρο του ΔΣΑ Ευστάθιο Αναλυτή’

10.την από 26.10.2020 γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου’

11.την 23/12.10.2020 γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου Υπαλλήλων Ελεγκτικού Συνεδρίου’ και

12.τη γνώμη της Γραμματέως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως διατυπώθηκε στην 26η/2.11.2020 Γενική Συνεδρίαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

  1. Την από 15.10.2020 έγγραφη γνώμη του Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως αναπτύχθηκε και προφορικά, σύμφωνα με την οποία ο Χάρτης Δεοντολογίας υιοθετείται από τους δικαστικούς λειτουργούς της Γενικής Επιτροπείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

  2. Την ανάγκη κατάρτισης κανόνων δεοντολογίας για τους δικαστικούς λειτουργούς του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

  3. Το γεγονός ότι από την απόφαση αυτή δεν προκα-λείται δαπάνη στον κρατικό προϋπολογισμό.

Εγκρίνει τον ακόλουθο «Χάρτη Δεοντολογίας των Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου» με το Προοίμιο και το Παράρτημα αυτού, που έχουν ως εξής:

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Η λύση στα δεοντολογικά διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι δικαστικοί λειτουργοί υπάγεται στη δική τους ατομική ευθύνη. Για την επιλογή αυτή αναζητούν την ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δικαστικού λειτουργήματος και της νόμιμης αξίωσης αυτών για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους και για την προστασία της ιδιωτικής ζωής τους. Στην επίτευξη αυτής της ισορροπίας συμβάλλει ο παρών Χάρτης Δεοντολογίας, ο οποίος κατευθύνει τους δικαστικούς λειτουργούς όταν αντιμετωπίζουν σοβαρά ζητήματα δεοντολογικής φύσε-ως, βοηθεί τους πολίτες να κατανοήσουν τη φύση και τον ρόλο του δικαστικού λειτουργήματος και υποδηλώνει στα όργανα των άλλων εξουσιών τη σπουδαιότητα του δικαστικού λειτουργήματος.

Μέρος Πρώτο

ΕΚΤΑΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΧΑΡΤΗ

Άρθρο 1 – Υποκειμενική έκταση εφαρμογής

Ο Χάρτης εφαρμόζεται σε όλους τους δικαστές του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Άρθρο 2 – Αντικειμενική έκταση εφαρμογής

  1. Ο Χάρτης εφαρμόζεται στις δικαστικές αρμοδιότητες των δικαστικών λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εντός ή εκτός Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και στις λοιπές επιτρεπόμενες από το Σύνταγμα (παρ. 2 και 3 του άρθρου 89) και τους νόμους δραστηριότητες των δικαστών.

  2. Οι ρυθμίσεις του Χάρτη εφαρμόζονται και στην προσωπική συμπεριφορά των δικαστών στο μέτρο που αυτό είναι απολύτως αναγκαίο για τη διασφάλιση του σεβασμού από τον δικαστή των αρχών και αξιών του Δεύτερου Μέρους του παρόντος.

Άρθρο 3 – Σχέση του Χάρτη με την ισχύουσα νομοθεσία

  1. Οι ρυθμίσεις του Χάρτη εξειδικεύουν τις διατάξεις του άρθρου 22 του Κανονισμού Λειτουργίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Εφαρμόζονται συμπληρωματικά, κατά τα αναφερόμενα στο Προοίμιο, προς τις συνταγματικές, υπερνομοθετικές και νομοθετικές ρυθμίσεις που καθορίζουν τις αρμοδιότητες και υποχρεώσεις των δικαστικών λειτουργών και δεν θίγουν την ισχύ των περιορισμών που εισάγουν αυτές.

  2. Η εξειδίκευση των καθηκόντων από τις ρυθμίσεις του παρόντος Χάρτη δεν προκαταλαμβάνει την ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων νομοθετικών προβλέψεων. Αντίθετα, οι προβλέψεις του Χάρτη ερμηνεύονται σύμφωνα προς τις ισχύουσες νομοθετικές ρυθμίσεις.

Μέρος Δεύτερο

ΑΞΙΕΣ ΚΑΙ ΑΡΧΕΣ

Άρθρο 4 – Ακεραιότητα

  1. Ο δικαστής εκπληρώνει το καθήκον του με εντιμότητα και ήθος προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και το εν γένει δημόσιο συμφέρον. Η εμπιστοσύνη των πολιτών στην ακεραιότητα της δικαιοσύνης εμπεδώνεται από τη συμπεριφορά του δικαστή, ο οποίος μεριμνά ώστε η επιδεικνυόμενη κατά την άσκηση των καθηκόντων του συμπεριφορά να θεωρείται άμεμπτη από τον μέσο συνετό πολίτη.

  2. Ο δικαστής δεν επιδιώκει παρεμβάσεις προκειμέ-νου να επιτύχει τοποθετήσεις, προαγωγές, ανάληψη διοικητικών καθηκόντων ή εν γένει επιλογή του σε θέση εκτός του Δικαστηρίου. Υπό την ιδιότητα του δικαστή, δεν ενεργεί με σκοπό την απόκτηση πλεονεκτημάτων υπέρ εαυτού ή τρίτων. Δεν επικαλείται στην προσωπική του ζωή το επαγγελματικό του κύρος ή την ιδιότητά του, προκειμένου να προσπορίσει στον εαυτό του ή στους οικείους του προνομιακή μεταχείριση, που δεν δικαιούται.

  3. Κατά την άσκηση ή επ’ ευκαιρία των δικαστικών του καθηκόντων, αρνείται δώρα, οφέλη ή πλεονεκτήματα τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους οικείους του, καθώς αυτά θα μπορούσαν να εκληφθούν ως απόπειρα επηρεασμού του και απόσπασης της εύνοιάς του. Εθιμοτυπικά δώρα γίνονται δεκτά όταν αυτά προσφέρονται σε δικαστή ο οποίος εκπροσωπεί το Δικαστήριο σε δημόσιες εκδηλώσεις. Επίσης συμβολικά δώρα ή βραβεία γίνονται δεκτά μόνον εφόσον αυτό δεν θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ότι έχει σκοπό τον επηρεασμό του κατά την άσκηση των δικαστικών του καθηκόντων ούτε θα μπορούσε να δημιουργήσει υπόνοιες μεροληψίας.

Άρθρο 5 – Ανεξαρτησία

  1. Ο δικαστής επιτελεί το λειτούργημά του με βάση τον νόμο και τη συνείδησή του. Αξιολογεί τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης, χωρίς να επηρεάζεται και χωρίς να φαίνεται ότι επηρεάζεται από κάθε είδους εξωγενείς παράγοντες, παρεμβάσεις, πιέσεις και εξαρτήσεις.

  2. Ο δικαστής, πέραν της τήρησης των προβλεπόμε-νων από τον νόμο περιορισμών, επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή ως προς τη συμμετοχή του σε νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων, καθώς και σε δραστηριότητες, εκδηλώσεις και λοιπές καταστάσεις, που μπορεί να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ανεξαρτησία του.

  3. Αποκρούει κάθε απόπειρα ανάρμοστης επιρροής και περιφρουρεί τη δικαστική ανεξαρτησία σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο, απευθυνόμενος, αν απαιτείται, στα αρμόδια θεσμικά όργανα.

  4. Διατηρεί την ανεξαρτησία του σε σχέση με τους δι-αδίκους, τους δικηγόρους, τον νομικό κόσμο, τους φορείς των άλλων κρατικών λειτουργιών, καθώς και την κοινωνία γενικότερα.

Άρθρο 6 – Αμεροληψία

  1. Η αμεροληψία επιδεικνύεται και διασφαλίζεται τόσο κατά τη λήψη των αποφάσεων όσο και στις διαδικασίες που οδηγούν στη λήψη τους. Επιβεβαιώνεται διαρκώς από την εν γένει συμπεριφορά του δικαστή εντός και εκτός υπηρεσίας.

  2. Ο δικαστής αποφεύγει οποιαδήποτε κατάσταση δυ-νάμενη να οδηγήσει σε σύγκρουση προσωπικών συμφερόντων ή δυνάμενη να εκληφθεί ευλόγως ως τέτοια.

  3. Κατά τις δημόσιες συνεδριάσεις, ο δικαστής αποφεύγει να εκδηλώνει επιδοκιμασία, αποδοκιμασία ή δυσφορία για όσα πράττονται ή λέγονται ενώπιον του, και διατηρεί την ψυχραιμία του σε τυχόν αντιδικονομι-κές, καταχρηστικές, επιθετικές ή προσβλητικές προς το πρόσωπο του και τους άλλους παράγοντες της δίκης συμπεριφορές, χωρίς όμως να επιτρέπει ως διευθύνων τη διαδικασία τις ως άνω εκτροπές από τη δέουσα δικονο-μική συμπεριφορά. Δεν απευθύνεται και δεν διατυπώνει ερωτήσεις στους διαδίκους ή τους πληρεξουσίους τους και τους μάρτυρες κατά τρόπο που να δείχνει ότι έχει ήδη διαμορφώσει οριστική άποψη για την εξεταζόμενη υπόθεση.

Άρθρο 7 – Αξιοπρέπεια

  1. Ο δικαστής με την ορθή και ευπρεπή δημόσια και ιδιωτική συμπεριφορά του συμβάλλει στην εμπέδωση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ακεραιότητα της δικαιοσύνης. Στο πλαίσιο αυτό αποδέχεται οικειοθελώς προσωπικούς περιορισμούς περισσότερους από τον απλό πολίτη και συμπεριφέρεται με τρόπο που συνάδει με την αξιοπρέπεια του δικαστικού λειτουργήματος.

  2. Ο δικαστής, όπως κάθε πολίτης, έχει δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου, της θρησκευτικής συνείδησης, του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, ασκεί, όμως, τα δικαιώματα αυτά με τέτοιο τρόπο, ώστε να περιφρουρείται η αξιοπρέπεια του δικαστικού του αξιώματος.

  3. Ο δικαστής αποτρέπει πρόσωπα του κοινωνικού του περιβάλλοντος από το να επηρεάζουν με μη αποδεκτό τρόπο την επαγγελματική συμπεριφορά και κρίση του.

  4. Ο δικαστής δεν χρησιμοποιεί το δικαστικό αξίωμα ώστε να προωθεί τα συμφέροντα του ιδίου ή κάποιου μέλους της οικογένειάς του ή τρίτου προσώπου, ούτε δίνει την εντύπωση ή επιτρέπει σε άλλους να δίνουν την εντύπωση ότι μπορεί να επηρεαστεί κατά την ενάσκηση των δικαστικών του καθηκόντων.

  5. Ο δικαστής σέβεται την αξιοπρέπεια των συναδέλφων του και δεν αμφισβητεί την ακεραιότητά τους, παρά μόνο αν υποβάλει επίσημη καταγγελία.

  6. Ο δικαστής περιγράφει με τον αρμόζοντα τρόπο τη δικαστική του ιδιότητα στις επαγγελματικές κάρτες και επιστολές.

  7. Μεριμνά ώστε οι σχέσεις του με τους άλλους δικαστές, τους δικαστικούς υπαλλήλους, τους δικηγόρους, τους διαδίκους, την κοινωνία γενικότερα, καθώς και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να διακρίνονται από ευγένεια και ευθύτητα.

  8. Ο δικαστής σέβεται πλήρως την προσωπικότητα και την επαγγελματική αξιοπρέπεια των δικαστικών υπαλλήλων.

Άρθρο 8 – Αυτοπεριορισμός

  1. Ο δικαστής, ως πολίτης, έχει το δικαίωμα να διαμορφώνει πολιτική γνώμη. Φροντίζει όμως, δια του αυτοπεριορισμού του, οι πολίτες να εμπιστεύονται απόλυτα τη δικαιοσύνη, χωρίς να ανησυχούν για τις πολιτικές πεποιθήσεις των λειτουργών της. Για τον λόγο αυτό, δεν προβαίνει σε δημόσιες δηλώσεις και εκδηλώσεις εχθρότητας προς τη νόμιμη κυβέρνηση του κράτους και τα νομίμως λειτουργούντα πολιτικά κόμματα, ούτε σε εκδηλώσεις πολιτικής εν γένει φύσεως, όταν οι τελευταίες είναι ασυμβίβαστες με τον αυτοπεριορισμό που του επιβάλλει το λειτούργημά του.

  2. Ο δικαστής απέχει από τον σχολιασμό των δικών του αποφάσεων, ακόμη και αν αυτές επικρίνονται από τα μέσα επικοινωνίας ή τη θεωρία, ή προσβάλλονται με ένδικα μέσα. Ο τρόπος υπεράσπισης της νομικής του κρίσης είναι μόνον η αιτιολογία των αποφάσεών του. Σε περίπτωση που ο ίδιος γίνει στόχος προσωπικών επιθέσεων ή κριτικής, υπερασπίζεται τις θέσεις του με αυτοσυγκράτηση και μετριοπάθεια.

  3. Με την επιφύλαξη της επιστημονικής ή ακαδημαϊκής ελευθερίας, ο δικαστής απέχει από τον δημόσιο σχολιασμό των αποφάσεων του Δικαστηρίου, είτε αρνητικό είτε θετικό, όταν αυτές υπόκεινται σε ένδικα μέσα, επί των οποίων πιθανόν να κληθεί να κρίνει.

  4. Η υποχρέωση αυτοπεριορισμού δεν αποκλείει τον δικαστή από την ερμηνεία του νόμου δημοσίως ούτε τον παρεμποδίζει από το να αναπτύξει ρόλο παιδαγωγικό προς επεξήγηση του νόμου.

  5. Η δέσμευση του δικαστή από το επαγγελματικό απόρρητο δεν αποκλείει τη συνεργασία με συναδέλφους του στο μέτρο που αυτή είναι αναγκαία.

  6. Δεν αποκαλύπτει, ούτε ανώνυμα ούτε κατά τρόπον ανεκδοτολογικό, εμπιστευτικές πληροφορίες των οποίων έχει λάβει γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Δεν κάνει χρήση των πληροφοριών που αποκτά στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του για μη υπηρεσιακούς σκοπούς.

  7. Ο δικαστής δεν υποστηρίζει ούτε προωθεί οποιαδήποτε ένωση προσώπων, ομάδα ή οργάνωση, των οποίων οι αρχές δεν συνάδουν με τη δημόσια θέση του.

  8. Ο δικαστής δεν γίνεται μέλος ούτε συμμετέχει καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε ενώσεις που απαιτούν υποσχέσεις πίστεως ή που δεν διασφαλίζουν την πλήρη διαφάνεια της συμμετοχής των μελών τους.

  9. Ο δικαστής επιδεικνύει αυτοπεριορισμό και διακριτικότητα κατά τη χρήση των ιστότοπων κοινωνικής δικτύωσης, και ιδίως αυτών με ελεύθερη, μη κωδικοποιημένη πρόσβαση, καθόσον αυτοί -ως μη απευθυνόμενοι σε έναν κλειστό κύκλο προσώπων- εμπεριέχουν κινδύνους χρονικά απεριόριστης αρχειοθέτησης δεδομένων και δυνατότητας ονομαστικής αναζήτησης, με ενδεχόμενο τη δημοσιοποίηση προσωπικών σχέσεων ή σκέψεων του δικαστή που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν αμφιβολίες στους πολίτες ως προς την αμεροληψία του.

Άρθρο 9 – Αποτελεσματικότητα

  1. Ο δικαστής συμβάλλει στην ποιοτική και έγκαιρη απόδοση δικαιοσύνης από το Δικαστήριο. Μοιράζεται τις γνώσεις του με τους συναδέλφους και βοηθεί τους συνεργάτες του, χωρίς τούτο να αποβαίνει εις βάρος των κύριων καθηκόντων του. Καλλιεργεί το πνεύμα της ομα-δικότητας και της συνεργασίας.

  2. Προκειμένου να συμβάλει στην ποιοτική και έγκαιρη απόδοση δικαιοσύνης από το Δικαστήριο και στην εμπέδωση της εμπιστοσύνης της κοινωνίας στη δικαιοσύνη, ο δικαστής ασκεί τα καθήκοντά του με επιστημονική επάρκεια, επιμέλεια και συνέπεια, επιδιώκοντας τη διαρκή επιστημονική του ανάπτυξη, την αδιάκοπη διεύρυνση των γνώσεων του, όχι μόνο των νομικών, και την απόκτηση νέων αναγκαίων δεξιοτήτων, ανταποκρινόμενος στις σύγχρονες απαιτήσεις της δικαιοσύνης.

  3. Ο δικαστής ενημερώνεται συνεχώς για τις νομοθετικές και νομολογιακές εξελίξεις που σημειώνονται στο πεδίο του εθνικού δικαίου, του δικαίου της Ένωσης, και της νομολογίας σχετικά με τα δικαιώματα του ανθρώπου.

  4. Ο δικαστής επιδιώκει τη δια βίου μάθηση, κατά τρόπο επωφελή για την άσκηση του λειτουργήματος του, φροντίζοντας να προσαρμόζεται στην εξέλιξη της τεχνολογίας, στο μέτρο που τούτο απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

  5. Προσεγγίζει και οργανώνει την εργασία του με τρόπο μεθοδικό, αποτελεσματικό και αποδοτικό. Αξιοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον εργάσιμο χρόνο του και τους διαθέσιμους πόρους της υπηρεσίας. Επιδεικνύει αυτοπειθαρχία όταν εργάζεται υπό πίεση.

  6. Εφαρμόζοντας τις γνώσεις και ικανότητές του, φέρει εις πέρας τις υποθέσεις που του ανατίθενται μερι-μνώντας αφενός για την ορθή εφαρμογή του νόμου και τη διασφάλιση της ποιότητας των αποφάσεών του και αφετέρου για την τήρηση του εύλογου χρόνου, λαμ-βανομένου υπόψη του φόρτου εργασίας, του βαθμού δυσκολίας των υποθέσεων, της επάρκειας των μέσων που τίθενται στη διάθεσή του και των λοιπών, πλην των αμιγώς δικαστικών, καθηκόντων που του ανατίθενται.

  7. Ο δικαστής, στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας, αφοσιώνεται στην άσκηση των δικαστικών καθηκόντων του. Δύναται όμως, εφόσον τούτο δεν αναιρεί την πλήρη απασχόλησή του στα έργα της δικαιοσύνης, να συγγράφει, να δίνει διαλέξεις, να διδάσκει και να συμμετέχει σε δραστηριότητες σχετικές με το δίκαιο, το νομικό σύστημα, τη διοίκηση της δικαιοσύνης ή με άλλα συναφή ζητήματα, να εμφανίζεται σε δημόσια ακρόαση ενώπιον θεσμικού οργάνου για τα προαναφε-ρόμενα θέματα, να συμμετέχει, ως ενεργός πολίτης, σε δραστηριότητες, που δεν μειώνουν την αξιοπρέπεια του δικαστικού λειτουργήματος ή δεν παρεμβαίνουν με άλλο τρόπο στην άσκηση των δικαστικών του καθηκόντων.

Άρθρο 10 – Δικαιότητα

  1. Η ίση μεταχείριση όλων ανεξαιρέτως των προσώπων ενώπιον των δικαστηρίων επιβάλλει στον δικαστή να απονέμει σε κάθε πρόσωπο ό,τι αυτό δικαιούται με βάση τον νόμο, τόσο κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και κατά την απονομή του δικαίου.

  2. Ο δικαστής έχει επίγνωση και κατανοεί την πολυμορφία και την ποικιλομορφία της κοινωνίας, και αποκρούει διακρίσεις βασιζόμενες στους ακόλουθους, ενδεικτικά αναφερόμενους, λόγους: φύλο, φυλή, χρώμα, γλώσσα, θρησκεία, πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, εθνική ή κοινωνική προέλευση, σωματική και πνευματική ικανότητα, κατάσταση υγείας, ηλικία, οικογενειακή κατάσταση, σεξουαλικό προσανατολισμό. Αντιθέτως, παραμένει ενήμερος για τις διαρκώς μεταβαλλόμενες στάσεις και αξίες της κοινωνίας σχετικά με τα θέματα αυτά. Γνωρίζει τόσο τους διεθνείς όσο και τους εθνικούς κανόνες δικαίου, που απαγορεύουν τις διακρίσεις εις βάρος ευάλωτων ομάδων της κοινωνίας.

  3. Ασκεί τα καθήκοντά του επιδεικνύοντας τον δέοντα σεβασμό απέναντι σε όσους εμπλέκονται στις ενώπιον του διεξαγόμενες δικαστικές και άλλες διαδικασίες, όπως είναι οι διάδικοι, οι δικηγόροι, οι εκπρόσωποι του δημοσίου, οι μάρτυρες, οι δικαστικοί υπάλληλοι, οι άλλοι δικαστές, τα στελέχη της διοίκησης, καθώς και οι φορείς των άλλων εξουσιών, και τους αντιμετωπίζει με όρους ισοτιμίας και χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις. Έχει επιπλέον επίγνωση και λαμβάνει υπόψη του ότι η μεταχείριση των ως άνω προσώπων πρέπει όχι μόνο να είναι ισότιμη, αλλά και να εκλαμβάνεται ως τέτοια από αυτά.

  4. Αναγνωρίζει τον θεσμικό ρόλο των δικηγόρων ως λειτουργών της δικαιοσύνης και σέβεται την επαγγελματική τους αξιοπρέπεια.

  5. Επιτελεί το δικαιοδοτικό του έργο κατά τρόπο δια-σφαλίζοντα τα δικαιώματα των διαδίκων για ίση πρόσβαση στη δικαιοσύνη και ίση μεταχείριση από το Δικαστήριο. Μεριμνά ώστε να εξασφαλίζονται για όλους τους διαδίκους αδιακρίτως οι κατάλληλες συνθήκες για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης και να παρέχονται σε αυτούς τα ίδια διαδικαστικά δικαιώματα, εκτός αν ο νόμος προβλέπει παρέκκλιση.

  6. Μεριμνά ώστε το προσωπικό του Δικαστηρίου και κάθε άλλο πρόσωπο που υπόκειται στην καθοδήγηση του να αντιμετωπίζουν όλους όσοι εμπλέκονται στις διαδικασίες που διεξάγονται ενώπιον του, με σεβασμό και αξιοπρέπεια, χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις.

  7. Δεν επιδεικνύει ανοχή ούτε παραμένει αδρανής όταν πρόσωπα, τα οποία συμμετέχουν στις ενώπιον του διεξαγόμενες διαδικασίες, όπως διάδικοι, δικηγόροι, δικαστικοί υπάλληλοι, επιδεικνύουν ανάρμοστη ή προσβλητική συμπεριφορά εις βάρος συγκεκριμένου προσώπου ή ομάδας προσώπων, που υποδηλώνει μερο-ληψία ή προκατάληψη. Αντιθέτως, καταβάλλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να εντοπίζει, να αναδεικνύει, να διορθώνει, αλλά και να αποτρέπει τέτοιες συμπεριφορές.

Μέρος Τρίτο

ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΑΡΤΗ

Άρθρο 11 – Χαρακτήρας της συμμόρφωσης

Η συμμόρφωση στους κανόνες του Χάρτη επαφίεται σε κάθε δικαστικό λειτουργό του Ελεγκτικού Συνεδρίου ατομικά.

Άρθρο 12 – Επιτροπή δεοντολογίας

  1. Σε περιπτώσεις αμφιβολιών σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή των κανόνων δεοντολογίας, ο δικαστικός λειτουργός έχει τη δυνατότητα να απευθύνει ερώτημα σε συμβουλευτική Τριμελή Επιτροπή εκ μελών της Ολομέλειας.

  2. Στην Επιτροπή αυτή μετέχει ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ή, σε περίπτωση κωλύματος αυτού, ο αρχαιότερος Αντιπρόεδρος, και δύο μέλη της Ολομέλειας με τους νόμιμους αναπληρωτές τους, υποδεικνυόμενα από την Ολομέλεια και την Ένωση Δικαστών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αντιστοίχως.

  3. Η θητεία της Επιτροπής είναι τριετής.

Άρθρο 13 – Διαδικασία δήλωσης και διάθεσης των δώρων

Αν ο δικαστής δεχθεί δώρα με την ιδιότητά του αυτή ή από πρόσωπα που έχουν ή μπορεί στο μέλλον να έχουν υποθέσεις στο Δικαστήριο, τα δώρα αυτά κατατίθενται στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ο οποίος επιμελείται της εκτίμησης της αξίας τους. Για τη διάθεσή τους αποφασίζει η Επιτροπή του προηγούμενου άρθρου.

Μέρος Τέταρτο

ΤΕΛΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

Άρθρο 14 – Ανάρτηση στον ιστότοπο

Ο Χάρτης αναρτάται στον ιστότοπο του Δικαστηρίου.

Άρθρο 15 – Έναρξη εφαρμογής του Χάρτη

Ο παρών Χάρτης τίθεται σε ισχύ από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ – Επεξήγηση στο άρθρο 1

Ο Χάρτης εφαρμόζεται, εφόσον τούτο προσήκει στο περιεχόμενο των ρυθμίσεών του, και στους δικαστικούς λειτουργούς της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Επεξηγήσεις στο άρθρο 2

Ο Χάρτης εφαρμόζεται και ως προς τις δικαστικές αρμοδιότητες των δικαστικών λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εντός ή εκτός Ελεγκτικού Συνεδρίου (όπως είναι η κατά το Σύνταγμα συμμετοχή τους στο Ειδικό Δικαστήριο των άρθρων 88 και 99 του Συντάγματος, καθώς και στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο), και ως προς τις λοιπές επιτρεπόμενες από το Σύνταγμα (παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 89) και τους νόμους δραστηριότητες (συμμετοχή στην Ακαδημία Αθηνών, στο διδακτικό προσωπικό των ΑΕΙ, σε συμβούλια ή επιτροπές πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα, σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές – και στο αρμόδιο γραφείο νομοθετικής πρωτοβουλίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης-, στην εκπαίδευση δικαστικών λειτουργών, σε διαιτησίες, στην εκπροσώπηση της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς).

Οι δικαστικοί λειτουργοί, όπως όλοι οι πολίτες, δεν εμποδίζονται να ασκούν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες τους και μπορούν να αναπτύσσουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους χωρίς να πρέπει να απομονώνονται από την κοινωνία. Συμμετέχουν σε οποιασδήποτε μορφής κοινωνική δραστηριότητα που δεν απαγορεύεται από το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, υπό την προϋπόθεση ότι η δραστηριότητά τους αυτή εναρμονίζεται με τις αρχές δεοντολογίας του Χάρτη και δεν θίγει το κύρος της δικαιοσύνης.

Επεξήγηση στο άρθρο 3

Κατά την άσκηση ελεγκτικών καθηκόντων (εποπτείας, διοίκησης ή αξιολόγησης της ποιότητας των ελέγχων), οι δικαστικοί λειτουργοί του Ελεγκτικού Συνεδρίου ακολουθούν συμπληρωματικά τους κανόνες δεοντολογίας του Κεφαλαίου 3 του Εγχειριδίου Ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. πρακτικά 13ης Γενικής Συνεδρίασης της Ολομέλειας Ελεγκτικού Συνεδρίου της 27.6.2016) καθώς και του Κώδικα δεοντολογίας του INTOSAI (ISSAI 130), κατά το μέτρο που οι κανόνες αυτοί δεν αντιβαίνουν στις αρχές του παρόντος Χάρτη και τις σχετικές διατάξεις της ελληνικής έννομης τάξης.

Επεξήγηση στο άρθρο 4

Ο δικαστής δεν δέχεται δώρα ή άλλα ευεργετήματα που προσφέρονται από τους διαδίκους, τους πληρεξουσίους τους ή τρίτους είτε με σκοπό να επηρεάσουν διαρκώς ή σε συγκεκριμένες υποθέσεις την υπηρεσιακή συμπεριφορά και τη δικανική του κρίση είτε ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης για ληφθείσα απόφαση του Δικαστηρίου.

Επεξήγηση στο άρθρο 5

Η ανεξαρτησία νοείται ως:

(α) Ανεξαρτησία έναντι των άλλων κρατικών λειτουργιών: Ο δικαστής είναι και πρέπει να φαίνεται ότι είναι ανεξάρτητος από ανάρμοστες διασυνδέσεις και επιρροές της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, καθώς και κάθε είδους πολιτικής εξουσίας.

(β) Ανεξαρτησία έναντι των άλλων δικαστικών λειτουργών: Ο δικαστής διατηρεί την ανεξαρτησία του έναντι των συναδέλφων του όλων των βαθμών και δικαιοδοσιών και είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για τις αποφάσεις του.

(γ) Ανεξαρτησία δικαστικής κρίσης: Ο δικαστής απονέμει το δίκαιο με βάση τον νόμο και τη συνείδησή του, ανεπηρέαστος από προσωπικές επιθυμίες, προτιμήσεις, αντιλήψεις και συμφέροντα. Ο δικαστής λειτουργεί με ευρύτητα πνεύματος και προσπαθεί να έχει συναίσθηση της δυνητικής επίδρασης που οι κάθε είδους διαμορφωμένες πεποιθήσεις του (πολιτικές, κοινωνικές, φιλοσοφικές, θρησκευτικές) μπορεί να έχουν στην κατανόηση των γεγονότων μιας υπόθεσης και στην ερμηνεία των νομικών κανόνων που τη διέπουν, έτσι ώστε να μην επηρεάζουν την ελευθερία της σκέψης του και την ανεξάρτητη κρίση του. Ο δικαστής έχει επίγνωση των περιπτώσεων κατά τις οποίες η έκφραση πολιτικών, κοινωνικών, φιλοσοφικών, θρησκευτικών και λοιπών πεποιθήσεων, εντός και εκτός Δικαστηρίου, μπορεί να κλονίσει την εικόνα της ανεξαρτησίας του και συμπεριφέρεται με τρόπο που δεν πλήττει την εικόνα αυτή.

(δ) Ανεξαρτησία έναντι των διαδίκων και των δικηγόρων: Ο δικαστής είναι προσεκτικός όσον αφορά την ανάπτυξη σχέσεων με δικηγόρους ή άλλους παράγοντες της δικαιοσύνης και τρίτα πρόσωπα, ιδίως σε περιπτώσεις εκκρεμών ή τακτικά αναλαμβανόμενων υποθέσεων, έτσι ώστε να αποφεύγει καταστάσεις που θα οδηγούσαν σε έγερση υποψιών ευνοιοκρατίας ή μεροληψίας και θα μπορούσαν να πλήξουν την εμπιστοσύνη στην ανεξαρτησία του.

(ε) Ανεξαρτησία έναντι της κοινής γνώμης, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και διαφόρων ομάδων πίεσης: Ο δικαστής παραμένει ανεπηρέαστος από πιθανές επιπτώσεις της δημοσιότητας, είτε ευνοϊκές είτε δυσμενείς, έχοντας ωστόσο επίγνωση των συνεπειών που οι αποφάσεις του μπορεί να έχουν τόσο σε προσωπικό επίπεδο για τους διαδίκους όσο και αναφορικά με ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος.

Επεξηγήσεις στο άρθρο 6

Πέραν της τήρησης των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, με τις οποίες θεσπίζονται κανόνες και υποχρεώσεις για τη διασφάλιση της αμεροληψίας, ο δικαστής δεν μετέχει σε υπόθεση, στην οποία κάποιο μέλος της οικογένειας του εκπροσωπεί ένα διάδικο μέρος ή σχετίζεται με οποιονδήποτε τρόπο με την υπόθεση. Αποφεύγει να παρέχει νομικές συμβουλές σε περιπτώσεις που ενδέχεται να ανακύψουν υποθέσεις, τις οποίες θα κληθεί να δικάσει. Αποφεύγει τη διατύπωση δημοσίως ή ιδιωτικώς γνώμης, σχολίου ή κριτικής, που αφορά σε πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με υποθέσεις, οι οποίες εκκρεμούν ή ενδέχεται να εισαχθούν στο Δικαστήριο.

Αποφεύγει τη διατύπωση στα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, επικοινωνίας και κοινωνικής δικτύωσης σχολίων ή απαντήσεων σε δημόσια σχόλια που αφορούν είτε αποφάσεις, πράξεις, πρακτικά και γενικότερα υποθέσεις του Δικαστηρίου, ιδιαίτερα όταν αυτές είναι εκκρεμείς, είτε νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και κυβερνητικές πράξεις, που σχετίζονται με την οργάνωση και λειτουργία του, καθώς το έργο αυτό ανήκει στην ηγεσία του Δικαστηρίου ή της οικείας δικαστικής ένωσης, που εκπροσωπούν το Δικαστήριο και τους λειτουργούς του, αντίστοιχα.

Αποφεύγει τη συμμετοχή σε δημόσιες εκδηλώσεις, διαδηλώσεις ή διαμαρτυρίες, την εμπλοκή ή σχέση με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων, σωματεία, οργανισμούς, καθώς και γεγονότα ή καταστάσεις, όταν η εμπλοκή ή σχέση άμεσα ή έμμεσα μπορούν πραγματικά ή φαινομενικά να επηρεάσουν ή να θέσουν υπό αμφισβήτηση το κύρος και την αμεροληψία του ιδίου και του Δικαστηρίου.

Επιδεικνύει μεγάλη προσοχή όταν δέχεται προσκλήσεις για συμμετοχή σε κοινωνικές εκδηλώσεις ή συνέδρια από έναν νομικό ή άλλον συναφή επαγγελματικό σύλλογο ή δημόσιο οργανισμό ή από ιδιώτες, προκειμένου να αποφύγει να περιβάλει με το κύρος του προωθητικές ενέργειες ιδιωτών.

Αποφεύγει στενές κοινωνικές σχέσεις και επαφές με δικηγόρους και πολίτες, που τακτικά δραστηριοποιούνται στο Δικαστήριο και επιμελούνται ως δικαστικοί πληρεξούσιοι, νόμιμοι εκπρόσωποι ή αντίκλητοι πάσης φύσεως υποθέσεις που εκκρεμούν σε αυτό.

Σε περίπτωση επικοινωνίας με τους διαδίκους, τους εκπροσώπους ή τους πληρεξουσίους τους, επιδεικνύει υπομονή και ευγένεια.

Επεξήγηση στο άρθρο 7

Υπενθυμίζεται ότι με τον παρόντα Χάρτη δεν εξειδικεύονται ιδιαίτερα πειθαρχικά παραπτώματα, όπως εν προκειμένω το παράπτωμα της αναξιοπρεπούς διαγωγής ή συμπεριφοράς. Ανάλογοι Χάρτες Δεοντολογίας άλλων Κρατών εξειδικεύουν πράγματι πειθαρχικά παραπτώματα, ή περιλαμβάνουν αυστηρού δικαίου ρυθμίσεις αντίστοιχες προς τις δικές μας περί «πόθεν έσχες» ή λόγων εξαίρεσης δικαστών. Δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος Χάρτη η εισαγωγή διατάξεων με τέτοιο περιεχόμενο.

Επεξηγήσεις στο άρθρο 8

Με τον αυτοπεριορισμό του δικαστή επέρχεται η αναγκαία ισορροπία στη σχέση μεταξύ των δικαιωμάτων του ως πολίτη και των ορίων που θέτει το λειτούργημά του.

Ο δικαστής εκφράζεται ελεύθερα, εντός όμως των ορίων που επιβάλλει η δημόσια θέση του. Ειδικότερα στη δημόσια έκφρασή του ο δικαστής επιδεικνύει μετριοπάθεια, ώστε να μην υπονομεύει την αμεροληψία της δικαιοσύνης, στοιχείο απαραίτητο για την εμπιστοσύνη της κοινωνίας.

Προβαίνει σε ορθή χρήση των μέσων μαζικής ενημέρωσης και επικοινωνίας, αποβλέποντας μόνο στην καλύτερη κατανόηση από τους πολίτες της αποστολής της δικαιοσύνης και στην προβολή του ίδιου του θεσμού, τον οποίο υπηρετεί, χωρίς να πλήττει ούτε το Δικαστήριο ούτε τους συναδέλφους του, έστω και ανώνυμα, χωρίς να επιδιώκει την προαγωγή των προσωπικών του συμφερόντων, και εν τέλει χωρίς να εμφανίζεται, στο όνομα της ελευθερίας της έκφρασης, μεροληπτικός ή προκατειλημμένος.

Δεν σχολιάζει υποθέσεις που είναι πιθανόν να του ανατεθούν μελλοντικά, πολλώ δε μάλλον δεν κοινοποιεί δημοσίως πληροφορίες για τις υποθέσεις που χειρίζεται.

Τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο και το απόρρητο των διασκέψεων σε κάθε ανάρτησή του στο διαδίκτυο ή προσχώρησή του στα μηνύματα άλλων, καθώς οι ιστότο-ποι κοινωνικής δικτύωσης θεωρούνται κατ’ αρχήν δημόσιος χώρος, ανεξαρτήτως του είδους του ιστότοπου, της παραμετροποίησής του ή του αριθμού των επαφών του χρήστη. Χρησιμοποιεί τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με σύνεση και περίσκεψη αποφεύγοντας να αναρτά σχόλια ή απόψεις ή να επιδοκιμάζει ή αποδοκιμάζει απόψεις και σχόλια τρίτων, καθόσον οι ενέργειες αυτές ενδέχεται να πλήξουν ή να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία του και την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ανεξαρτησία του Δικαστηρίου. Αποφεύγει τη διατύπωση στα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, επικοινωνίας και κοινωνικής δικτύωσης σχολίων για πολιτικά, οικονομικά ή κοινωνικά και άλλα ευαίσθητα ζητήματα.

Οι αναρτήσεις σε αυτούς τους λογαριασμούς δεν θεωρούνται ιδιωτική αλληλογραφία, εκτός αν ο δικαστής έχει εκ των προτέρων φροντίσει (με την ορθή παραμετροποίηση) να περιορίζει την πρόσβαση στον λογαριασμό του σε περιορισμένο και αξιόπιστο κύκλο επαφών, καθώς επίσης να αποκλείει την εύρεση του λογαριασμού του στα αποτελέσματα των μηχανών αναζήτησης στο διαδίκτυο.

Ο δικαστής με παρουσία στα ψηφιακά δίκτυα αποφεύγει να τονίζει τη δικαστική του ιδιότητα όταν συμμετέχει σε διαδικτυακές συζητήσεις και μεριμνά για το περιεχόμενο των δημοσιεύσεων του και των μηνυμάτων προς άλλους χρήστες.

Αποφεύγει τη διατύπωση δημοσίως ή ιδιωτικώς γνώμης, σχολίου ή κριτικής, που αφορά σε πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με υποθέσεις, οι οποίες εκκρεμούν ή ενδέχεται να εισα-χθούν στο Δικαστήριο, έστω και αν δεν μετέχει ή δεν πρόκειται να μετάσχει στην εκδίκασή τους.

Επεξηγήσεις στο άρθρο 9

Η επίτευξη της αποτελεσματικότητας συνέχεται με: α) την αναγνώριση επαρκούς χρόνου ανάπαυσης του δικαστή κατ’ έτος, β) τον εφοδιασμό του με την κατάλληλη γραμματειακή υποστήριξη και υλικοτεχνική υποδομή, γ) την παροχή ευκαιριών εκπαίδευσης και επιμόρφωσης του, και δ) την αναγνώριση της σημασίας της ποιοτικής εργασίας παράλληλα με την ταχεία περαίωση των υποθέσεων.

Επεξηγήσεις στο άρθρο 10

Κατά την εκδίκαση των υποθέσεων αποφαίνεται χωρίς προκαταλήψεις, αφενός συμμορφούμενος με τις αρχές της δίκαιης δίκης και τους ισχύοντες κάθε φορά δικονομικούς κανόνες, αφετέρου επιδεικνύοντας σεβασμό και ισότιμη μεταχείριση στους διαδίκους και τους πληρεξουσίους τους. Ασκεί τα καθήκοντα του χωρίς πάσης φύσεως επιρροές και πιέσεις προερχόμενες από το εσωτερικό ή το εξωτερικό περιβάλλον του Δικαστηρίου και τηρεί μια αντικειμενική στάση για όλα τα ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει.

Επεξήγηση στο άρθρο 11

Αν και αυτονόητη, εν όψει όσων έχουν αναφερθεί στο Προοίμιο και στις Επεξηγήσεις, κρίθηκε χρήσιμο να επα-ναληφθεί εδώ η σημαντική αυτή διευκρίνιση.

Επεξηγήσεις στα άρθρα 12 και 13

Πρόκειται περί μέτρων εσωτερικής τάξεως. Η κατάθεση των δώρων αποτελεί έντονη σύσταση, χωρίς πρόβλεψη καμιάς κύρωσης.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο Πρόεδρος – ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΡΜΑΣ

Σχόλια