Ευθύνη αποζημίωσης του δημοσίου από έλλειψη προστασίας της ζωής και περιουσίας των πολιτών

Aπό βίαια επεισόδια ή έλλειψη αναγκαίων αστυνομικών μέτρων προστασίας..

0

Ευθύνη αποζημίωσης του δημοσίου[1] από έλλειψη προστασίας της ζωής  και  περιουσίας των πολιτών από βίαια επεισόδια ή έλλειψη αναγκαίων αστυνομικών μέτρων προστασίας..

ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ

«Το Σύνταγμα δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου». (ΣτΕ 2527/2019).

Ι.-ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ:

1.- Το δικαίωμα στη ζωή είναι θεμελιώδες δικαίωμα για την ανθρώπινη ύπαρξη.

Προστατεύεται στο 2ο άρθρο του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ενότητα της Αξιοπρέπειας: «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στη ζωή. 2.Κανείς δεν μπορεί να καταδικασθεί στην ποινή του θανάτου ούτε να εκτελεσθεί».

Είναι αναγνωρισμένο στο 3ο άρθρο της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα: «Κάθε άτομο έχει δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την προσωπική του ασφάλεια»

Στο άρθρο 6 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Πολιτικά Δικαιώματα αναγνωρίστηκε το «εγγενές δικαίωμα κάθε ανθρώπου να ζήσει. Αυτό το δικαίωμα πρέπει να προστατεύεται από το νόμο. Κανείς δεν θα αποστερηθεί τη ζωή του αυθαίρετα».

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), στο άρθρο 2 αυτής, ορίζει ότι: «1. Το δικαίωμα εκάστου προσώπου εις την ζωήν προστατεύεται υπό του νόμου (…)».

2.- Στο άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, στο δε άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., το οποίο κυρώθηκε, μαζί με την Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) ορίζεται ότι: “Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του…” Με τις ανωτέρω διατάξεις προστατεύεται η περιουσία του ατόμου, στην οποία περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, και τα ενοχικά δικαιώματα (ΣτΕ 1116/2014 Ολομ., 2115/2014 Ολομ.).

2.- Ο Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) στο άρθρο 105 ορίζει ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …». Κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου, γεννάται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση για ζημία, η οποία προκλήθηκε από την πλημμελή εκτέλεση ή την παράλειψη εκτελέσεως από τα όργανά του επιβεβλημένου σ’ αυτά εκ του νόμου καθήκοντος[2]. Περαιτέρω, κατά την έννοια της αυτής ως άνω διατάξεως, η υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση αίρεται στην περίπτωση που η γενεσιουργός της ζημίας πράξη ή παράλειψη[3] ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας έλαβε χώρα κατά παράβαση διατάξεως, η οποία έχει θεσπισθεί αποκλειστικά χάριν του γενικού συμφέροντος, όχι όμως και στην περίπτωση που η παραβιασθείσα διάταξη αποβλέπει, παραλλήλως με την προστασία του γενικού συμφέροντος, και στην προστασία δικαιώματος ή συμφέροντος των κατ’ ιδίαν προσώπων. Επίσης, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Εξάλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (βλ. Σ.τ.Ε. 1048-1049/2016, 4283/2014, 1590/2010, 1364/2008, 648/2008, 307/2007, 3706/2001, 3919/2001, 28/2000 κ.ά.).

ΙΙ. Η ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ

1.-Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικος, γεννάται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση για ζημία, η οποία προκλήθηκε από την πλημμελή εκτέλεση ή την παράλειψη εκτελέσεως από τα όργανά του του επιβεβλημένου σ’ αυτά εκ του νόμου καθήκοντος. Η υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση αίρεται στην περίπτωση που η γενεσιουργός της ζημίας πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας έλαβε χώρα κατά παράβαση διατάξεως, η οποία έχει θεσπισθεί αποκλειστικά χάριν του γενικού συμφέροντος, όχι όμως και στην περίπτωση που η παραβιασθείσα διάταξη αποβλέπει, παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, και στην προστασία δικαιώματος ή συμφέροντος των κατ’ ιδίαν προσώπων. (Βλ. ΣτΕ 1491/2010 1677/2008, 648/2008, 307/20

2.– Υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου των νομικών αυτών προσώπων παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κειμένη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστεως (Σ.τ.Ε. 2796/2006 7μ., 2741/2007, 1019/2008, 4133/2011 7μ, 2669/2015, 1608/2016)

3.-Δεν υφίσταται υποχρέωση αποζημίωσης όταν πρόκειται περί ασυνήθων περιπτώσεων που υπερβαίνουν τις δυνατότητες της αστυνομικής δυνάμεως και ανάγονται έτσι στην έννοια της ανωτέρας βίας (ΣτΕ 952/2010, 2741/2007 ,1048-1049/2016,Βλ όμως ΣτΕ 2875/2020 επίσης Α.Π. 106/1969, 1616/198).

4.- Η πράξη ή η παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Σ.τ.Ε. 334/2008 7μ.,1019/2008, 1243/2010, 424, 1219/2012, 3362/2013, 2668/2015, 710/2016, 2091/2017 κ.ά.).

  1. Στην περίπτωση κατά την οποία τα αστυνομικά όργανα, αν και επεμβαίνουν και επιχειρούν, δεν λαμβάνουν κανένα συγκεκριμένο μέτρο για να προστατεύσουν την περιουσία του πολίτη, η επιλογή της αποχής τους από κάθε ενέργεια ειδικώς προς τον σκοπό της προστασίας του ανωτέρω αγαθού συνιστά υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειάς τους και για τον λόγο αυτό είναι παράνομη.(ΣτΕ 1972/2021)

.5. Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ  ΓΙΑ ΖΗΜΙΕΣ ΑΠΟ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ  

Ειδικότερα η νομολογία έχει δεχθεί:

5.1.-Στις 24 Σεπτεμβρίου 1998, ομάδες αναρχικών διαδηλωτών, αφού πραγματοποίησαν συγκέντρωση και πορεία διαμαρτυρίας, κατέλαβαν το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και, ακολούθως, κατά τις βραδυνές ώρες, προκλήθηκαν σοβαρά επεισόδια, με αποτέλεσμα να υποστούν σημαντικές καταστροφές πολλά από τα καταστήματα της περιοχής, μεταξύ των οποίων και το κατάστημα της αναιρεσιβλήτου εταιρείας (επιχείρηση πωλήσεως ενδυμάτων) επί της οδού Στουρνάρη. Το ΣτΕ με την 28/200 Απόφαση του  έκρινε ότι σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 και 3 του ν. 1481/1984 (φ. 152), ο κλάδος αστυνομίας τάξης (ο οποίος, κατά το άρθρο 2 του νόμου αυτού, ανήκει στις κεντρικές υπηρεσίες του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως) έχει ως ειδικότερη αποστολή, εκτός άλλων, την “απρόσκοπτη κοινωνική διαβίωση των πολιτών” καθώς και την “προστασία των ατομικών ελευθεριών του πολίτη”, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Έτσι, η διάταξη αυτή, παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, αποβλέπει και στην προστασία των περιουσιών των καθ’ έκαστον ατόμων, ως εκ τούτου δε, η παραβίασή της από κρατικά όργανα, με πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας τους, δύναται να στοιχειοθετήσει, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγουμένη σκέψη, υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα[4]. (πρβ. Σ.τ.Ε. 1364/2008, 1677/2008). Η διάταξη αυτή, παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, αποβλέπει και στην προστασία των περιουσιών των καθ’ έκαστον ατόμων, ως εκ τούτου δε, η παραβίασή της από κρατικά όργανα, με πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας τους, δύναται να στοιχειοθετήσει, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγουμένη σκέψη, υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.

5.2.-Με την απόφαση 1364/2008 του ΣτΕ αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του ΄δημοσίου  να καταβάλει αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., για τις προκληθείσες ζημίες στην περιουσία εταιρείας  από τις επιθέσεις των διαδηλωτών, κατά την επέτειο του Πολυτεχνείου, την 17η-11-1989.

5.3.-Με τις 1964 έως 1972/2021 Αποφάσεις του ΣτΕ επισημαίνεται ότι : «Η προστασία της περιουσίας των πολιτών από βιαία επεισόδια που εκδηλώνονται στο πλαίσιο οποιασδήποτε μορφής μαζικής κινητοποίησης πολιτών αποτελεί υποχρέωση των αστυνομικών οργάνων, η εκπλήρωση της οποίας δεν εναπόκειται στην διακριτική τους ευχέρεια. Επομένως, αν τα αστυνομικά όργανα παραλείψουν παντελώς να επέμβουν για να προστατεύσουν την περιουσία του πολίτη η οποία απειλείται, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, η παράλειψη αυτή είναι παράνομη και συνεπώς συντρέχει η απαιτούμενη για την θεμελίωση αστική ευθύνη του Δημοσίου». ΟΙ Αποφάσεις αυτές έκριναν ότι: ««διακριτική ευχέρεια διαθέτουν τα αστυνομικά όργανα μόνο ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα ενεργήσουν, δηλαδή ως προς την επιλογή του είδους των μέτρων που πρέπει να λάβουν προς εκπλήρωση της υποχρέωσης τους, δυνάμενα -κατόπιν εκτίμησης- να επιλέξουν και να εφαρμόσουν το καταλληλότερο για την συγκεκριμένη περίπτωση επιχειρησιακό σχέδιο. Στην ειδικότερη περίπτωση κατά την οποία τα αστυνομικά όργανα αν και επεμβαίνουν και επιχειρούν, δεν λαμβάνουν κανένα συγκεκριμένο μέτρο για να προστατεύσουν την περιουσία του πολίτη, η επιλογή της αποχής τους από κάθε ενέργεια, ειδικώς προς το σκοπό του αγαθού της περιουσίας, συνιστά υπέρβαση των άκρων ορίων της ευχέρειας τους και για το λόγο αυτό είναι παράνομη».

Η προβληματική μας είναι ότι τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για την προστασία της περιουσίας, να μην αφορούν ασυνήθεις περιπτώσεις όπως έχει κριθεί σε άλλες αποφάσεις του

Στις 1964 έως 1972/2021 Αποφάσεις του ΣτΕ αναφέρεται στα στοιχεία που συνιστούν την προβλεψιμότητα των βίαιων επεισοδίων μεγάλης έντασης και έκτασης με ζημιογόνες συνέπειες. Βίαια επεισόδια, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και ιδίως με βάση τις κρατούσες κάθε φορά κοινωνικές συνθήκες, «αποτελούν συνήθη ή τουλάχιστον δεν αποτελούν ασυνήθη κατάσταση» τη στιγμή μάλιστα που υπάρχουν πληροφορίες ή σοβαρές ενδείξεις για «μαζική κινητοποίηση εξαγριωμένων ή αγανακτισμένων πολιτών ή κοινωνικών ομάδων».

Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, προσθέτουν οι με  1964 έως 1972/2021 Αποφάσεις του ΣτΕ, «η είδηση θανάτου ανηλίκου στην περιοχή των Εξαρχείων από πυροβολισμό αστυνομικού είναι λίαν πιθανό έως αναμενόμενο να προκαλέσει έντονη κοινωνική αντίδραση, να οδηγήσει σε άμεση μαζική κινητοποίηση πολιτών στα αστικά κέντρα και συνακόλουθα να πυροδοτήσει ανά πάσα στιγμή κοινωνική έκρηξη». Αναφέρεται  στις 1964 έως 1972/2021 Αποφάσεις του ΣτΕ, ότι «πολλώ μάλλον δεν συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας, βίαια επεισόδια και βανδαλισμοί που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο προγραμματισμένης πορείας διαμαρτυρίας όταν το ίδιο γεγονός που πυροδότησε την διαμαρτυρία έχουν ήδη λάβει χώρα βίαια περιστατικά μεγάλης έντασης και έκτασης, καθώς και εκτεταμένες φθορές και καταστροφές είτε στην ίδια περιοχή είτε σε άλλη, εφόσον ανά πάσα στιγμή μια τέτοια εξέλιξη είναι αναμενόμενη με μεγάλη πιθανότητα και άρα είναι δυνατόν να προβλεφθεί και να αποτραπεί με άμεση ενέργεια και λήψη όλων των ενδεδειγμένων μέτρων, λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας των αστυνομικών οργάνων να επιβάλλουν περιορισμούς στην διεξαγωγή συγκεντρώσεων ή συναθροίσεων ή να διυλίσουν συγκεντρώσεις και συναθροίσεις οι οποίες εκ του ότι εκτρέπονται σε πράξεις βίας κατά προσώπων είναι παράνομες».

  1. Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΘΑΝΑΣΙΜΟ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟ ΑΠΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥΣ

To δικαίωμα στη ζωή, όπως αυτό προστατεύεται με το άρθρο 2 παρ. 1 της κυρωθείσης με το ν. δ/γμα 53/1974 (Α 256) Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), σύμφωνα με το οποίο «το δικαίωμα εκάστου προσώπου εις την ζωήν προστατεύεται υπό του νόμου», με το άρθρο 6 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 (Α 25) Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και του Δευτέρου Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα σχετικού με την κατάργηση της ποινής του θανάτου, σύμφωνα με το οποίο «Το δικαίωμα στη ζωή είναι εγγενές στον άνθρωπο. Το δικαίωμα αυτό πρέπει να προστατεύεται από το νόμο».

6.1.-Στην απόφαση 320/2022 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών την υπόθεση αποζημίωσης της οικογένειας του άτυχου 11χρονου Μ Σ που έχασε τη ζωή του από αδέσποτη σφαίρα ενώ βρισκόταν στο προαύλιο του σχολείου στις 8 Ιουνίου του 2017. Κρίθηκε ότι η παράλειψη μέτρων προστασίας από τα αστυνομικά όργανα  και την λήψη προληπτικών μέτρων  για τον έλεγχο της εγκληματικότητάς στοιχειοθετείται, εν προκειμένω, ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ βλ  ΣΚΈΨΗ 10. «…Επειδή, με δεδομένα τα ανωτέρω εκτεθέντα, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι το ένδικο τραγικό συμβάν συνέβη κατά τη διάρκεια σχολικής εκδήλωσης στο 6ο Δημοτικό σχολείο, το οποίο βρίσκεται σε περιοχή αυξημένης επικινδυνότητας, γεγονός που δεν αμφισβητείται από το εκκαλούν, αφού γειτνιάζει με τις δυο χαρτογραφημένες ως πλέον επικίνδυνες περιοχές του Δήμου Αχαρνών, η εγκληματικότητα των οποίων μάλιστα εκφεύγει των ορίων τους (βλ. σχετικώς την αναφερόμενη στη Δ.Ε. Αχαρνών περιγραφή της κατάστασης, στα προαναφερθέντα επιχειρησιακά σχέδια της αστυνομίας), κρίνει ότι το εναγόμενο παρέλειψε να λάβει, δια των αστυνομικών οργάνων του, τα προσήκοντα αποτελεσματικά μέτρα προστασίας της περιοχής, όπου βρισκόταν το σχολικό συγκρότημα. Ειδικότερα, τα αστυνομικά όργανα παρέλειψαν ή σε κάθε περίπτωση, δεν εφάρμοσαν ορθά και αποτελεσματικά, τα προληπτικά μέτρα για τον έλεγχο της εγκληματικότητας της περιοχής, που είχαν εκπονηθεί με τους ανωτέρω Επιχειρησιακούς Σχεδιασμούς με σκοπό να αποθαρρύνουν την εκδήλωση εγκληματικών ενεργειών, μεταξύ των οποίων και την παράνομη και άσκοπη χρήση όπλων. Ήτοι, να διαθέσουν ικανό αριθμό αστυνομικών μονάδων κατάλληλα εκπαιδευμένων σε ενισχυμένες εποχούμενες και πεζές περιπολίες καθόλη τη διάρκεια του 24ώρου, με εντατικοποίηση κατά τη διάρκεια των νυχτερινών ωρών, και ειδικότερα πλησίον σχολικών μονάδων, ενόψει και του γεγονότος ότι υπήρχαν ήδη σχετικά εγκληματικά περιστατικά από αδέσποτες βολίδες, ώστε να είναι πρόσφορα και ικανά να αποτρέψουν ένα ακόμα εγκληματικό περιστατικό. Τα μέτρα που λήφθηκαν, κατά του ισχυρισμούς του εκκαλούντος, αποδείχθηκαν ανεπαρκή. Περαιτέρω, η ανωτέρω παράλειψη εντός και περιμετρικά των Τομέων αυξημένης εγκληματικότητας Α΄ και Β΄, συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο συμβάν, καθόσον η αστυνόμευση και φύλαξη της περιοχής θα ήταν ικανή και πρόσφορη, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να αποθαρρύνει την εκδήλωση εγκληματικών ενεργειών, μεταξύ των οποίων και την παράνομη και άσκοπη χρήση όπλων, πλησίον των σχολείων της επίμαχης περιοχής, και επομένως να αποτρέψει το ένδικο τραγικό συμβάν. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Δημοσίου, ότι δεν συντρέχει η παρανομία την οποία δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, καθόσον τα αστυνομικά όργανα, έλαβαν στο πλαίσιο της διακριτικής τους ευχέρειας, τα ενδεδειγμένα, κατά την κρίση τους, μέτρα προς αντιμετώπιση των εγκληματικών περιστατικών της περιοχής, χωρίς να αποδεικνύεται ότι έκαναν κακή χρήσης της ευχέρειας αυτής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, η αναγκαιότητα λήψης αστυνομικών μέτρων πρόσφορων και αποτελεσματικών για την προστασία της περιοχής αυτής και ειδικά των σχολικών συγκροτημάτων, που, όπως είναι κοινώς γνωστό, αποτελούν χώρο συγκέντρωσης ατόμων με παραβατική συμπεριφορά ( όπως διάθεση ναρκωτικών ουσιών, επίλυση θεμάτων «αντίπαλων ομάδων»), ενόψει της ύπαρξης παρόμοιων βίαιων περιστατικών στο πρόσφατο παρελθόν, της ανθεκτικότητας που παρουσίαζε η εγκληματικότητα τα τελευταία χρόνια παρά τα εκπονηθέντα επιχειρησιακά μέτρα, αλλά και το φαινόμενο της ευρείας κατοχής και χρήσης όπλων στην περιοχή, είναι προφανής, καθιστώντας παράνομη την παράλειψη λήψης αυτών, ως τελούμενη καθ’ υπέρβαση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στην αστυνομία προς επιλογή των εκάστοτε ενδεικνυόμενων μέτρων αστυνόμευσης. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί περί έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου, ανωτέρας βίας, μεσολάβησης αναπότρεπτης ενέργειας τρίτου και θεμελίωσης ευθύνης εκ του αποτελέσματος τυγχάνουν ομοίως απορριπτέοι, ενόψει όλων των ανωτέρω. Εξάλλου, και τα λοιπά περιστατικά εγκληματικότητας, αποδεικνύουν έλλειψη κατάλληλου σχεδιασμού και πλημμελή άσκηση των καθηκόντων των οργάνων της Ελληνικής Αστυνομίας και όχι τη συνδρομή τυχαίου γεγονότος ή γεγονότος που οφείλεται σε ανώτερη βία. Η πλημμελής αυτή άσκηση των καθηκόντων των αστυνομικών οργάνων οδήγησε ευθέως και αμέσως στο ένδικο γεγονός και συνεπώς τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς το τραγικό συμβάν. Συνεπώς, ενόψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι στοιχειοθετείται, εν προκειμένω, ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, όπως ορθά, αν και με άλλη αιτιολογία, έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, απορριπτόμενων ως αβάσιμων, όλων των περί του αντιθέτου λόγων του εκκαλούντος….»

Θεωρώ άξιο επισήμανσης ,ότι στο πλαίσιο της «υπερασπιστικής του γραμμής»  το ΝΣΚ[5]   ισχυρίστηκε ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί μεταξύ άλλων γιατί :  «εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δε στάθμισε 1) ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του ΜΣ δεν προκλήθηκε από ενέργεια οργάνου του ελληνικού Δημοσίου 2)  το γεγονός ότι δεν έλαβαν εν προκειμένω χώρα παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των αστυνομικών οργάνων 3) ο σκοπός της χρηματικής ικανοποίησης είναι ηθική παρηγοριά και η ψυχική ανακούφιση και όχι η αποζημίωση του παθόντος και πολύ περισσότερο ο πλουτισμός του και 4) την παγκοσμίως γνωστή δριμεία δημοσιονομική κρίση της χώρας που διαμορφώνει το γενικότερο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον και η οποία επιδρά αναπόφευκτα στο ποσό που κατ’ εύλογη κρίση απαιτείται για την ηθική παρηγοριά και ψυχική άνω ανακούφιση του ζημιωθέντος προσώπου, αφού το πρόσωπο αυτό εντάσσεται στο συγκεκριμένο ως άνω περιβάλλον».

6.2  Στην απόφαση ΤρΔΕφΑθηνών  3527-3528/2020 που  αφορά επιδίκαση αποζημιώσεως  ΑΠΟ  θανάσιμο  τραυματισμό  αμέτοχου πολίτη που επήλθε από πυροβολισμούς αστυνομικού οργάνου κατά τη διάρκεια συμπλοκής. Κρίθηκε ότι προήλθε από αποκλειστική υπαιτιότητα του αστυνομικού οργάνου το ζημιογόνο γεγονός και ότι υφίσταται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου[6] λόγω παράνομης πράξης του αστυνομικού οργάνου «(ανταπόδοση πυροβολισμών)» «…διότι θα μπορούσε να αποτραπεί, αν ο αστυνομικός επεδείκνυε επιμέλεια και σύνεση…» «…ανεξαρτήτως του αν τα αστυνομικά όργανα ενήργησαν, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την προβαλλόμενη από μέρους των κακοποιών αντίσταση, μέσα στα όρια της νόμιμης διοικητικής δράσης τους, δηλαδή της διαφύλαξης της κοινωνικής γαλήνης και της προστασίας των πολιτών, εν προκειμένω έλαβε χώρα παράνομη πράξη του προαναφερομένου αστυνομικού οργάνου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του και, ως εκ τούτου, στοιχειοθετείται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, κατ’ άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ.»

Με την απόφαση ΤρΔΠρΠειρ 1031/2009  έγινε δεκτή εν μέρει αγωγή αστυνομικού της ΕΛ.ΑΣ. και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση κατ’ άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., το ποσό των*για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας τραυματισμού του, ο οποίος επήλθε από παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου που έλαβαν χώρα κατά την αστυνομική επιχείρηση καταδίωξης «…αποτελούσε παραβίαση του γενικότερου υπηρεσιακού καθήκοντος των αστυνομικών οργάνων να διαφυλάττουν, κατά την εκτέλεση της ανατιθέμενης υπηρεσίας τους, τα υπέρτερης αξίας συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των πολιτών και των λοιπών αστυνομικών οργάνων..»

6.3.-Στην απόφαση 2951/2020 του ΣτΕ κρίθηκε ότι «…το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, δηλαδή ο θανάσιμος τραυματισμός του Κ Β, συνδέεται αιτιωδώς με τις ως άνω παράνομες παραλείψεις των ανωτέρω οργάνων του Δημοσίου, οι οποίες γεννούν ευθύνη του προς αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ…»  Σαν παράνομες παραλείψεις δέχθηκε τα εξής: « α) O αναπληρωτής Διοικητής του Τ.Μ.Δ. * παρόλο που είχε ενημερωθεί για την επικινδυνότητα του κρατούμενου * από τους αρμόδιους υπαλλήλους των Φυλακών Κέρκυρας, καθόσον στην εξωτερική πλευρά του φακέλου που τον συνόδευε είχε αναγραφεί η ένδειξη «προσοχή λίαν επικίνδυνος – ύποπτος απόδρασης» με τη λέξη «λίαν» να έχει συμπληρωθεί χειρόγραφα από τον αρμόδιο υπάλληλο (γραμματέα) των Φυλακών Κέρκυρας και να έχει υπογραμμισθεί δύο φορές από τον ίδιο, δεν ενήργησε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 και 144 παρ. 9 και 10 του π.δ. 141/1991, δηλαδή δεν έλαβε τα ανάλογα με τον απειλούμενο κίνδυνο μέτρα και συγκεκριμένα δεν διέθεσε δύο συνοδούς αστυνομικούς για τη μεταγωγή των ανωτέρω κρατουμένων, δεν εφοδίασε τον αρχιφύλακα ΚΒ με αλεξίσφαιρο γιλέκο, ούτε έλαβε πρόσθετα μέτρα λόγω της επικινδυνότητας του κρατούμενου *, όπως π.χ. να εφοδιάσει τους συνοδούς με πρόσθετο οπλισμό και β) ο ανθυπαστυνόμος, ο οποίος στις 30.12.2005 εκτελούσε χρέη αξιωματικού υπηρεσίας στο Τ.Μ.Δ. *, δεν επιβεβαίωσε, όπως όφειλε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 60 παρ. 3 του π.δ. 141/1991, ότι ο αριθμός των συνοδών ήταν κανονικός, δηλαδή ο προβλεπόμενος από τον νόμο, δεδομένης της επικινδυνότητας του κρατούμενου *, καθώς και το αν είχαν ληφθεί όλα τα απαιτούμενα για τη συγκεκριμένη περίπτωση πρόσθετα μέτρα ασφαλείας, ούτε έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για την πρόληψη της αποδράσεως των μεταγομένων..»

Στην 948/2020 Απόφαση του ΣτΕ κρίθηκε ότι ο τραυματισμός του αστυνομικού οφειλόταν σε παραλείψεις του Διοικητή ΙΛ κατά τον σχεδιασμό της επιχείρησης, οι οποίες τελούσαν  σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα ζημία.

 

ΙΙΙ.ΕΠΙΛΟΓΟΣ:

Στο Κατά την έννοια της διατάξεως άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνο από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από τη μη νόμιμη παράλειψη εκδόσεως εκτελεστής διοικητικής πράξεως, αλλά και από υλικές ενέργειες των οργάνων των δημοσίων υπηρεσιών, στις περιπτώσεις βεβαίως που οι υλικές αυτές ενέργειες απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών αυτών, όχι δε και όταν συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε έξω από τον κύκλο των υπηρεσιακών καθηκόντων του (ΣτΕ 842/98, 3045/92 Ολ 2172/2000, 2774/99, 3308/96) Ευθύνη του Δημοσίου συντρέχει, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν διά σχετικής πράξεως ή παραλείψεως οργάνου της Διοικήσεως παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου αλλά και όταν παραλείπονται τα εκ της κειμένης εν γένει νομοθεσίας και κανονισμών αλλά και τα κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστεως προσιδιάζοντα σε συγκεκριμένη υπηρεσία ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις (πρβλ. ΣτΕ 4776, 347/97). Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του δημοσίου οργάνου και της ζημίας που επήλθε. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη αυτής εκ μέρους του οργάνου του Δημοσίου είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Σ.τ.Ε. 4410/2015, 2271/2013 7μ, 877/2013 7μ, 473/2011, 322/2009 7μ, 1002/2008, 334/2008 7μ, πρβ. Α.Π. 425/2006, 394/2002).

[1] Βλ αναλυτικά Αντώνη Αργυρού. «Αστική ευθύνη του Δημοσίου και το δικαίωμα αποζημίωσης (έκδοση της «Νομική Βιβλιοθήκη») 2021

[2] Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με την υπ΄ αριθμ 2953/2015 απόφασή του, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση (Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών 17419/2014) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, στους συγγενείς του 52χρόνου αστυνομικού διευθυντή Γ.Β, υπασπιστή του πρώην υπουργού Δημόσιας Τάξης Μιχ., από τον θάνατό του, όταν ανοίγοντας μια παγιδευμένη επιστολή εξερράγη, με αποτέλεσμα να βρει τραγικό θάνατο. Κρίθηκε ότι υπάρχει ««παράλειψη οφειλόμενης υλικής ενέργειας των αρμοδίων ελεγκτικών οργάνων, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα του θανάτου»

[3] Βλ την ΣτΕ1438/2021. Βλάβη της υγείας από τραυματισμό σε τροχαίο ατύχημα, οφειλόμενο, , σε παράνομες πράξεις και παραλείψεις οργάνων των ΔΗΜΟΥ και, ειδικώτερα, σε παράλειψη τοποθετήσεως προστατευτικών μέσων σε γέφυρα και καταλλήλου σημάνσεως οδού.

[4] Με την 322/2009 Απόφαση του ΣτΕ έκρινε το ζήτημα του δικαιώματος αποζημιώσεως από το δημόσιο, απαχθέντος επιχειρηματία για την απελευθέρωση του οποίου κατελήφθησαν λύτρα

[5] Δεν είναι δυνατόν να παραβιάζεται τόσο κατάφορα «το καθήκον της αληθείας» από το Ελληνικό Δημόσιο !

[6]Αξίζει να επισημάνουμε ότι όπως αναφέρει η Απόφαση «… το Ελλ. Δημόσιο, με την έκθεση των επί της αγωγής απόψεων και με το υπόμνημα που κατέθεσε, αρνήθηκε την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των ενεργειών των αστυνομικών οργάνων και του θανάτου του …, υποστήριξε ότι ο θάνατός του οφειλόταν σε συνυπαιτιότητά του κατά ποσοστό 95%..»!!!