ΔΕΚ: Θετική γνώμη για τους χονδρεμπόρους φαρμάκων και το παράλληλο εμπόριο

0

Ο γενικός εισαγγελέας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Νταμάσο Ρουίθ Γιαράμπο υποστηρίζει ότι αποτελεί καταχρηστική συμπεριφορά η άρνηση της φαρμακευτικής εταιρείας με δεσπόζουσα θέση στην αγορά, GlaxoSmithKline plc να ικανοποιήσει τις παραγγελίες των χονδρεμπόρων προκειμένου να περιορίσει το παράλληλο εμπόριο φαρμάκων.

Η υπόθεση αφορά την επιχείρηση GlaxoSmithKline plc, η οποία διανέμει στην Ελλάδα µέσω της θυγατρικής της GSK ΑΕΒΕ ορισμένα σκευάσματα για τα οποία κατέχει δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (Imigran για την ηµικρανία, Lamictal για την επιληψία και Serevent για το άσθµα).

Για πολλά χρόνια τώρα, οι εκκαλούσες εταιρίες (μεσάζοντες χονδρέμποροι) αγοράζουν τα εν λόγω φάρμακα προκειμένου να εφοδιάσουν, στη συνέχεια, την ελληνική αγορά, καθώς και την αγορά άλλων χωρών (Γερµανία και Ηνωμένο Βασίλειο), όπου το επιστρεφόµενο στους ασθενείς ποσό ανά φάρµακο υπερβαίνει κατά πολύ το αντίστοιχο ποσό στην Ελλάδα.

Το 2000, η GSK μετέβαλε το σύστημα της διανομής στην Ελλάδα και έπαυσε να εκτελεί τις παραγγελίες των χονδρεµπόρων, χρησιµοποιώντας την εταιρία Farmacenter AE για τον εφοδιασµό των νοσοκοµείων και των φαρµακείων.

Η διαφορά που ανέκυψε οδήγησε ήδη σε μια πρώτη υποβολή προδικαστικού ερωτήματος ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ενώπιον των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων, η Σωτήρης Λέλος και Σία και άλλοι χονδρέµποροι υποστήριξαν ότι η διακοπή εφοδιασµού από την GSK και η διάθεση των φαρµάκων στο εµπόριο µέσω της Farmacenter συνιστούσαν πράξεις αθέµιτου ανταγωνισµού και κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσεως της GSK.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών υπέβαλε, τότε, μια σειρά προδικαστικών ερωτημάτων σε σχέση µε το κοινοτικό δίκαιο ανταγωνισµού και την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως, καθώς και µε τις παράλληλες εξαγωγές φαρµάκων από την Ελληνική Δημοκρατία προς άλλα κράτη µέλη.

Σύμφωνα µε τον γενικό εισαγγελέα, η ευρωπαϊκή αγορά φαρµάκων είναι µία ατελής αγορά, η οποία παρουσιάζει περιορισµένο βαθμό εναρμονίσεως και χαρακτηρίζεται από την κρατική παρέµβαση στις τιμές και στα δημόσια συστήματα καλύψεως των φαρμακευτικών δαπανών και από την υποχρέωση εφοδιασµού και στην οποία τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας δημιουργούν εύκολα δεσπόζουσες θέσεις για τους φορείς των σχετικών δικαιωμάτων.

Σύμφωνα µε ορισμένες αποφάσεις του Δικαστηρίου, µία συμπεριφορά όπως αυτή της GSK θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από την προστασία των νόμιμων εμπορικών της συμφερόντων. Στη συγκεκριμένη, όµως, υπόθεση, ο γενικός εισαγγελέας δεν δέχεται την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της απώλειας εσόδων λόγω του παράλληλου εμπορίου και του περιορισμού των επενδύσεων του παραγωγού στην έρευνα και ανάπτυξη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τη γνώμη του γενικού εισαγγελέα, προσφέρει ευνοϊκό περιβάλλον στις επιχειρήσεις και τις ενθαρρύνει μειώνουν τις δαπάνες έρευνας και αναπτύξεως µέσω της απαλλαγής ανά κατηγορία των οριζόντιων συμφωνιών τέτοιας φύσεως.

Τέλος, ο γενικός εισαγγελέας προτείνει να παρέχεται στις επιχειρήσεις µε δεσπόζουσα θέση η δυνατότητα να αποδεικνύουν την οικονομική αποτελεσματικότητα της φερόμενης ως καταχρηστικής συμπεριφοράς τους.

Εν προκειμένω θεωρεί ότι δυστυχώς –πλην των αρνητικών συνεπειών του παράλληλου εμπορίου – η GSK δεν ανέφερε κανένα θετικό αποτέλεσμα του περιορισμού που επέβαλε στις παραδόσεις φαρµάκων προς τους χονδρεµπόρους.

Ως εκ τούτου, ο γενικός εισαγγελέας προτείνει το Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήµατα ότι η άρνηση μιας επιχειρήσεως µε δεσπόζουσα θέση να ικανοποιήσει πλήρως τις παραγγελίες που της απευθύνουν οι χονδρέµποροι φαρµάκων, η οποία οφείλεται στην πρόθεσή της να περιορίσει τη ζηµία που της προκαλεί το παράλληλο εµπόριο, αποτελεί καταχρηστική συµπεριφορά.

Σχόλια