Δ. Κατσαρός: Επικίνδυνες για το κράτος δικαίου και τα δικαιώματα των πολιτών πολλές από τις διατάξεις του σχεδίου νόμου

0

«Η επίκληση της δίκαιης δίκης και της επιτάχυνσης  είναι προσχηματική και στην πραγματικότητα επιχειρείται, με το πρόσχημα της δήθεν επιτάχυνσης, να περιορισθεί και να φαλκιδευθεί ουσιωδώς το δικαίωμα πρόσβασης σε Δικαστήριο και σε δίκαιη δίκη καθώς και να απομειωθούν οι εγγυήσεις της ΕΣΔΑ, για εισπρακτικούς σκοπούς.» Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας κ. Δ. Κατσαρού, στο κείμενο της  τεκμηριωμένης εισήγησής του προς τον Πρόεδρο της Συντονιστικής Επιτροπής των Δικηγορικών Συλλόγων κ. Ι. Αδαμόπουλο, επί του σχεδίου νόμου για τη «Δίκαιη Δίκη» και την «αντιμετώπιση των φαινομένων αρνησιδικίας». 

Ο κ.Κατσαρός έχει συγκεντρώσει τις παρατηρήσεις του επί των βασικοτέρων άρθρων του σχεδίου νόμου, σε ένα κείμενο το οποίο αποτελεί προϊόν συνεργασίας του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας και του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων, ενώ ελήφθησαν υπόψη και παρατηρήσεις των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ηρακλείου και Χαλκίδας.

 
Ειδικότερα:

Σχετικά με το άρθρο 3, για το διαζύγιο σημειώνει χαρακτηριστικά ο κ. Κατσαρός:

α) Με τη ρύθμιση αυτή ο γάμος λύεται και με κοινή συμφωνία των συζύγων, που υπογράφεται και από τους πληρεξούσιους Δικηγόρους και υποβάλλεται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο!!!

β) Το Δικηγορικό Σώμα δεν είναι νοητό να αποδεχθεί τη ρύθμιση αυτή, διότι θα δοθεί η εντύπωση ότι η αντίθεσή του στη «μεταφορά» της συναινετικής λύσης του γάμου στους συμβολαιογράφους ήταν προσχηματική και άκρως συντεχνιακή.

γ) Περαιτέρω, με τη ρύθμιση αυτή εξομοιώνεται ο εντόνου νομοθετικού ενδιαφέροντος και δημοσίας τάξεως θεσμός του γάμου με το «σύμφωνο συμβίωσης», σε ό, τι αφορά τη λύση του, κατά παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1, 21 παρ. 1 του Συντ., 12 και 14 της ΕΣΔΑ και 9, 20, 21 του Χ.Θ.Δ. της Ε.Ε.

δ) Συνεπώς η ρύθμιση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικηγορικό Σώμα.

Συνεχίζοντας ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας  σχολιάζει με τα άρθρα 25,33 παρ 1, και 36 του νομοσχεδίου τα οποία αφορούν στην αναπροσαρμογή ποσών (για τον  κακουργηματικό χαρακτήρα των αδικημάτων  που  αναφέρονται στις διατάξεις αυτές).

α) Με τις ρυθμίσεις των άρθρων  25, 33 παρ. 1 και 36 του σ.ν. κακουργηματικές πράξεις  (δωροδοκία βουλευτή κ.λ.π., πλαστογραφία, παθητική δωροδοκία, ενεργητική δωροδοκία, δωροδοκία δικαστή, ψευδής βεβαίωση, νόθευση δημοσίου εγγράφου, απιστία σχετική με την υπηρεσία, υπεξαίρεση στην υπηρεσία, διακινδύνευση ασφάλειας τηλεφωνικών επικοινωνιών, διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής, υπεξαίρεση, απάτη, απιστία, απάτη σε βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και απάτη, απιστία κ.λ.π. σε βάρος του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. κ.λπ.) μετατρέπονται σε πλημμελήματα, γεγονός που σε κάποιες περιπτώσεις, ισοδυναμεί με αθώωση των δραστών αυτών λόγω παραγραφής.

β) Παρότι στο κείμενο του σ.ν. δεν αναφέρεται αν καταλαμβάνονται και οι εκκρεμείς υποθέσεις και δεν αναφέρεται το περιεχόμενο των μεταβατικών διατάξεων, στην αιτιολογική έκθεση του σ.ν. υπό το άρθρο 25, αναφέρεται ότι οι εκκρεμείς υποθέσεις δεν καταλαμβάνονται από την ισχύ των νέων διατάξεων.

γ) Οι συντάκτες των ανωτέρω διατάξεων τελούν σε γνώση ότι οι διατάξεις αυτές καταλαμβάνουν και τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ τους, ως ευνοϊκότερες. Για το λόγο αυτό επιχειρούν να δικαιολογήσουν την εξαίρεση των εκκρεμών υποθέσεων από την ισχύ των νέων διατάξεων επικαλούμενοι νομολογία του Α.Π. (που αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση υπό το άρθρο 25) σχετικά με την έννοια του άρθρου 7 του Συντάγματος.

δ) Σύμφωνα όμως με τη νομολογία του ΔΕΚ και του ΕΔΔΑ, η αναδρομική εφαρμογή του επιεικέστερου ποινικού νόμου καταλαμβάνει και τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ των επιεικέστερων ποινικών διατάξεων, σύμφωνα με γενική αρχή του πρωτογενούς ενωσιακού Δικαίου και του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ (βλ. ΔΕΚ αποφ. της 11-03-2008, C-420/2006 σκέψη 59, βλ. και άρθρο 49 παρ. 1, εδαφ. γ του Χ.Θ.Δ. της Ε.Ε., π.ρ.β.λ. και ΣτΕ 815/2010, 4160/2009, Διοικ. Εφ. Κομ. …/2010 κ.ά.)

ε) Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η επικαλούμενη νομολογία του Α.Π. είναι ξεπερασμένη και, ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι οι ανωτέρω διατάξεις, ως επιεικέστερες, καταλαμβάνουν και τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ τους.

στ) Συνεπώς οι ανωτέρω ρυθμίσεις «αναδύουν και οσμή συγκεκαλυμμένης αμνηστίας».

ζ) Εκείνο όμως που πραγματικά «εντυπωσιάζει» είναι η δικαιολόγηση» των ως άνω ρυθμίσεων, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση υπό το άρθρο 25. Συγκεκριμένα στην αιτ. εκθ. αναφέρονται τα εξής: «Τα προβλεπόμενα χρηματικά όρια για την αναγωγή πλημμεληματικών πράξεων σε κακουργήματα … πρέπει αναγκαίως να αναπροσαρμοσθούν ώστε να βρίσκονται σε αντιστοιχία με τα σημερινά δεδομένα των συναλλαγών. Η αναπροσαρμογή αυτή συνιστά αναγκαίο μέτρο ποινικού εξορθολογισμού, αφού με τα ισχύοντα όρια παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, καθώς πράξεις χωρίς ανάλογα σημαντικό περιουσιακό αντικείμενο καθίστανται κακουργηματικές. Με την αναπροσαρμογή επιταχύνεται η ελάφρυνση της κύριας ανάκρισης και των εφετείων κακουργημάτων, που είναι ιδιαιτέρως επιβαρυμένα…».

η) Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο νομοθέτης «ομολογεί» ότι η αναγωγή σε κακούργημα μιας πράξης, το υλικό αντικείμενο της οποίας είναι κατώτερο των 300.000 ευρώ τουλάχιστον, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Συνεπώς και οι ρυθμίσεις του Ν. 3943/2011 που μετατρέπουν το αδίκημα  της μη καταβολής Φ.Π.Α. ύψους άνω των 75.000 ευρώ σε κακούργημα, καθώς και οι «προτάσεις» για μετατροπή του πλημμελήματος της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών στο Δημόσιο άνω των 150.000 δρχ. σε κακούργημα, αντίκεινται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας! (άρθρ. 25 παρ. 1 Συντ.).

θ) Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι ο νομοθέτης, ενώ επιδιώκει να ελαφρύνει τα επιβαρυμένα πινάκια των εφετείων από «ήσσονος σημασίας υποθέσεις», όπως θεωρούν ότι είναι η κακουργηματική δωροδοκία βουλευτή, δικαστή ή η κακουργηματική απιστία ή απάτη σε βάρος της Ε.Ε. ή σε βάρος του Δημοσίου!!!!!!, ταυτόχρονα τα επιβαρύνει και επιδιώκει να τα επιβαρύνει έτι περαιτέρω, ανάγοντας σε κακούργημα κάθε διοικητική οικονομική διαφορά με το Δημόσιο άνω των 75.000 € ή των 150.000 €!!!, και μάλιστα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και έντονης ύφεσης!! Με άλλα λόγια το «έλασσον» θεωρείται «μείζον» και το «μείζον»,  «έλασσον»!!

ι) Ενόψει των ανωτέρω «δυοιν θαττερον»: ή θα «εξορθολογθισθούν» οι διοικητικές οικονομικές διαφορές με το Δημόσιο, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας ή οι ρυθμίσεις του Ν. 3943/2011, (αρθρο 3) είναι αντίθετες στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, κατά  «νομοθετική ομολογία»!!!!

ια) Συνεπώς οι ανωτέρω ρυθμίσεις, ως έχουν, δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από το Δικηγορικό Σώμα.

 

Σχετικά Άρθρα

Η Εισήγηση του Προέδρου του ΔΣΛ προς τον Πρόεδρο της Συντονιστικής Επιτροπής των Δ.Σ.

Σχόλια