Γν.Εισ.ΑΠ: Η επίδραση επί του κύρους του συμβολαιογραφικού εγγράφου ως δημοσίου εγγράφου, της καταρτίσεως αυτού από κατά τόπο αναρμόδιο συμβολαιογράφο

0

Επί του ερωτήματος το οποίο μας απευθύνατε με το Α.Π. 788/13-4-2016 έγγραφό σας, για το αν είναι άκυρο και χωρίς καμία αποδεικτική ισχύ συμβοαλιογραφικό έγγραφο εκδοθέν από αναρμόδιο κατά τόπον συμβολαιογράφο, η γνώμη μας είναι η εξής:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 432 Κ. Πολ. Δ. «τα έγγραφα έχουν αποδεικτική δύναμη όταν έχουν συνταχθεί σύμφωνα με του νόμιμους τύπους, έχουν τα στοιχεία τα απαραίτητα για το κύρος του…», όπως δε ορίζεται στο άρθρο 438 του ίδιου Κώδικα
«έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν ενώπιον του,
αν το πρόσωπο αυτό ελιναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση…». Ωσαύτος, κατά τη διάταξη του άρθρου 442 του εν λόγω Κώδικα «το έγγραφο που δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις των άρθρων 438 και 439 δεν έχει την αποδεικτική δύναμη δημοσίου εγγράφου αλλά μπορεί να ισχύσει σαν ιδιωτικό έγγραφο με τους όρους του άρθρου 443».

Περαιτέρω κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συμβολαιογραφικού Κώδικα (Ν. 2830/2000) «ο Συμβολαιογράφος ασκεί τα καθήκοντα του σε όλη την περιφέρεια του Ειρηνοδικείου στην οποία είναι διορισμένος, όπως κάθε φορά η περιφέρεια του Ειρηνοδικείου ορίζεται». Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 32 παρ.1 του Ν. 2915/2001 κατηργήθη η διάταξη του άρθρου 4 παράγραφος 2 του Ν. 2830/2000, η οποία όριζε ρητώς ότι «κάθε πράξη του συμβολαιογράφου, η οποία γίνεται έξω από την περιφέρεια της προηγούμενης πραγράφου είναι άκυρη».

Ενόψει του προπαρατεθέντος και ισχύοντος σήμερα νομικού πλαισίου, επί του ερωτήματος που διατυπώνεται στο παραπάνω σχετικό έγγραφο σας, όσον αφορά την επίδραση που έχει επί του κύρους του συμβοαλιογραφικού εγγράφου ως δημοσίου εγγράφου, η κατάρτιση του από κατά τόπο ανρμόδιο συμβολαιογράφο, λεκτέα τα ακόλουθα: Η παράβαση της διάταξης του άρθρου 4 παράγραφος 1 του 2830/2000, δεν φαίνεται να δημιουργεί κατ’ αρχάς ακυρότητα (την οποία απαγγέλει εν τέλει το δικαστήριο) με τον Συμβολαιογραφικό Κώδικα, μετά την απάλειψη της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου του. Οι ακυρότητες εν γένει στην Ελληνική έννομη τάξη αποτελούν εξαιρετικό δίκαιο, δηλαδή, κατά κανόνα, ρητώς προβλέπονται λόγω του επαχθούς του χαρακτήρα τους.

Η διάταξη του άρθρου 442 του Κ.Πολ.Δ. που προβλέπει τις συνέπειες ως προς την αποδεικτική ισχύ δημοσίου εγγράφου, στην περίπτωση που το έγγραφο δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις των άρθρων 438 και 439 ιδίου Κώδικα, ουδώλος θίγει τα συμβόλαια, δια των οποίων κατά τον Αστικό Κώδικα (αρθρ. 369 αυτού) συνιστώνται, μετατίθενται ή και καταργούνται εμπράγματα δικαιώματα. Διότι εάν αυτή ήταν η βούληση του νομοθέτη θα είχε ρητώς εκφρασθεί περί τούτου είτε διατηρώντας σε ισχύ τη διάταξη του άρθρου 4 παράγραφος 2 Ν. 2830/2000 είτε με άλλες τυχόν διατάξεις. Τα ανωτέρω ενισχύονται από τα διαλαμβανόμενα στην Εισηγητική έκθεση του Ν. 2915/2001(αρθρ. 32¶1) σχετικά με την κατάργηση της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Κώδικα Συμβολαιογράφων, κατά την οποία, όταν ο συμβολαιογράφος παραβίαζε την κατά τόπον αρμοδιότητα του προβλεπόταν ως κύρια συνέπεια η απόλυτη ακυρότητα της συμβολαιογραφικής πράξης. Η καταργούμενη ρύθμιση θεωρήθηκε αδικαιολόγητη και υπερβολική ως προς τις συνέπειες της, διότι η προβλεπόμενη κύρωση έπληττε τους ανίτιους δικαιοπρακτήσαντες.
Εξάλλου δεν είναι δυνατόν να ηθέλησε ο νομοθέτης να πλήξει ευρύτατη κατηγορία δικαιοπρακτούντων συμβολαιογραφικώς και δη ανυπατίων, οι οποίοι προδήλως αγνοούσαν την τοποική αναρμοδιότητα του συντάξαντος το συμβόλαιο συμβολαιογράφου, ενώ παραλλήλως και καλοπίστως προς ολοκλήρωση τέτοιων συμβολαίων συμμορφώθηκαν και με πλήθος άλλων διατάξεων (ενδεικτικώς, καταβολή φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων, φόρου κληρονομίας, τελών ακίνητης περιουσίας – ΤΑΠ, ΕΝ.ΦΙΑ, φόρου γονικών παροχών) και εν γένει οδηγήθηκαν στην από μακρού χρόνου παγίωση σοβαρότατων κοινωνικοοικονομικών καταστάσεων, χωρίς να υποπτεύονται ότι εκ των υστέρων θα κινδύνευεαν αυτές να ανατραπούν με την παράλληλη δημιουργία πληθώρας σχετικών δυσμενών συνεπειών.

Επομένως και τελολογικώς συνέγεται ότι είναι ανεπίτρεπτη οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία του προπαρατιθέμενου νομικού πλαισίου αλλά απλώς και μόνο προς αποσαφήνιση του, ενόψει και της προκαλούμενης ανακολουθίας με το άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με το οποίο, όπως προετκέθηκε, το συμβολαιογραφικό έγργαφο που συντάχθηκε από κατά τόπον αρμόδιο συμβολαιογράφο δεν αναπτύσεει τη δεσμευτική ισχύ του δημοσίου εγγράφου, κατ’ άρθρο 442 ιδίου Κώδικα, ο νομοθέτης με πρωτοβουλία του έχει την ευχέρεια να ρυθμίσει ρητώς το εν λόγω ζήτητμα.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Καραγιάννης

Σχόλια