ΣτΕ [1500/2022]: Υποχρέωση αποζημίωσης εκ της παράλειψης των αρμοδίων οργάνων [απόφαση για Μυρτώ Πάρου]

0

“Κρίθηκε, ότι η ασφάλεια των πολιτών, είναι βασικό τους δικαίωμα, προστατεύεται από το Σύνταγμα και το κράτος έχει υποχρέωση να το διασφαλίζει.

Με αυτό το πλαίσιο, κρίθηκε, ότι η παράλειψη των αρμοδίων οργάνων να εμποδίσουν την παράνομη είσοδο στη χώρα μας του πακιστανικής καταγωγής νεαρού που βίασε και άφησε ανάπηρη τη Μυρτώ, γεννά υποχρέωση αποζημίωσης.” Αντώνης Π. Αργυρός, Δικηγόρος ΑΠ

Αριθμός 1500/2022

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την εξής σύνθεση: Σπ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Τ. Κόμβου, Χρ. Λιάκουρας, Σύμβουλοι, Ε. Τζιράκη, Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ειρ. Δασκαλάκη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 6 Απριλίου 2021 αίτηση:

της * νομίμως εκπροσωπουμένης *, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Σπυρίδωνα Βλαχόπουλο (Α.Μ. 17001), που τον διόρισε με πληρεξούσιο η ανωτέρω δικαστική συμπαραστάτριά της,

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Ιωάννη Καλαμάρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 468/2021 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Τ. Κόμβου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

  1. Επειδή, με την αίτηση αυτή η * *ζητεί να αναιρεθεί η 468/2021 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε έφεση της ίδιας, εκπροσωπηθείσας από την ανωτέρω οριστική δικαστική συμπαραστάτριά της, κατά της 14010/2019 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών [βλ. άρθρα 128 παρ. 2, 1666, 1667, 1676 αριθ. 1, 1678, 1681 και 1682 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τα άρθρα 63 παρ. 1 και 64 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (π.δ. 503/1985, Α΄ 182) και 40 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8). Βλ. σχετικά Σ.τ.Ε. 4287/2009, 2839/2000 και Α.Π. 533/2018, 1736/2017, 574/2010]. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί η από 18.10.2017 αγωγή την οποία από κοινού με άλλες ενάγουσες είχε ασκήσει (στις 19.10.2017) με βάση το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα η ήδη αναιρεσείουσα (νομίμως εκπροσωπηθείσα από την ανωτέρω δικαστική συμπαραστάτριά της). Με την αγωγή αυτή η αναιρεσείουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, α) ποσό 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 του Α.Κ.) και β) ποσό 2.977,81 ευρώ μηνιαίως ως αποζημίωση για έξοδα διαβιώσεως, καθημερινής φροντίδας και ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως από 1.6.2017 και εφ’ όρου ζωής (άρθρα 929 και 930 του Α.Κ.) λόγω ανεπανόρθωτης βλάβης της υγείας της συνεπεία του βαρύτατου τραυματισμού της οφειλόμενου κατά τους ισχυρισμούς της σε παράνομες παραλείψεις των αρμόδιων οργάνων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου.

  2. Επειδή, κατά την έννοια των παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) -που άρχισε να ισχύει από 1.1.2011 σύμφωνα με το άρθρο 70 του νόμου αυτού- και ακολούθως η παρ. 3 συμπληρώθηκε (με την προσθήκη σ’ αυτήν δεύτερου εδαφίου) με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22.12.2016), αν πρόκειται για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ, ο αναιρεσείων βαρύνεται δικονομικώς, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, με την υποχρέωση να προβάλει και να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που πρέπει να περιλαμβάνονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, δηλαδή ζήτημα ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (Σ.τ.Ε. 228/2021, 1950, 1772, 1594, 579, 155/2020, 1704/2019, 1415/2017 κ.ά.). Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων επικαλείται έλλειψη νομολογίας επί συγκεκριμένου ζητήματος, πρέπει το ζήτημα αυτό να μην αφορά το πραγματικό της υπό κρίση υποθέσεως αλλά την ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής δυνάμενης να έχει γενικότερη εφαρμογή (Σ.τ.Ε. 2371, 1827, 1594, 579/2020 κ.ά.), ανεξαρτήτως εάν η ερμηνεία διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (Σ.τ.Ε. 228/2021, 2371/2020, 1415/2017 κ.ά.). Εξάλλου, όταν με λόγο αναιρέσεως πλήσσεται η ερμηνεία που δόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας σε αόριστη νομική έννοια η οποία αποτελεί στοιχείο του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, εφόσον η αόριστη νομική έννοια προσδιορίζεται με βάση τα πραγματικά δεδομένα κάθε υποθέσεως, ως απόφαση που επιλύει το ίδιο νομικό ζήτημα νοείται μόνον η απόφαση που έχει κρίνει επί υποθέσεως με όμοια ή παρεμφερή πραγματικά περιστατικά (Σ.τ.Ε. 228/2021, 1950, 252, 251, 160, 155/2020, 1704, 1207-8/2019, 2391-3/2018, 1415/2017, 4410-22/2015, βλ. και Σ.τ.Ε. 73/2020, 2133/2019, 37-40/2019 7μ., 3440, 3435-8, 673, 240/2017, 368/2016, 4489/2015, 4962-3, 4782-3, 266/2014, πρβ. επί εφέσεως Σ.τ.Ε. 340/2019, 333/2017, 540/2015).

  3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε στις 7.4.2021, έχει χρηματικό αντικείμενο ανώτερο του κατά νόμον ορίου των 40.000 ευρώ. Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο εσφαλμένως έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση με βάση το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. λόγω ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης παραλείψεως των οργάνων του Δημοσίου να αποτρέψουν την είσοδο και επί μακρόν παραμονή στη Χώρα αλλοδαπού υπηκόου τρίτης χώρας και του επιβλαβούς αποτελέσματος, το οποίο επήλθε με τη διάπραξη ειδεχθούς εγκληματικής πράξεως από τον αλλοδαπό αυτόν. Για τη θεμελίωση του παραδεκτού του ανωτέρω λόγου και της υπό κρίση αιτήσεως με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο προβάλλεται ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για το κρίσιμο νομικό ζήτημα αν γενικώς και αφηρημένως η παράλειψη των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου να αποτρέψουν την παράνομη είσοδο αλλοδαπού στη Χώρα και να τον εντοπίσουν καθ’ όλη τη διάρκεια της παράνομης παραμονής και κυκλοφορίας του στη Χώρα, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος επιβλαβούς αποτελέσματος (βαρύτατος τραυματισμός). Το τιθέμενο με την κρινόμενη αίτηση ζήτημα είναι νομικό, διότι αφορά την εξειδίκευση, με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, της αόριστης νομικής έννοιας της αιτιώδους συνάφειας, που αποτελεί στοιχείο του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου (άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ.). Για το ανωτέρω νομικό ζήτημα, κρίσιμο για την επίλυση της ένδικης διαφοράς, δεν υπάρχει νομολογία του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, ο ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας είναι βάσιμος και ο προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει. Δεδομένου δε ότι η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και κατά τα λοιπά παραδεκτώς, ο προβαλλόμενος λόγος πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το βάσιμο αυτού.

  4. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση παράνομης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από την παράνομη παράλειψη εκδόσεως τέτοιας πράξεως, αλλά και από παράνομες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παράνομες παραλείψεις υλικών ενεργειών των οργάνων αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Εξάλλου, ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, υπάρχει όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένος κανόνας δικαίου, με τον οποίο επιδιώκεται η προστασία, πέραν του γενικού συμφέροντος, και ατομικού δικαιώματος (ή ατομικών δικαιωμάτων) ή ιδιωτικού συμφέροντος (Σ.τ.Ε. 2432-3/2018, 3292/2017, 1048-9/2016, 4283/2014, 1491, 1590/2010, 4343/2009, 322/2009 7μ., 648, 1364, 1677/2008, 307/2007, 3706, 3919/2001, 28/2000), αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστεως (Σ.τ.Ε. 1964-6/2021, 1774/2020, 2432-3/2018, 3292/2017, 950/2014, 877/2013 7μ., 442/2012, 4133/2011 7μ. κ.ά.). Ο κατά τα ανωτέρω παράνομος χαρακτήρας της ζημιογόνου πράξεως, παραλείψεως ή υλικής ενέργειας αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του (Σ.τ.Ε. 1964-6/2021, 1774/2020, 2432-3/2018, 3292/2017, 950/2014, 877/2013 7μ., 4133/2011 7μ. κ.ά.). Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημιώσεως είναι, μεταξύ άλλωων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξεως ή παραλείψεως ή υλικής ενέργειας ή παραλείψεως υλικής ενέργειας του οργάνου του Δημοσίου και της ζημίας που επήλθε. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη ή η υλική ενέργεια ή η παράλειψη αυτής εκ μέρους του οργάνου του Δημοσίου είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικώς κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, ενόψει δε και των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Σ.τ.Ε. 1964-6/2021, 1774/2020, 2432-3/2018, 3292/2017, 877/2013 7μ., 442/2012, 322/2009 7μ. κ.ά.). Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές για την επίδραση των φυσικών φαινομένων και την εξέλιξη των βιοτικών σχέσεων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές, καθώς και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις (δηλαδή της μέσης μορφώσεως ανθρώπου), οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, μεταξύ άλλων, για την ανεύρεση με βάση αυτές της έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών (Σ.τ.Ε. 2730/2020, 116/2013, 1282/2011, Α.Π. 109, 57/2020, 828/2018, 87/2013, 208/2011, βλ. και Α.Π. 8/2005 Ολομ., 232-3/2020, 1702/2018, 2080, 809/2017, 1662/2010 κ.ά.). Περαιτέρω, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι η πράξη ή η παράλειψη ή η υλική ενέργεια ή η παράλειψη υλικής ενέργειας μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, διότι είναι κρίση νομική, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προκειμένου να εξειδικευθεί η αόριστη νομική έννοια του αιτιώδους συνδέσμου. Αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη ή η υλική ενέργεια ή η παράλειψη υλικής ενέργειας αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (Σ.τ.Ε. 1774/2020, 2432-3/2018, 3292/2017, 442/2012, 322/2009 7μ. κ.ά.).

  5. Επειδή, ο ισχύων κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο ν. 2800/2000 (Α΄ 41) όριζε στο άρθρο 8 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 125 περ. β΄ του ν. 4249/2014, Α΄ 73) ότι: «1. Η Ελληνική Αστυνομία είναι Σώμα Ασφάλειας με τοπική αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια, εκτός από τους χώρους για τους οποίους ειδικές διατάξεις προβλέπουν αρμοδιότητα του Λιμενικού Σώματος, και έχει ως αποστολή: α. Την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης και τροχαίας. β. Την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του Κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, στα πλαίσια της συνταγματικής τάξης, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας δημόσιας και κρατικής ασφάλειας. 3. … 4. … 5. Η άσκηση της αστυνομίας δημόσιας ασφάλειας περιλαμβάνει ιδίως: α. Τη δίωξη των εγκλημάτων κατά της ζωής, της προσωπικής ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και των περιουσιακών δικαιωμάτων, β. …στ. Την επιτήρηση των τόπων όπου συχνάζουν οι ύποπτοι διάπραξης εγκλημάτων και τον έλεγχο των προσώπων αυτών. ζ. … η. Την αναζήτηση και σύλληψη των διωκόμενων προσώπων. 6. Η άσκηση της αστυνομίας κρατικής ασφάλειας περιλαμβάνει ιδίως: … α. … γ. Τον έλεγχο της τήρησης των διατάξεων που αφορούν την είσοδο, παραμονή και εργασία των αλλοδαπών στη χώρα. δ. …» και στο άρθρο 9 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 125 περ. β΄ του ν. 4249/2014) ότι: «1. Η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφάλειας και λειτουργεί με τους δικούς της οργανικούς νόμους. Για την εκτέλεση της αποστολής της εφοδιάζεται με τα αναγκαία μέσα και εξοπλισμό. … 2. Όλες οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και το προσωπικό της τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης … Το αστυνομικό προσωπικό, οι συνοριακοί φύλακες και οι ειδικοί φρουροί θεωρούνται ότι βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία, σε κάθε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή τους. 3. … 4. …». Σύμφωνα δε με το άρθρο 93 του π.δ. 141/1991 (Α΄ 58), «1. Η προληπτική ενέργεια αποτελεί το πρώτιστο καθήκον της Ελληνικής Αστυνομίας. Αποσκοπεί στην πρόληψη των αξιόποινων πράξεων και δυστυχημάτων και την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης, ευταξίας και απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών. 2. Η κατασταλτική ενέργεια εκδηλώνεται σε περιπτώσεις τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης αξιόποινων πράξεων, είτε ως δικαστική προανάκριση είτε ως καταδιωκτική ενέργεια και αποσκοπεί στη ματαίωση των αξιοποίνων πράξεων ή τον περιορισμό των δυσμενών συνεπειών τους, την εξιχνίαση των τελουμένων εγκλημάτων, την ανακάλυψη και σύλληψη των δραστών και την ανεύρεση και κατάσχεση των πειστηρίων και των προϊόντων του εγκλήματος. 3. Η αποτελεσματικότητα τόσο της προληπτικής όσο και της κατασταλτικής ενέργειας δείχνει τις ικανότητες και την υπηρεσιακή απόδοση των αρμόδιων οργάνων της Ελληνικής Αστυνομίας». Περαιτέρω, στο άρθρο 10 του ν. 2800/2000 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 125 περ. β΄ του
    ν. 4249/2014) ορίζονταν τα εξής: «1. Η Ελληνική Αστυνομία συγκροτείται από Κεντρικές και Περιφερειακές Υπηρεσίες. 2. Κεντρικές Υπηρεσίες είναι αυτές των οποίων η τοπική αρμοδιότητα εκτείνεται σε ολόκληρη την επικράτεια. … 4. Περιφερειακές Υπηρεσίες είναι οι Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις και οι Υπηρεσίες που υπάγονται σε αυτές. Οι Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις υπάγονται απευθείας στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας», στο δε άρθρο 14 του ανωτέρω νόμου (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 125 περ. β΄ του ν. 4249/2014) τα εξής: «1. Οι Περιφερειακές Υπηρεσίες που υπάγονται απευθείας στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας είναι: α. … ιγ. Η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου. … 2. Οι ανωτέρω Υπηρεσίες έχουν ως αποστολή, μέσα στα όρια της τοπικής δικαιοδοσίας τους, την άσκηση του συνόλου των αστυνομικών αρμοδιοτήτων, όπως αυτές καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 8 του νόμου αυτού. 3. … 4. Οι Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις Περιφερειών συγκροτούνται από την επιτελική τους Υπηρεσία και τις Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών της περιφέρειάς τους. 5. Οι Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών υπάγονται στις Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις Περιφερειών και ασκούν, μέσα στα όρια του νομού, το σύνολο των αστυνομικών αρμοδιοτήτων. 6. Οι Διευθύνσεις των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης και οι Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών περιλαμβάνουν Αστυνομικές Υπηρεσίες επιπέδου Υποδιεύθυνσης, Τμήματος και Σταθμού. 7. Οι αναφερόμενες στις παραγράφους 3, 4 και 6 του παρόντος άρθρου Υπηρεσίες και οι αρμοδιότητες αυτών καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 28 του παρόντος νόμου». Κατά το άρθρο δε 28 παρ. 1 του ίδιου ν. 2800/2000, «Εξουσιοδοτικές διατάξεις νόμων που προβλέπουν την έκδοση κανονιστικών πράξεων για τη ρύθμιση θεμάτων προσωπικού και Υπηρεσιών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης εφαρμόζονται και για το προσωπικό και τις Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και της Αγροφυλακής». Το (κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 14 παρ. 7 και 28 παρ. 1 του ν. 2800/2000 εκδοθέν) π.δ. 14/2001 (Α΄ 12), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (δηλαδή πριν από την κατάργησή του -πλην του άρθρου 18- με το άρθρο 66 περ. α΄ του π.δ. 178/2014, Α΄ 281), όριζε στο άρθρο 1 ότι: «1. Η Ελληνική Αστυνομία συγκροτείται από κεντρικές και περιφερειακές Υπηρεσίες. 2. … 3. … 4. Περιφερειακές Υπηρεσίες είναι οι Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις και οι Υπηρεσίες που υπάγονται σ’ αυτές», στο άρθρο 2 ότι: «1. Το Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας είναι η ανώτατη επιτελική Υπηρεσία με την οποία ο αρχηγός ασκεί τη διοίκηση του Σώματος. … 2. Το Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας αποτελεί την προϊσταμένη αρχή των κεντρικών και περιφερειακών Υπηρεσιών που συγκροτούν την Ελληνική Αστυνομία. …» και στο άρθρο 3 (όπως αυτό αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1-3 του π.δ. 26/2011, Α΄ 75) ότι: «1. Το Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας αποτελεί ενιαία αυτοτελή Υπηρεσία και διαρθρώνεται στους εξής Κλάδους: α. … β. Κλάδο Ασφάλειας γ. … δ. … 3. Ο Κλάδος Ασφάλειας χειρίζεται τα θέματα δημόσιας και κρατικής ασφάλειας και προγραμματίζει, κατευθύνει και ελέγχει το έργο των Υπηρεσιών στα θέματα αυτά. Ο Κλάδος αυτός διαρθρώνεται στις εξής Διευθύνσεις: … γ. Διεύθυνση Αλλοδαπών …». Περαιτέρω, στο άρθρο 9Α του π.δ. 14/2001 (όπως το αρχικό άρθρο 8 αναριθμήθηκε σε άρθρο 9Α με το άρθρο 1 παρ. 6 του π.δ. 26/2011) ορίζονταν τα εξής: «1. Η Διεύθυνση Αλλοδαπών διαρθρώνεται στα εξής Τμήματα: α. 1ο Τμήμα Μετανάστευσης – Διοικητικών Μέτρων, … δ. 4ο Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης. 2. Οι αρμοδιότητες του Τμήματος Μετανάστευσης – Διοικητικών Μέτρων είναι οι ακόλουθες: α. … β. Η καθοδήγηση των περιφερειακών Υπηρεσιών στην εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας περί αλλοδαπών και ιδίως στο χειρισμό θεμάτων: -Διαβατηριακού ελέγχου γενικά και λειτουργίας των αρμοδίων για τον έλεγχο διαβατηρίων Υπηρεσιών. -Συνεργασίας με τις αρχές που είναι αρμόδιες να εγκρίνουν την έλευση αλλοδαπών προς εργασία, σπουδές, πολιτιστικές εκδηλώσεις, οικογενειακή συνένωση και λοιπές από το νόμο προβλεπόμενες περιπτώσεις, για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας. -Κατ’ εξαίρεση εισόδου αλλοδαπών που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου. -Παραμονής και απέλασης αλλοδαπών. -Καταχώρησης αλλοδαπών στους καταλόγους ανεπιθυμήτων. -Διεκπεραίωσης αλληλογραφίας που αφορά την καταχώρηση ή άρση των προστίμων και εξέτασης αιτημάτων που υποβάλλονται, μέσω του εθνικού γραφείου SIRENE. -Εφαρμογής διοικητικών μέτρων κατά ημεδαπών και αλλοδαπών. γ) … δ. Η τήρηση του αρχείου της Διεύθυνσης Αλλοδαπών και η γραμματειακή υποστήριξή της. 3. … 4. … 5. Οι αρμοδιότητες του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης είναι οι ακόλουθες: α. Η υλοποίηση της χαρασσόμενης πολιτικής σχετικά με την αποτροπή παράνομης εισόδου στο ελληνικό έδαφος αλλοδαπών και την απομάκρυνση των αλλοδαπών που αποπειρώνται παράνομη είσοδο. β. Η συλλογή, επεξεργασία, τεκμηρίωση και αξιοποίηση πληροφοριών σε θέματα λαθρομετανάστευσης και συναφούς εγκληματικότητας. γ. Ο συντονισμός και η καθοδήγηση των περιφερειακών Υπηρεσιών συνοριακής φύλαξης σε θέματα πρόληψης και καταστολής της λαθρομετανάστευσης. δ. Η εκπόνηση σχεδίων και παροχή οδηγιών για τη λήψη μέτρων αποτροπής της παράνομης εισόδου αλλοδαπών και απομάκρυνσής τους από τον ελληνικό χώρο. ε. Η συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις και τους καθ’ ύλην αρμόδιους κρατικούς φορείς για την αντιμετώπιση των θεμάτων της λαθρομετανάστευσης. στ. … ζ. Η παρακολούθηση της αριθμητικής δύναμης των συνοριακών φυλάκων και η πρόταση για την κατανομή αυτής, καθώς και η τήρηση της χωρογραφικής κατανομής των Υπηρεσιών συνοριακής φύλαξης. η. …». Επίσης, το π.δ. 14/2001 όριζε στο άρθρο 32 ότι: «1. Περιφερειακές Υπηρεσίες που υπάγονται απευθείας στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας είναι: … ιγ. Η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου. … 2. Η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση έχει ως αποστολή, μέσα στα όρια της τοπικής δικαιοδοσίας της, την άσκηση του συνόλου των αστυνομικών αρμοδιοτήτων. 3. … 4. Η τοπική αρμοδιότητα των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Περιφερειών καθορίζονται ως εξής: … ια. Η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου έχει τοπική αρμοδιότητα εκείνη των Αστυνομικών Διευθύνσεων Δωδεκανήσου και Κυκλάδων. …» και στο άρθρο 33 ότι: «1. Η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Περιφέρειας συγκροτείται από το Επιτελείο και τις Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών της περιφέρειάς της. 2. Το Επιτελείο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Περιφέρειας διαρθρώνεται στα εξής Τμήματα: α. … β. Τμήμα Ασφάλειας και Τάξης. 3. … 4. Το Τμήμα Ασφάλειας και Τάξης έχει τις εξής αρμοδιότητες: α. Την παροχή οδηγιών και κατευθύνσεων για τη δράση των Αστυνομικών Διευθύνσεων Νομών της περιφέρειάς της, προς υλοποίηση των στόχων που τίθενται από το Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας, την παρακολούθηση της υλοποίησής τους και τη μέριμνα για την κατάρτιση του απολογισμού του έργου τους. β. Την εκπόνηση σχεδίων και την έκδοση διαταγών που αναφέρονται στη λήψη αστυνομικών μέτρων, εφόσον για την εφαρμογή τους απαιτείται η σύμπραξη περισσοτέρων της μιας Αστυνομικών Διευθύνσεων Νομών δικαιοδοσίας της ή αφορούν ιδιαίτερα σημαντικά θέματα. γ. Την έκδοση διαταγών και οδηγιών για την εφαρμογή της νομοθεσίας που ανάγεται στην αρμοδιότητα των Υπηρεσιών δικαιοδοσίας της. δ. … 5. Οι Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών διαρθρώνονται και ασκούν τις αρμοδιότητές τους σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 31 έως 45 του π.δ. 161/1988 (Α΄ 74), όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις των π.δ. 454/1988 (Α΄ 206), 508/1989 (Α΄ 216), 141/1991 (Α΄ 58), 209/1993 (Α΄ 77), 28/1998 (Α΄ 32) και 310/1998 (Α΄ 215) και ισχύουν κάθε φορά. …». Εξάλλου, το π.δ. 161/1988 (Α΄ 74)- σε διατάξεις του οποίου παρέπεμπε το άρθρο 33 παρ. 5 του π.δ. 14/2001- όριζε, μεταξύ άλλων, τα εξής: Άρθρο 31 (όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 66 περ. δ΄ του π.δ. 178/2014). «1. Η Αστυνομική Διεύθυνση Νομού συγκροτείται από: α) Το επιτελείο. β) Τον αριθμό των παρακάτω κατά κατηγορία υπηρεσιών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42 του παρόντος: (1) Αστυνομικών Υποδιευθύνσεων. (2) Αστυνομικών Τμημάτων. (3) Αστυνομικών Τμημάτων Περιφερείας. (4) Τμημάτων Ασφάλειας. (5) Τμημάτων Τροχαίας. (6) Τμημάτων Αγορανομίας. (7) Τμημάτων Μεταγωγών-Δικαστηρίων. (8) … 2. Η Αστυνομική Διεύθυνση Νομού υπάγεται στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης … και έχει ως αποστολή, μέσα στα όρια της τοπικής της δικαιοδοσίας, την άσκηση του συνόλου των αστυνομικών αρμοδιοτήτων … 3. …». Άρθρο 36 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. β΄ του π.δ. 7/2017, Α΄ 14). «1. … 2. Τα Αστυνομικά Τμήματα της Ελληνικής Αστυνομίας, που ασκούν και αρμοδιότητες ασφάλειας, τροχαίας, αγορανομίας και μεταγωγών- δικαστηρίων, χαρακτηρίζονται ως Τμήματα γενικής αρμοδιότητας. … ». Άρθρο 38 [όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 6 του π.δ. 209/1993, Α΄ 77 και πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. β΄ του π.δ. 7/2017 και στο οποίο παρέπεμπε (μεταξύ άλλων) το ανωτέρω άρθρο 36 παρ. 2]. «1. Τα Τμήματα Ασφάλειας της Αστυνομικής Διεύθυνσης διαρθρώνονται εσωτερικά στα ακόλουθα Γραφεία: … β. Ασφάλειας … 3. Το Γραφείο Ασφάλειας ασκεί τις αρμοδιότητες … των άρθρων 81 και 84 παρ. 3 του π.δ. 582/1984 … 4. …». Άρθρο 42 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. β΄ του π.δ. 7/2017). «1. Οι από το άρθρο 60 [ενν. το άρθρο 69] εδάφιο γ΄ μέχρι νβ΄ του π.δ. 582/1984 προβλεπόμενες Αστυνομικές Διευθύνσεις [μεταξύ των οποίων, κατά την περίπτωση λ΄ τoυ άρθρου 69, η Αστυνομική Διεύθυνση Κυκλάδων] … εξακολουθούν να λειτουργούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 31 και 32 του παρόντος. … 10. Τα Αστυνομικά Τμήματα Tάξης, … που λειτουργούν εκτός των εδρών των Αστυνομικών Διευθύνσεων νομών, μετονομάζονται σε Αστυνομικά Τμήματα, … και συνεχίζουν τη λειτουργία τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, εκεί που λειτουργούσαν τα πρώτα». Το π.δ. 582/1984 (Α΄ 208) – σε διατάξεις του οποίου παρέπεμπαν τα άρθρα 38 παρ. 3 και 42 του π.δ. 161/1988- όριζε, μεταξύ άλλων, τα εξής: Άρθρο 70 «1. Έδρα κάθε αστυνομικής διεύθυνσης είναι η έδρα του νομού. …». Άρθρο 81 «1. Η υποδιεύθυνση αλλοδαπών περιλαμβάνει τα εξής τμήματα: α) Τμήμα συντονισμού. β) Τμήμα διοικητικών μέτρων. … 2. Το τμήμα συντονισμού συντονίζει και εποπτεύει το έργο των αστυνομικών τμημάτων ασφάλειας για θέματα αλλοδαπών, συγκεντρώνει, επεξεργάζεται και μεταβιβάζει πληροφορίες για την παράνομη δράση τους και φροντίζει για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων πρόληψης και καταστολής. 3. Το τμήμα διοικητικών μέτρων είναι αρμόδιο για το χειρισμό θεμάτων αδειών εισόδου, παραμονής, εργασίας, παροχής πολιτικού ασύλου, ιθαγένειας, απελάσεων, για την εκτέλεση σχετικών δικαστικών αποφάσεων και για κάθε άλλη διοικητική πράξη που αφορά αλλοδαπούς. 4. …». Άρθρο 84 παρ. 3 «Το γραφείο ελέγχου διαβατηρίων και συναλλάγματος λειτουργεί μόνο σε αστυνομικά τμήματα ασφάλειας, στην περιοχή των οποίων βρίσκονται σημεία εισόδου και εξόδου από τη χώρα, και είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση της νόμιμης διακίνησης ημεδαπών και αλλοδαπών και την εφαρμογή της νομοθεσίας περί εθνικού νομίσματος και συναλλάγματος». Άρθρο 87 «1. Εκτός της έδρας του νομού λειτουργούν μόνο αστυνομικά τμήματα τάξης. Ο αριθμός, η έδρα και η τοπική τους δικαιοδοσία καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 8 και της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του ν. 1481/1984. 2. Το αστυνομικό τμήμα τάξης της αστυνομικής διεύθυνσης του νομού ασκεί, μέσα στα όρια της τοπικής δικαιοδοσίας του, τις αρμοδιότητες της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης, της αστυνομίας τροχαίας, της αστυνομίας δημόσιας ασφαλείας, της αστυνομίας κρατικής ασφάλειας …». Περαιτέρω, με το (επίσης κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 14 παρ. 7 και 28 παρ. 1 του ν. 2800/2000 εκδοθέν) π.δ. 116/2007 (Α΄ 147) αναδιαρθρώθηκαν (μεταξύ άλλων) οι Υπηρεσίες της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου. Ειδικότερα, προβλέφθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Άρθρο 1 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 66 περ. ε΄ του π.δ. 178/2014). «Η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου συγκροτείται από το Επιτελείο και από τις κατωτέρω Αστυνομικές Διευθύνσεις, των οποίων η έδρα, η λειτουργία, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες καθορίζονται στο παρόν προεδρικό διάταγμα: α. Α΄ Αστυνομική Διεύθυνση Κυκλάδων. β. Β΄ Αστυνομική Διεύθυνση Κυκλάδων. γ. Α΄ Αστυνομική Διεύθυνση Δωδεκανήσου. δ. Β΄ Αστυνομική Διεύθυνση Δωδεκανήσου». Άρθρο 2 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 66 περ. ε΄ του π.δ. 178/2014). «1. Οι Α΄ και Β΄ Αστυνομικές Διευθύνσεις Κυκλάδων … έχουν έδρα τους δήμους Ερμουπόλεως, Νάξου, … αντίστοιχα, και ασκούν στην περιοχή δικαιοδοσίας τους το σύνολο των αστυνομικών αρμοδιοτήτων, όπως αυτές καθορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2800/2000 (Α΄ 41). 2. …». Άρθρο 4 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. α΄ του π.δ. 7/2017). «1. Στη Β΄ Αστυνομική Διεύθυνση Κυκλάδων λειτουργούν οι ακόλουθες Υπηρεσίες, οι οποίες υπάγονται διοικητικά σ’ αυτή: α. Αστυνομικό Τμήμα Νάξου, β. Τμήμα Ασφαλείας Νάξου, γ. …, ζ. Αστυνομικό Τμήμα Πάρου. 2. Στην ίδια Αστυνομική Διεύθυνση λειτουργούν επίσης: … γ. Οι Αστυνομικοί Σταθμοί Νάουσας και Αντιπάρου, οι οποίοι υπάγονται διοικητικά στο Αστυνομικό Τμήμα Πάρου. … 3. Έδρα των Υπηρεσιών των προηγουμένων παραγράφων του παρόντος άρθρου ορίζεται, αντίστοιχα, ο ομώνυμος δήμος ή κοινότητα, πλην του Αστυνομικού Σταθμού Νάουσας, του οποίου έδρα ορίζεται ο ομώνυμος οικισμός του δήμου Πάρου …». Άρθρο 19 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. α΄ του π.δ. 7/2017). «1. Τα Αστυνομικά Τμήματα διαρθρώνονται ως εξής: α. Στο Γραφείο Γενικής Αστυνόμευσης … β. Στο Γραφείο Διοικητικής Υποστήριξης … γ. Στο Γραφείο Τουριστικής Αστυνόμευσης, προκειμένου για τα Αστυνομικά Τμήματα … Πάρου … 2. Αστυνομικά Τμήματα στην περιοχή των οποίων δεν εκτείνεται η τοπική αρμοδιότητα των Υπηρεσιών Ασφαλείας και Τροχαίας χαρακτηρίζονται ως Τμήματα γενικής αρμοδιότητας και διαρθρώνονται, επιπλέον, στα εξής γραφεία: α. Ασφαλείας, το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τις διατάξεις των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ του άρθρου 20 του παρόντος διατάγματος. β. … ». Άρθρο 20 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. α΄ του π.δ. 7/2017). «Τα Τμήματα Ασφαλείας διαρθρώνονται ως εξής: α. Στο Γραφείο Ασφαλείας, το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητες της δημόσιας και κρατικής ασφάλειας, … Το Γραφείο αυτό είναι αρμόδιο και για τον έλεγχο της νόμιμης παραμονής και εργασίας των αλλοδαπών στην περιοχή του Τμήματος, την εφαρμογή της νομοθεσίας για τους αλλοδαπούς, το χειρισμό των θεμάτων των σχετικών με την έκδοση διοικητικών πράξεων και μέτρων που αφορούν αλλοδαπούς, καθώς και για το χειρισμό θεμάτων πολιτικού ασύλου και προσφύγων και την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας. Επίσης, είναι αρμόδιο και για τον έλεγχο της νόμιμης διακίνησης ημεδαπών και αλλοδαπών και την εφαρμογή της νομοθεσίας περί προστασίας του εθνικού νομίσματος και συναλλάγματος, εφόσον στην περιοχή του Τμήματος βρίσκεται σημείο εισόδου και εξόδου από τη χώρα. β. … ». Άρθρο 37 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. α΄ του π.δ. 7/2017). «Με την έναρξη λειτουργίας των Υπηρεσιών που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, οι κατωτέρω Υπηρεσίες που λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69 του π.δ/τος 582/1984 (Α΄ 208), του άρθρου 42 του π.δ/τος 161/1988 (Α΄ 74), … καταργούνται: α. Η Αστυνομική Διεύθυνση Κυκλάδων και οι Αστυνομικοί Σταθμοί … Μαρπήσσης … και οι Περιορισμένης Χρονικής Διάρκειας Σταθμοί Τουριστικής Αστυνομίας … και Πάρου της ίδιας Αστυνομικής Διεύθυνσης. β. … ». Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 της 7001/2/1386-ιδ/9.9.2007 αποφάσεως του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας (Β΄ 1945) -που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 8 παρ. 5 και 11 παρ. 6 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152), όπως το άρθρο 11 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1590/1986 (Α΄ 49), καθώς και του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 2800/2000- η τοπική αρμοδιότητα της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου περιλαμβάνει τις περιοχές δικαιοδοσίας των Αστυνομικών Διευθύνσεων που υπάγονται διοικητικά σ’ αυτή. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 3 περ. ζ΄ (σε συνδυασμό με τις παρ. 2 και 3) της ανωτέρω αποφάσεως, η τοπική αρμοδιότητα του Αστυνομικού Τμήματος Πάρου περιλαμβάνει τη διοικητική περιφέρεια του δήμου Πάρου, πλην του τοπικού διαμερίσματος Νάουσας (η περιφέρεια του οποίου ανήκει στην τοπική αρμοδιότητα του Αστυνομικού Σταθμού Νάουσας, σύμφωνα με την περ. ιε΄ της παρ. 3 της ίδιας αποφάσεως). Το Αστυνομικό Τμήμα Πάρου, συνεπώς, αποτελεί Τμήμα γενικής αρμοδιότητας, αφού στην περιοχή αυτού δεν εκτείνεται η τοπική αρμοδιότητα των Υπηρεσιών Ασφαλείας και Τροχαίας (δηλαδή άλλων Υπηρεσιών της οικείας Αστυνομικής Διευθύνσεως) (άρθρο 19 παρ. 2 του π.δ. 116/2007). Το Αστυνομικό Τμήμα Πάρου αποτελούσε Τμήμα γενικής αρμοδιότητας και υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 36 παρ. 2 του π.δ. 161/1988), βάσει των οικείων διατάξεων του προγενέστερου 7001/1/34θ/12.2.1991 πίνακα χωρογραφικής κατανομής των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας που είχε κυρωθεί με την 7001/3/34ι/12.2.1991 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης (Β΄ 116).

  6. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 1 του ν. 2622/1998 (Α΄ 138) ορίζονταν τα εξής: «1. [όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 78 παρ. 1 του ν. 2910/2001 (Α΄ 91) και συμπληρώθηκε ακολούθως με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3181/2003 (Α΄ 218), ήτοι πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 43 του ν. 4807/2021 (Α΄ 96)]. Στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης συνιστώνται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, κεντρική και περιφερειακές Αστυνομικές Υπηρεσίες Συνοριακής Φύλαξης και Δίωξης Λαθρομετανάστευσης, με αποστολή την αποτροπή παράνομης εισόδου αλλοδαπών στη χώρα, τον εντοπισμό και τη σύλληψη των παρανόμως εργαζομένων ανά την επικράτεια και την παραπομπή τους στη δικαιοσύνη ή την επαναπροώθησή τους αλλοδαπών, καθώς και τον εντοπισμό και τη σύλληψη προσώπων που διευκολύνουν την παράνομη είσοδο και εργασία αλλοδαπών και την παραπομπή τους στη δικαιοσύνη, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. … 2. [όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 2 του ν. 2838/2000 (Α΄ 179) και ακολούθως με το άρθρο 78 παρ. 1 του ν. 2910/2001]. Υπηρεσίες Συνοριακής Φύλαξης και Δίωξης Λαθρομετανάστευσης μπορεί να ιδρύονται κυρίως σε παραμεθόριους και όμορους αυτών νομούς ή σε γειτνιάζοντες με τους τελευταίους νομούς ή σε νησιά που βρίσκονται εγγύς των θαλάσσιων συνόρων της χώρας, καθώς και σε οποιονδήποτε άλλο νομό παρατηρείται αυξημένη παράνομη εγκατάσταση και απασχόληση αλλοδαπών. Η ίδρυση, η οργάνωση, η λειτουργία και οι αρμοδιότητες των Υπηρεσιών Συνοριακής Φύλαξης και Δίωξης Λαθρομετανάστευσης καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που προτείνεται από τους Υπουργούς Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης. 3. Οι συναφείς αρμοδιότητες των άλλων Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, των Ενόπλων Δυνάμεων, του Λιμενικού Σώματος και της Τελωνειακής Υπηρεσίας δεν θίγονται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου». Κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 παρ. 3 του ν. 2622/1998 (Α΄ 138) εκδόθηκε (μεταξύ άλλων) το π.δ. 177/1999 (Α΄ 166). Με το π.δ/γμα αυτό αυξήθηκαν οι οργανικές επί θητεία θέσεις των συνοριακών φυλάκων (βλ. άρθρο 1) και ιδρύθηκαν σε καθεμιά από τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 Αστυνομικές Διευθύνσεις Τμήματα Συνοριακής Φύλαξης. Ειδικότερα, με το άρθρο 2 περ. 10 του π.δ. 177/1999 (όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. α΄ του π.δ. 7/2017, Α΄ 14) στην Αστυνομική Διεύθυνση Αλεξανδρουπόλεως ιδρύθηκαν α) Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Σουφλίου, β) Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Τυχερού και γ) Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Φερών. Με το άρθρο 2 περ. 9 του ίδιου π.δ. 177/1999 στην Αστυνομική Διεύθυνση Ορεστιάδος ιδρύθηκαν α) Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Διδυμοτείχου (όπως η υποπερίπτωση α΄ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του π.δ. 332/2000, Α΄ 269), β) Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Ορεστιάδος, γ) Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Κυπρίνου (όπως η υποπερίπτωση γ΄ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 114/2007, Α΄ 145). Στην ίδια Αστυνομική Διεύθυνση Ορεστιάδος ιδρύθηκε και (δ) Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Μεταξάδων με το άρθρο 1 περ. 9 του π.δ. 332/2000 (όπως το π.δ/γμα αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. α΄ του π.δ. 7/2017). Περαιτέρω, το άρθρο 3 του ανωτέρω π.δ. 177/1999 (όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. α΄ του π.δ. 7/2017) όριζε ότι: «Για τα θέματα που αφορούν τις αρμοδιότητες, τη διάρθρωση και τα καθήκοντα οργάνων των Τμημάτων Συνοριακής Φύλαξης … εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 5 και των άρθρων 4 έως και 14 του π.δ. 310/1998 (Α΄ 215)». Το (κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 2622/1998 εκδοθέν) π.δ. 310/1998 (Α΄ 215, διόρθ. σφαλμ. Α΄ 239) -σε διατάξεις του οποίου παρέπεμπε το ως άνω π.δ. 177/1999- προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τα εξής: Άρθρο 4 «1. Τα Τμήματα Συνοριακής φύλαξης είναι αρμόδια για: α. Τη λήψη των αναγκαίων, κατά περίπτωση, μέτρων για την αποτροπή της εισόδου αλλοδαπών στο ελληνικό έδαφος χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις. β. Τη σύλληψη των ανωτέρω αλλοδαπών και την επαναπροώθηση αυτών, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του ν. 1975/1991 [το άρθρο 4 του ν. 1975/1991 (Α΄ 184) καταργήθηκε με το άρθρο 72 περ. α΄ του ν. 2910/2001 (Α΄ 91), οι διατάξεις δε του νόμου αυτού (2910/2001) καταργήθηκαν ακολούθως με το άρθρο 97 του ν. 3386/2005 (Α΄ 212)]. γ. Τον εντοπισμό και τη σύλληψη των προσώπων που διευκολύνουν την παράνομη είσοδο αλλοδαπών στη χώρα. δ. Το χειρισμό υποθέσεων που αφορούν αξιόποινες πράξεις, οι οποίες διαπιστώνονται εξ αφορμής της συλλήψεως και κρατήσεως των αλλοδαπών, καθώς και των προσώπων που συμμετέχουν σ’ αυτές. ε. Την ενέργεια αιφνιδιαστικών ή προγραμματισμένων και επιλεκτικών από πλευράς αξιολόγησης, ελέγχων και ερευνών επί οχημάτων, προσώπων, πραγμάτων, εγκαταστάσεων και χώρων. στ. Τη συλλογή και αξιοποίηση πληροφοριών για θέματα λαθρομετανάστευσης. ζ. Την ασφαλή επιτήρηση περιοχών, εγκαταστάσεων και χώρων. η. Τη συνεργασία και σύμπραξη, με άλλες Αστυνομικές Υπηρεσίες, κατά το σχεδιασμό και την εκτέλεση κοινών επιχειρήσεων, στις περιπτώσεις που απαιτείται. 2. …». Άρθρο 5 «1. Τα Τμήματα Συνοριακής Φύλαξης διαρθρώνονται στα εξής Γραφεία: α. Γραφείο Γραμματείας. β. Γραφείο Επιχειρήσεων. 2. … 3. Το Γραφείο Επιχειρήσεων στελεχώνεται από αστυνομικό προσωπικό και συνοριακούς φύλακες και έχει τις εξής αρμοδιότητες: … ζ. Συγκεντρώνει και αξιοποιεί πληροφορίες για θέματα λαθρομετανάστευσης και ενημερώνει σχετικά την κεντρική υπηρεσία». Άρθρο 6 («Καθήκοντα Διοικητή Περιφερειακού Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης»). «1. Διοικητής ορίζεται αξιωματικός με βαθμό Αστυνόμου A΄ ή Αστυνόμου Β΄. Έχει τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του διοικητή Αστυνομικού Τμήματος, όπως προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις και προσιδιάζουν στην αποστολή του. 2. Επιπλέον των ως άνω καθηκόντων και υποχρεώσεων: α. Συνεργάζεται με τους διοικητές των κατά τόπους αρμοδίων Αστυνομικών Υπηρεσιών σε θέματα ανταλλαγής πληροφοριών και συντονισμού των ενεργειών για την αποτελεσματικότερη πρόληψη και καταστολή της λαθρομετανάστευσης. β. …».

  7. Επειδή, περαιτέρω, το ως άνω π.δ. 14/2001 όριζε στο άρθρο 1 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 66 περ. α΄ του π.δ. 178/2014), εκτός από τα προεκτεθέντα, και τα εξής: «2. (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του π.δ. 30/2005, A΄ 50 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 1 παρ. 1 του π.δ. 2/2010, Α΄ 1 και 12 παρ. 1 του π.δ. 9/2011, A΄ 24). Οι κεντρικές υπηρεσίες εδρεύουν στην πρωτεύουσα του κράτους, ασκούν αρμοδιότητες σε όλη την επικράτεια και είναι το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας και οι ακόλουθες αυτοτελείς υπηρεσίες: … ια. Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών. … 3. Οι αυτοτελείς κεντρικές υπηρεσίες υπάγονται στο Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας και εποπτεύονται και ελέγχονται ως ακολούθως: α. (όπως η περίπτωση αυτή αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ. 223/2003, Α΄ 188 και τελικώς με το άρθρο 12 παρ. 2 του π.δ. 9/2011). Οι Υπηρεσίες … καθώς και οι Διευθύνσεις … Εγκληματολογικών Ερευνών από τον Αρχηγό». Επίσης το ίδιο π.δ. 14/2001 όριζε στο άρθρο 30 (όπως αυτό ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ. 3 του π.δ. 223/2003 και πριν από την τροποποίηση – συμπλήρωσή του με το άρθρο 1 του π.δ. 9/2012, Α΄ 12 και τελικώς την κατάργησή του με το άρθρο 66 περ. α΄ του π.δ. 178/2014), μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών είναι η εθνική εγκληματολογική Υπηρεσία της χώρας και έχει ως αποστολή: α. Την παρακολούθηση της εγκληματικότητας, τη συγκέντρωση και ταξινόμηση όλων των στοιχείων σήμανσης των εγκληματούντων, την εισήγηση νομοθετικών ή άλλων μέτρων για την προσφορότερη δίωξη του εγκλήματος και το συντονισμό της δράσης όλων των περιφερειακών εγκληματολογικών Υπηρεσιών της χώρας. β. Τη διεξαγωγή της υπηρεσίας εξακρίβωσης της ταυτότητας των εγκληματιών με βάση τις αναγνωρισμένες επιστημονικές μεθόδους. γ. … δ. … ε. Την παροχή πληροφοριών στις αρμόδιες αρχές για την πρόληψη και καταστολή των εγκλημάτων. στ. … 2. Η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών διαρθρώνεται ως ακολούθως: … β. 2ο Τμήμα Δακτυλοσκοπίας. … 5. Το Τμήμα Δακτυλοσκοπίας έχει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 39 εδάφιο β΄ έως και θ΄, 40, 41, 42, 43 και 44 του π.δ. 342/1977 (Α΄ 109) και επιπλέον: α. Βεβαιώνει την ταυτότητα παντός ατόμου, ζώντος ή θανόντος, με βάση τα δακτυλικά αποτυπώματα των χεριών του και τη συνδρομή του Αυτόματου Συστήματος Αναγνώρισης Δακτυλικών Αποτυπωμάτων (ΑΣΑΔΑ) ή άλλου σύγχρονου τεχνικοεπιστημονικού μέσου. β. Εξακριβώνει και βεβαιώνει, στα πλαίσια λειτουργίας του EURODAC, σύμφωνα με τη Σύμβαση του Δουβλίνου της 15ης Ιουνίου 1990, που κυρώθηκε με τον ν. 1996/1991 (Α΄ 196), την ταυτότητα των αλλοδαπών που αιτούνται πολιτικό άσυλο ή συλλαμβάνονται κατά την παράνομη διάβαση των συνόρων της Χώρας ή βρίσκονται παράνομα στη Χώρα. 6. … 17. Στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών υπάγονται ως προς την ειδική τους αποστολή, την εκπαίδευση και τον υλικοτεχνικό τους εξοπλισμό: … β. Τα Γραφεία Εγκληματολογικών Ερευνών (Γ.Ε.Ε.) που λειτουργούν στις Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του π.δ. 209/1993 (Α΄ 77) και του άρθρου 38 του π.δ. 161/1988, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 454/1988 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του π.δ. 209/1993, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 6 του π.δ. 342/1977 και της παρ. 10 του άρθρου 7 του π.δ. 198/1992 (Α΄ 92) … 18. … 19. … Τις … αρμοδιότητες [ήτοι αυτές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 εδάφ. α΄- ε΄ και ζ΄ και 7 παρ. 1 εδάφ. α΄- δ΄ του π.δ. 342/1977 (Α΄ 109)] ασκούν … τα Γ.Ε.Ε. στην τοπική αρμοδιότητα των Αστυνομικών Διευθύνσεων, στις οποίες λειτουργούν. … ». Εξάλλου, στα άρθρα 5 και 6 του π.δ. 209/1993 (Α΄ 77) -στα οποία (μεταξύ άλλων) παρέπεμπε το άρθρο 30 παρ. 17 περ. β΄ του π.δ. 14/2001- ορίζονταν τα ακόλουθα: Άρθρο 5 « … στα Αστυνομικά Τμήματα γενικής αρμοδιότητας που λειτουργούν εκτός της έδρας των Αστυνομικών Διευθύνσεων και εφόσον εκεί υπάρχει έδρα Πρωτοδικείου, λειτουργεί και Γραφείο Εγκληματολογικών Ερευνών, το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τα άρθρα 6 παρ. 1 εδάφ. α΄- ε΄ και ζ΄ και 7 παρ. 1 εδάφ. α΄- δ΄ του π.δ. 342/1977 (Α΄ 109)». Άρθρο 6, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 38 του π.δ. 161/1988 ως εξής: «1. Τα Τμήματα Ασφάλειας της Αστυνομικής Διεύθυνσης διαρθρώνονται εσωτερικά στα ακόλουθα Γραφεία: … γ. Εγκληματολογικών Ερευνών, προκειμένου για Τμήματα Ασφάλειας που λειτουργούν εκτός έδρας των Αστυνομικών Διευθύνσεων και εφόσον εκεί υπάρχει έδρα Πρωτοδικείου. 2. … 4. Το Γραφείο Εγκληματολογικών Ερευνών έχει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τα άρθρα 6 παρ. 1 εδάφ. α΄- ε΄ και ζ΄ και 7 παρ. 1 εδάφ. α΄- δ΄ του π.δ. 342/1977». Σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 7 του π.δ. 198/1992 (Α΄ 92) -στην οποία επίσης παρέπεμπε το άρθρο 30 παρ. 17 περ. β΄ του π.δ. 14/2001- «Τα Γραφεία Εγκληματολογικών Ερευνών (Γ.Ε.Ε.) …, που λειτουργούν στις έδρες των Αστυνομικών Διευθύνσεων, εντάσσονται διοικητικά εφεξής στο επιτελείο των αντίστοιχων Αστυνομικών Διευθύνσεων. …». Εξάλλου, στο ως άνω π.δ. 116/2007 ορίζονταν και τα ακόλουθα: Άρθρο 2 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 66 περ. ε΄ του π.δ. 178/2014). «2. Σε καθεμιά των Αστυνομικών Διευθύνσεων της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου [μεταξύ των οποίων οι Α΄ και Β΄ Αστυνομικές Διευθύνσεις Κυκλάδων] λειτουργεί Επιτελείο, το οποίο διαρθρώνεται στα ακόλουθα Γραφεία: … 3. Στα Επιτελεία των Αστυνομικών Διευθύνσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, επίσης, λειτουργούν: α. Γραφείο Εγκληματολογικών Ερευνών (Γ.Ε.Ε.), σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 17 του άρθρου 1 του π.δ/τος 223/2003 (Α΄ 188) και το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητες που ορίζονται στα άρθρα 6 παρ. 1 περίπτ. α΄ έως ε΄ και ζ΄ και 7 παρ. 1 περίπτ. α΄ έως δ΄ του π.δ./τος 342/1977 (Α΄ 109). β. … ». Άρθρο 20 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. α΄ του π.δ. 7/2017). «Τα Τμήματα Ασφαλείας διαρθρώνονται ως εξής: … γ. Στο Γραφείο Εγκληματολογικών Ερευνών, προκειμένου για Τμήματα που λειτουργούν εκτός της έδρας των Αστυνομικών Διευθύνσεων και εφόσον εκεί υπάρχει έδρα Πρωτοδικείου. Το Γραφείο αυτό ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τα άρθρα 6 παρ. 1 περίπτ. α΄, ε΄ και ζ΄ και 7 παρ. 1 περίπτ. α΄ και δ΄ του π.δ./τος 342/1977 (Α΄ 109)». Το π.δ. 342/1977 (Α΄ 109) στα άρθρα 6 και 7 -σε διατάξεις των οποίων παρέπεμπαν τα ως άνω άρθρα 30 παρ. 19 εδ. δεύτερο του π.δ. 14/2001 (όπως το άρθρο αυτό είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 1 παρ. 3 του π.δ. 223/2003) και 2 παρ. 3 περ. α΄ και 20 περ. γ΄ του π.δ. 116/2007 όσον αφορά τις αρμοδιότητες των Γ.Ε.Ε.- ορίζει τα εξής: Άρθρο 6 παρ. 1 «… α) Η παρακολούθησις της κινήσεως της εγκληματικότητος της περιφερείας των, διά της συγκεντρώσεως και καταλλήλου ταξινομήσεως των αποστελλομένων και περιερχομένων αυτοίς στοιχείων σημάνσεως ή ετέρων τοιούτων εκ μέρους των Εγκληματολογικών Υπηρεσιών της περιφερείας των και των οπωσδήποτε ασχολουμένων με την δίωξιν του εγκλήματος Αρχών. β) Η τήρησις αρχείου δακτυλικών αποτυπωμάτων, ατομικών φακέλων καταδιωκομένων και σημαινομένων ατόμων, φωτογραφικού, μεθοδικοτήτων – ελαττωματικοτήτων (MODUS OPERANDI) και λοιπών τοιούτων, προς δε ευρετηρίων καταδιωκομένων και σημαινομένων ατόμων ημεδαπών τε και αλλοδαπών, ως και ειδικών συλλογών αποτυπωμάτων, ιχνών και αντικειμένων. γ) Η υπ΄ αυτών, κατ’ αίτησιν των αρμοδίων Αρχών της περιφερείας των, δι’ ειδικευμένου προσωπικού διερεύνησις και φωτογράφησις του τόπου τελέσεως εγκλημάτων ή άλλων συμβάντων εγκληματολογικού ενδιαφέροντος, προς ανεύρεσιν, περισυλλογήν και αξιοποίησιν των ανευρισκομένων ιχνών. δ) Η παροχή προς τας αρμοδίας Αρχάς, αυτεπαγγέλτως ή κατ’ αίτησιν αυτών, πληροφοριών προκυπτουσών εκ των παρ’ αυτών τηρουμένων βιβλίων, αρχείων, συλλογών ή άλλων εγγράφων στοιχείων και δυναμένων να συμβάλλουν εις την πρόληψιν, την καταστολήν και την εν γένει δίωξιν της εγκληματικότητος. ε) Η διεξαγωγή της υπηρεσίας εξακριβώσεως της ταυτότητος των εγκληματιών της περιφερείας των, επί τη βάσει της δακτυλοσκοπικής ή ετέρας προσφόρου επιστημονικής μεθόδου και η μέριμνα διά την παρ’ αυτοίς λειτουργίαν των απαραιτήτων εργαστηρίων εγκληματολογικής εμπειροτεχνίας. στ) … ζ) …». Άρθρο 7 παρ. 1 «… α) Η εγκληματολογική σήμανσις των κατά το άρθρον 27 του παρόντος Κανονισμού υποκειμένων εις ταύτην ατόμων. β) Η διερεύνησις του τόπου του εγκλήματος διά την ανεύρεσιν ιχνών και πειστηρίων, συλλογήν, συσκευασίαν και περαιτέρω αποστολήν αυτών εις την προϊσταμένην των Εγκληματολογικήν Υπηρεσίαν πρός επιστημονικοτεχνικήν εξέτασιν. γ) Η ενημέρωσις των Αστυνομικών και Δικαστικών Αρχών περί του εγκληματικού παρελθόντος των ατόμων της περιφερείας των, βάσει των υπαρχόντων εις το αρχείον των στοιχείων. Προς τούτο τηρούν τα εν άρθρω 95 αναφερόμενα Αρχεία και βιβλία, δύνανται δε να τηρούν και αρχείον δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφιών. δ) Η τήρησις και διαρκής ενημέρωσις του ονομαστικού ευρετηρίου των σημαινομένων και καταζητουμένων προσώπων. ε) …». Περαιτέρω, το ίδιο π.δ. 342/1977 ορίζει μεταξύ άλλων και τα εξής: Άρθρο 24 «1. Υπό τον όρον “δακτυλοσκοπική σήμανσις“ νοείται η λήψις των δακτυλικών αποτυπωμάτων ως και η λήψις αποτυπωμάτων των παλαμών, των πελμάτων και γενικώς αποτυπωμάτων θηλοειδών γραμμών. 2. … 6. …». Άρθρο 26 «1. Η φωτογραφική σήμανσις συνίσταται εις την διά φωτογραφήσεως απεικόνισιν παντός ατόμου υποκειμένου εις εγκληματολογικήν σήμανσιν, έχει δε ως σκοπόν την διά της φωτογραφίας αναγνώρισιν αγνώστων δραστών εγκλημάτων, την σύλληψιν καταδιωκομένων και την εν γένει αναγνώρισιν της ταυτότητος οιουδήποτε ατόμου ζώντος ή τεθνεώτος. 2. … 6. …». Άρθρο 27 «1. Εις εγκληματολογικήν σήμανσιν ήτοι: δακτυλοσκόπησιν, ανθρωπομέτρησιν, περιγραφήν και φωτογράφησιν υπόκειται παν άτομον: α) Νομίμως συλλαμβανόμενον, προφυλακιζόμενον, καταδικαζόμενον, φυλακιζόμενον, ή καθ’ ου επαγγέλλεται κατηγορία υπό της κατά νόμον Αρχής, εφ’ οιωδήποτε εγκλήματι εις βαθμόν κακουργήματος ή πλημμελήματος ανεξαρτήτως του τόπου διαπράξεως και του βαθμού συμμετοχής εις το τελεσθέν ή αποπειραθέν έγκλημα. β) … γ) … δ) Απελαυνόμενον διά δικαστικής ή διοικητικής αποφάσεως. ε) … στ) Διωκόμενον ή αναζητούμενον, διά των δελτίων εγκληματολογικών αναζητήσεων, και συλλαμβανόμενον. ζ) Εισερχόμενον ως φυγάς εν τη Χώρα. η) … χαρακτηριζόμενον υπό των Αστυνομικών Αρχών ως ύποπτον τελέσεως εγκλήματος. θ) … ι) … 2. … 4. …». Άρθρο 28 «Εις μόνην δακτυλοσκόπησιν και φωτογράφησιν υποβάλλονται: α) Τα άτομα, ων η ταυτότης είναι άγνωστος και δεν δύναται άλλως να εξακριβωθή. … β) …». Άρθρο 29 «1. Εις μόνην δακτυλοσκόπησιν υποβάλλονται: α) … β) … γ) Οι θεωρούμενοι ως ύποπτοι τελέσεως εγκληματικής πράξεως. 2. …». Ενόψει των ανωτέρω, στο Επιτελείο της Αστυνομικής Διευθύνσεως Κυκλάδων (τόσον της ενιαίας όσον και των Α΄ και Β΄) λειτουργούσε Γραφείο Εγκληματολογικών Ερευνών που ασκούσε τις ως άνω αρμοδιότητες, ενώ το Αστυνομικό Τμήμα Πάρου δεν ασκούσε αρμοδιότητες εγκληματολογικών ερευνών, εφόσον δεν υπάρχει στην Πάρο έδρα Πρωτοδικείου.

  8. Επειδή, εξάλλου, ο ν. 3386/2005 (Α΄ 212), όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο [ήτοι πριν από την κατάργησή του με την παρ. 1 του άρθρου 139 του ν. 4251/2014 (Α΄ 80/1.4.2014), πλην των άρθρων 76, 77, 78, 80, 81, 82, 83 και 89 παρ. 1-3, τα οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 139 του ν. 4251/2014, άρθρου που άρχισε να ισχύει δύο μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 148 αυτού], όριζε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Άρθρο 1 «1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού: α. Αλλοδαπός είναι το φυσικό πρόσωπο που δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια ή που δεν έχει ιθαγένεια. β. Υπήκοος τρίτης χώρας είναι το φυσικό πρόσωπο που δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια ούτε την ιθαγένεια άλλου κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 17 παράγραφος 1 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. γ. … δ. Άδεια διαμονής είναι κάθε είδους πιστοποίηση που παρέχεται από τις ελληνικές αρχές και με βάση την οποία επιτρέπεται σε υπήκοο τρίτης χώρας να διαμένει νόμιμα στην Ελληνική Επικράτεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφος 2 περίπτωση α΄ του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1030/2002 του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 «Για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους υπηκόους τρίτων χωρών» (ΕΕ L 157/15.6.2002). ε. …». Άρθρο 4 «1. Σε κάθε πρόσωπο επιτρέπεται να εισέρχεται στο ελληνικό έδαφος και να εξέρχεται από αυτό μόνον από τις ελεγχόμενες μεθοριακές διαβάσεις. 2. Η είσοδος και η έξοδος εκτός των μεθοριακών διαβάσεων της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να επιτραπεί κατά περίπτωση, για εξαιρετικούς λόγους, με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, που καθορίζει και τον τρόπο διενέργειας του ελέγχου. 3. …». Άρθρο 5 «1. Κάθε πρόσωπο που εισέρχεται στο ελληνικό έδαφος ή εξέρχεται από αυτό υποβάλλεται σε έλεγχο κατά την άφιξη και την αναχώρησή του. 2. Ο έλεγχος των προσώπων που εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος ή εξέρχονται από αυτό ανήκει στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και ενεργείται από τις κατά τόπους αρμόδιες, για το σκοπό αυτόν, αστυνομικές αρχές. 3. Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Εξωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Δικαιοσύνης, Μεταφορών και Επικοινωνιών, Δημόσιας Τάξης και Εμπορικής Ναυτιλίας καθορίζονται οι αερολιμένες, οι λιμένες και τα χερσαία σημεία στα σύνορα της Χώρας, μέσω των οποίων επιτρέπεται η είσοδος προσώπων στο ελληνικό έδαφος και η έξοδος από αυτό, καθώς και το περιεχόμενο του κάθε μορφής ελέγχου, τα όργανα ελέγχου και η διαδικασία εφαρμογής των δικαστικών και διοικητικών πράξεων, που έχουν σχέση με την είσοδο και την έξοδο προσώπων από τη Χώρα. … 4. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Δημόσιας Τάξης, καθορίζονται τα έγγραφα, με τα οποία πρέπει να εφοδιάζονται οι υπήκοοι τρίτων χωρών που στερούνται ταξιδιωτικών εγγράφων και δεν καθίσταται δυνατός ο έγκαιρος εφοδιασμός τους από τις διπλωματικές αρχές της Χώρας τους». Άρθρο 6 «1. Υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος εισέρχεται στο ελληνικό έδαφος οφείλει να έχει διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις. 2. Τα έγγραφα αυτά πρέπει να φέρουν, εφόσον αυτό απαιτείται από τις ισχύουσες διεθνείς συμβάσεις, το κοινοτικό δίκαιο και τις εθνικές ρυθμίσεις, θεώρηση εισόδου (VISA). 3. Η θεώρηση εισόδου χορηγείται από την προξενική αρχή, στην οποία υπάγεται ο τόπος κατοικίας του υπηκόου τρίτης χώρας, αφού ληφθούν υπόψη λόγοι που αφορούν ιδίως στη δημόσια τάξη και ασφάλεια της Χώρας και τη δημόσια υγεία και διακρίνεται σε θεώρηση βραχείας διαμονής (θεώρηση “Σένγκεν”) και σε θεώρηση μακράς διαμονής (εθνική θεώρηση). 4. Η εθνική θεώρηση εκδίδεται βάσει των αντίστοιχων για την άδεια διαμονής νομοθετικών ρυθμίσεων του παρόντος και η διάρκειά της συναρτάται, κατά περίπτωση, με εκείνη της προβλεπόμενης διαμονής. 5. Υπήκοοι τρίτων χωρών, που δεν έχουν υποχρέωση θεώρησης εισόδου, επιτρέπεται να εισέρχονται και να παραμένουν στην Ελληνική Επικράτεια μέχρι τρεις μήνες συνολικά ή τμηματικά εντός διαστήματος έξι μηνών από την ημερομηνία της πρώτης εισόδου. 6. … 7. …». Άρθρο 9 «1. Υπήκοος τρίτης χώρας, που έχει λάβει θεώρηση εισόδου στην Ελλάδα για έναν από τους λόγους που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος, οφείλει να ζητήσει άδεια διαμονής για τον ίδιο λόγο, εάν πληροί τις προβλεπόμενες από το νόμο αυτόν προϋποθέσεις. 2. Καθιερώνονται οι παρακάτω κατηγορίες αδειών διαμονής, καθώς και οι τύποι αδειών που περιλαμβάνονται σε αυτές. Οι τύποι αδειών διαμονής παρέχουν στον κάτοχο το δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας κατά τις ειδικότερες ρυθμίσεις του νόμου αυτού: Α) Άδεια διαμονής για εργασία: … Β) Άδεια διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα: … Γ) Άδεια διαμονής για ειδικούς λόγους: … Δ) Άδεια διαμονής για εξαιρετικούς λόγους: … Ε) Άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση: … ΣΤ) Άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας. Ζ) Άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος. 3. Οι παραπάνω άδειες εκδίδονται με τη μορφή αδειών διαμονής ενιαίου τύπου κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού ΕΚ 1030/2002 …». Άρθρο 10 «Το δικαίωμα διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών που εισέρχονται νόμιμα στη Ελλάδα, για έναν από τους λόγους του νόμου αυτού, τελεί υπό τις εξής προϋποθέσεις: α) Να είναι κάτοχοι ισχύοντος διαβατηρίου ή άλλου ταξιδιωτικού εγγράφου που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις. β) Να μην συντρέχει κίνδυνος για την δημόσια τάξη και ασφάλεια. … γ) Να μην αποτελούν κίνδυνο για την δημόσια υγεία. … δ) … ε) …». Περαιτέρω, στα άρθρα 11 και 12 του ίδιου ν. 3386/2005 προβλέπεται διαδικασία για τη χορήγηση και ανανέωση άδειας διαμονής στην Ελλάδα για τους υπηκόους τρίτων χωρών μετά την είσοδο στη Χώρα και πριν από τη λήξη της θεωρήσεως εισόδου. Στο άρθρο 74 εδ. πρώτο του νόμου αυτού ορίζεται ότι οι νομίμως διαμένοντες στη Χώρα υπήκοοι τρίτων χωρών έχουν ελευθερία κινήσεως και εγκαταστάσεως στο σύνολο της Επικράτειας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 75 παρ. 1, «Η άδεια διαμονής δεν χορηγείται ή ανακαλείται ή δεν ανανεώνεται, εφόσον: α. Δεν πληρούνται ή δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις του νόμου αυτού. β. …». Εξάλλου, στο άρθρο 76 του ίδιου νόμου καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία διοικητικής απελάσεως αλλοδαπών και ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Η διοικητική απέλαση αλλοδαπού επιτρέπεται εφόσον: α. … β. Έχει παραβιάσει τις διατάξεις του νόμου αυτού. γ. Η παρουσία τους στο ελληνικό έδαφος είναι επικίνδυνη για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια της Χώρας. δ. Η παρουσία τους στο ελληνικό έδαφος είναι επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία … 2. Η απέλαση διατάσσεται με απόφαση του οικείου Αστυνομικού Διευθυντή και, προκειμένου περί Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης, από τον αρμόδιο για θέματα αλλοδαπών Αστυνομικό Διευθυντή ή ανώτερο Αξιωματικό, που ορίζεται από τον οικείο Γενικό Αστυνομικό Διευθυντή, αφού προηγουμένως δοθεί στον αλλοδαπό προθεσμία τουλάχιστον σαράντα οκτώ ωρών για να υποβάλει τις αντιρρήσεις του. 3. …». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 82, «1. Το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης τηρεί κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών. Τα κριτήρια και η διαδικασία εγγραφής και διαγραφής αλλοδαπών από τον κατάλογο αυτόν καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. 2. Αλλοδαπός που βρίσκεται στο ελληνικό έδαφος είναι υποχρεωμένος να εγκαταλείψει τη Χώρα, αφότου εγγραφεί στον κατάλογο ανεπιθύμητων, μέσα σε προθεσμία που ορίζεται κάθε φορά από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης. Αν δεν συμμορφωθεί, απελαύνεται. 3. …». Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 της (κατ’ εξουσιοδότηση του ανωτέρω άρθρου 82 παρ. 1 εδ. δεύτερο του ν. 3386/2005 εκδοθείσας) 4000/4/32-ιβ΄/4.9.2006 υπουργικής αποφάσεως (Β΄1353) [όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 8 της 4000/4/32-λα΄/5.10.2012 υπουργικής αποφάσεως (Β΄ 2805)], «1. Στον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών (Ε.Κ.ΑΝ.Α.) εγγράφονται: α. Οι αλλοδαποί σε βάρος των οποίων διατάχθηκε η απέλαση από τη χώρα, βάσει δικαστικής ή διοικητικής απόφασης. β. Αλλοδαποί, των οποίων η παρουσία στο ελληνικό έδαφος αποτελεί απειλή για την εθνική ή τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη. … γ. Αλλοδαποί σε βάρος των οποίων συντρέχουν λόγοι δημόσιας υγείας κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο δ΄ της παρ.1 του άρθρου 76 του ν. 3386/2005. 2. Οι αλλοδαποί που εγγράφονται στον Ε.Κ.ΑΝ.Α. εγγράφονται παράλληλα και στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν (SCHENGEN), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 94 της Σ.Ε.Σ.Σ. [Σύμβαση για την Εφαρμογή της Συμφωνίας Σένγκεν]». Ακολούθως, στο άρθρο 83 του ανωτέρω ν. 3386/2005 προβλέπονται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση (μεταξύ άλλων) που ο υπήκοος τρίτης χώρας εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει στη Χώρα χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις. Στο άρθρο 86 του ίδιου νόμου καθορίζονται οι υποχρεώσεις εργοδοτών και εργαζόμενων υπηκόων τρίτων χωρών και οι κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεώς τους, ορίζονται δε τα εξής: «1. (όπως το πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 4 του ν. 3801/2009, Α΄ 163). Δεν επιτρέπεται η πρόσληψη και η απασχόληση υπηκόων τρίτων χωρών, εφόσον δεν έχουν άδεια διαμονής για εργασία ή άδεια διαμονής και έγκριση πρόσβασης στην αγορά εργασίας ή άδεια διαμονής που παρέχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας ή βεβαίωση της παρ. 3 του άρθρου 11 του νόμου αυτού ότι έχουν καταθέσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την έκδοσή της. … 2. Οι εργοδότες που απασχολούν εργαζόμενους, υπηκόους τρίτων χωρών, οφείλουν να ενημερώνουν αμέσως την αρμόδια Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας για κάθε πρόσληψη υπηκόου τρίτης χώρας και για κάθε μεταβολή στο καθεστώς εργασίας του, όπως παράταση της σύμβασης και καταγγελία αυτής. 3. (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 3846/2010, Α΄ 66/11.5.2010). Στους εργοδότες που παραβιάζουν τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού, πέραν άλλων κυρώσεων που προβλέπονται από τη νομοθεσία επιβάλλεται, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, χρηματικό πρόστιμο που μπορεί να κυμαίνεται από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ έως δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για κάθε παράνομο υπήκοο τρίτης χώρας. … Αν οι ανωτέρω παραβάσεις διαπιστώνονται από τους Επιθεωρητές Εργασίας του ΣΕΠΕ, το ανωτέρω πρόστιμο επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη του αρμόδιου Προϊσταμένου Διεύθυνσης Κοινωνικής Επιθεώρησης Εργασίας ή Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου ή του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση του εργοδότη για παροχή εξηγήσεων. Για την επιβολή του προστίμου εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 2639/1998 (ΦΕΚ 205 Α΄), όπως ισχύουν κάθε φορά. 4. … 5. … 6. Με ποινή φυλάκισης τιμωρείται και ο υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος παρέχει εξηρτημένη εργασία ή υπηρεσίες ή έργο ή ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα χωρίς άδεια διαμονής. … 7. …». Εξάλλου, ο Κανονισμός (ΕΚ) 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15.3.2006 «για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν)» (L 105/13.4.2006), όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον Κανονισμό (ΕΕ) 265/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25.3.2010 (L 85/31.3.2010) [ήτοι πριν από την κατάργηση και αντικατάστασή του από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 (L 77/23.3.2016)], προέβλεπε στο άρθρο 5 ότι: «1. Για παραμονή μικρότερη του τριμήνου ανά εξάμηνο, οι υπήκοοι τρίτων χωρών οφείλουν να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις εισόδου: α) να διαθέτουν έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο ή έγγραφα που επιτρέπουν τη διέλευση των συνόρων· β) να διαθέτουν έγκυρη θεώρηση, εφόσον απαιτείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών, και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή, εκτός εάν διαθέτουν έγκυρο τίτλο διαμονής ή έγκυρη θεώρηση μακράς διαρκείας· γ) … δ) δεν είναι καταχωρισμένοι στο SIS ως ανεπιθύμητοι· ε) δεν θεωρούνται απειλή για τη δημόσια τάξη, την εσωτερική ασφάλεια, τη δημόσια υγεία … ιδίως δε δεν είναι καταχωρισμένοι ως ανεπιθύμητοι στις εθνικές βάσεις δεδομένων των κρατών μελών για τους ίδιους λόγους. 2. …» και στο άρθρο 7 ότι: «1. Η διασυνοριακή κυκλοφορία στα εξωτερικά σύνορα υπόκειται σε ελέγχους εκ μέρους των συνοριοφυλάκων … 2. … 3. Κατά την είσοδο και την έξοδο, οι υπήκοοι τρίτων χωρών υποβάλλονται σε διεξοδικό έλεγχο. α) Οι διεξοδικοί έλεγχοι κατά την είσοδο περιλαμβάνουν την εξακρίβωση των προϋποθέσεων εισόδου που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, καθώς και, ενδεχομένως, των εγγράφων που επιτρέπουν τη διαμονή και την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Η εξακρίβωση αυτή περιλαμβάνει αναλυτική εξέταση των ακόλουθων στοιχείων: … δ) Για λόγους εξακρίβωσης της ταυτότητας προσώπου που δεν πληροί ή δεν πληροί πλέον τους όρους που διέπουν την είσοδο, παραμονή ή κατοικία στο έδαφος των κρατών μελών, μπορεί να γίνεται αναζήτηση στο VIS σύμφωνα με το άρθρο 20 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 767/2008. 4. …». Ακολούθως, ο Κανονισμός (ΕΚ) 767/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.7.2008 «για το Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) και την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ κρατών μελών για τις θεωρήσεις μικρής διάρκειας (κανονισμός VIS)» (L 218/13.8.2008), όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον Κανονισμό (ΕΚ) 810/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13.7.2009 (L 243/15.9.2009), όριζε στο άρθρο 20 ότι: «1. Οι αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με τους ελέγχους στα εξωτερικά σημεία συνοριακής διέλευσης σύμφωνα με τον κώδικα συνόρων του Σένγκεν ή στο έδαφος των κρατών μελών για το κατά πόσον πληρούνται οι όροι εισόδου, παραμονής και κατοικίας στο έδαφος των κρατών μελών, εξουσιοδοτούνται να πραγματοποιούν έρευνες με βάση τα δακτυλικά αποτυπώματα του προσώπου, με μόνο σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητας προσώπων που δεν πληρούν ή δεν πληρούν πια τους όρους που διέπουν την είσοδο, παραμονή και κατοικία στο έδαφος των κρατών μελών. …». Περαιτέρω, ο Κανονισμός (ΕΚ) 2725/2000 του Συμβουλίου της 11.12.2000 «σχετικά με τη θέσπιση του “Eurodac” για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης του Δουβλίνου» (L 316/15.12.2000) -σύμβαση η οποία υπογράφηκε στο Δουβλίνο στις 15.6.1990 (C 254/19.8.1997)- [όπως αυτός ίσχυε πριν από την κατάργησή του με τον Κανονισμό (ΕΕ) 603/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26.6.2013 (L 180/29.6.2013)] όριζε στο άρθρο 8, όσον αφορά τους αλλοδαπούς που συλλαμβάνονται για παράνομη διάβαση εξωτερικών συνόρων, ότι: «1. Κάθε κράτος μέλος, σύμφωνα με τις διασφαλίσεις που ορίζουν η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, λαμβάνει πάραυτα τα δακτυλικά αποτυπώματα όλων των δακτύλων κάθε αλλοδαπού ηλικίας τουλάχιστον 14 ετών που συλλαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές ελέγχου κατά την παράνομη διάβαση διά ξηράς, θαλάσσης ή αέρος των συνόρων του εν λόγω κράτους μέλους προερχόμενος από τρίτη χώρα, ο οποίος δεν αποπέμπεται. 2. …». Τέλος, στον ν. 3907/2011 (Α΄ 7/26.1.2011, με έναρξη ισχύος από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρθρο 47 αυτού), με τον οποίο, μεταξύ άλλων, μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο οι διατάξεις της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16.12.2008 «σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη – μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών» (L 348/24.12.2008), ορίζονται τα εξής: Άρθρο 17 [«Πεδίο Εφαρμογής (Άρθρο 2 της Οδηγίας)»]. «1. Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται στους υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι διαμένουν παράνομα στην ελληνική επικράτεια. 2. Το παρόν Κεφάλαιο δεν εφαρμόζεται στους υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι: α. … συλλαμβάνονται ή παρακολουθούνται από τις αρμόδιες αρχές σε σχέση με παράνομη χερσαία, θαλάσσια ή εναέρια διέλευση των εξωτερικών συνόρων κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του Κώδικα Συνόρων Σένγκεν, στους οποίους δεν έχει χορηγηθεί στη συνέχεια άδεια ή δικαίωμα να παραμείνουν στη Χώρα. β. … γ. …». Άρθρο 18 [«Ορισμοί (Άρθρο 3 της Οδηγίας)»]. «Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, νοούνται ως: α. “Υπήκοος τρίτης χώρας”: κάθε πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της ΕΕ κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 1 της Συνθήκης και δεν απολαύει του κοινοτικού δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παρ. 5 του Κώδικα Συνόρων Σένγκεν. β. “Παράνομη παραμονή”: παρουσία στην ελληνική επικράτεια υπηκόου τρίτης χώρας που δεν πληροί ή δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις εισόδου, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 του Κώδικα Συνόρων του Σένγκεν, ή τις λοιπές προϋποθέσεις εισόδου, παραμονής ή διαμονής της κείμενης νομοθεσίας. γ. “Επιστροφή”: διαδικασία επανόδου υπηκόου τρίτης χώρας είτε με οικειοθελή συμμόρφωσή του προς υποχρέωση επιστροφής είτε αναγκαστικά: α) στη χώρα καταγωγής του ή β) σε χώρα διέλευσης, σύμφωνα με κοινοτικές ή διμερείς συμφωνίες επανεισδοχής ή άλλες ρυθμίσεις ή γ) σε άλλη τρίτη χώρα, στην οποία αποφασίζει εθελοντικά να επιστρέψει και στην οποία γίνεται δεκτός. δ. “Απόφαση επιστροφής”: διοικητική πράξη με την οποία κηρύσσεται ή αναφέρεται ως παράνομη η παραμονή υπηκόου τρίτης χώρας και του επιβάλλεται η υποχρέωση επιστροφής. ε. “Απομάκρυνση”: εκτέλεση της απόφασης επιστροφής με φυσική μεταφορά του υπηκόου τρίτης χώρας εκτός της ελληνικής επικράτειας. στ. …». Άρθρο 21 [«Απόφαση Επιστροφής (Άρθρο 6 της Οδηγίας)»]. «1. (όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 4825/2021, Α΄ 157). Σε περίπτωση απόρριψης αιτήματος χορήγησης ή ανανέωσης τίτλου διαμονής, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης ισχύοντος τίτλου διαμονής, η αρμόδια αρχή εκδίδει απόφαση επιστροφής του υπηκόου τρίτης χώρας. Η απόφαση επιστροφής αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της απόφασης απόρριψης του αιτήματος διαμονής ή ανάκλησης του τίτλου διαμονής. Στις λοιπές περιπτώσεις υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν παράνομα σε ελληνικό έδαφος εκδίδεται απόφαση επιστροφής από τα αρμόδια, κατά το άρθρο 76 παρ. 2 του ν. 3386/2005, όργανα. … 2. …». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, το δικαίωμα διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελλάδα προϋποθέτει νόμιμη είσοδό τους στη Χώρα. Μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3907/2011, εάν υπήκοος τρίτης χώρας έχει εισέλθει παρανόμως, διαμένει παρανόμως στη Χώρα και συλληφθεί οποτεδήποτε, λαμβάνεται εις βάρος του το διοικητικό μέτρο της απελάσεως με πράξη των αρμόδιων αστυνομικών οργάνων. Μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3907/2011 (δηλαδή μετά τις 26.1.2011), εάν ο παρανόμως εισερχόμενος υπήκοος τρίτης χώρας συλληφθεί κατά την είσοδό του στη Χώρα εκδίδεται εις βάρος του πράξη απελάσεως για τον λόγο αυτόν (για παράνομη είσοδο στη Χώρα), κατά τις διατάξεις του ν. 3386/2005 (βλ. άρθρο 17 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 3907/2011 και την οικεία αιτιολογική έκθεση). Εάν όμως ο παρανόμως εισελθών και άρα μη έχων δικαίωμα διαμονής υπήκοος τρίτης χώρας εντοπισθεί και συλληφθεί μετά την παράνομη είσοδό του στην Ελλάδα, δηλαδή ενόσω παραμένει παρανόμως στη Χώρα, εκδίδεται εις βάρος του πράξη επιστροφής (που επίσης αποτελεί διοικητικό μέτρο) από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, κατά τα άρθρα 17 παρ. 1, 18 περ. β΄ και δ΄ και 21 παρ. 1 εδ. τρίτο του ν. 3907/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο 76 παρ. 2 του ν. 3386/2005.

  9. Επειδή, περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: Η είσοδος στη Χώρα αλλοδαπών/υπηκόων τρίτης χώρας και η περαιτέρω διαμονή τους –η οποία μπορεί να είναι και μακρά– δεν είναι ελεύθερη ούτε ανεξέλεγκτη, αλλά διέπεται από κανονιστικό καθεστώς (του ν. 3386/2005) που επιβάλλει σ’ αυτούς την υποχρέωση εφοδιασμού τους με διαβατήριο/ταξιδιωτικό έγγραφο, θεώρηση εισόδου και άδεια διαμονής για συγκεκριμένο σκοπό (για εργασία, ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα, σπουδές ή άλλο νόμιμο σκοπό) και καθιδρύει δεσμία αρμοδιότητα των αστυνομικών οργάνων για την έκδοση πράξεως απελάσεως (βλ. Σ.τ.Ε. 1248/2015. Επίσης, βλ. Σ.τ.Ε. 5208/1995 υπό το προγενέστερο καθεστώς του ν. 1975/1991, Α΄ 184) σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, που ο αλλοδαπός έχει παραβιάσει τις σχετικές διατάξεις, μετά δε την έναρξη ισχύος του ν. 3907/2011 πράξεως επιστροφής για τους παρανόμως διαμένοντες (κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη). Οι ρυθμίσεις των διατάξεων του ν. 3386/2005 αποσκοπούν όχι μόνον στην προστασία του γενικού (δημόσιου) συμφέροντος (της διασφαλίσεως της δημόσιας τάξεως, ασφάλειας, κοινωνικής ειρήνης, δημόσιας υγείας), αλλά και στην προστασία του συμφέροντος των ιδιωτών με την αποτροπή της προσβολής των συνταγματικώς προστατευόμενων έννομων αγαθών (της ζωής, της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας, της τιμής, της υπολήψεως, της προσωπικής ελευθερίας, της γενετήσιας ελευθερίας, της περιουσίας, της ιδιοκτησίας τους) από τη συμπεριφορά των παρανόμως εισελθόντων, διαμενόντων και εργαζόμενων στη Χώρα αλλοδαπών. Επίσης, αποσκοπούν και στην προστασία του συμφέροντος των προσώπων αυτών, τα οποία, όπως επισημαίνεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, «παραμένουν στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής ορισμένες μάλιστα φορές σε συνθήκες κατώτερες του ελαχίστου που υπαγορεύει η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, με αποτέλεσμα να εξωθούνται μοιραία σε ποικίλες μορφές παραβατικότητας, τροφοδοτώντας έτσι ακούσια, κατά καιρούς, τάσεις επιφυλακτικότητας εκ μέρους του ημεδαπού πληθυσμού». Άλλωστε, όσο τα αστυνομικά όργανα παραβιάζουν τις υποχρεώσεις τους και δεν εκδίδουν κατ’ ενάσκηση της δεσμίας αρμοδιότητάς τους πράξη απελάσεως ή μετά τις 26.1.2011 πράξη επιστροφής για τους παρανόμως διαμένοντες, δημιουργείται η βεβαιότητα σε όποιον αλλοδαπό εισήλθε λάθρα, διαμένει παρανόμως στη Χώρα και επιθυμεί να συμπεριφερθεί παρανόμως και να προσβάλει κάποιο έννομο αγαθό ότι ποτέ δεν θα τιμωρηθεί. Και τούτο, διότι η ταυτότητά του δεν είναι γνωστή στις ελληνικές αρχές ούτε έχουν ληφθεί τα δακτυλικά αποτυπώματά του (αφού δεν συνελήφθη ούτε κατά την παράνομη είσοδό του στη Χώρα ούτε κατά τη διάρκεια της παράνομης διαμονής του). Ενόψει των επιδιωκόμενων ως άνω προστατευτικών σκοπών των ρυθμίσεων του ν. 3386/2005, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε περίπτωση παρανόμως εισελθόντος στη Χώρα αλλοδαπού που επί μακρόν διαμένει και εργάζεται παρανόμως σε περιορισμένο κατ’ έκταση τόπο (λ.χ. νησί), η παράλειψη των αστυνομικών οργάνων να άρουν την παράνομη κατάσταση που προκλήθηκε από την παράνομη είσοδο και παραμονή του επί μακρόν στη Χώρα, μη εκδίδοντας, ενώ έχουν υποχρέωση και μπορούν, πράξη απελάσεως κατά παράβαση του άρθρου 76 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 3386/2005 ή μετά τις 26.1.2011 πράξη επιστροφής κατά παράβαση του άρθρου 21 παρ. 1 εδ. τρίτο του ν. 3907/2011, μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικώς και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος επιζήμιου αποτελέσματος (εγκλήματος). Συνεπώς, υπάρχει γενικώς και αφηρημένως αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης αυτής παραλείψεως των οργάνων του Δημοσίου και της ζημίας (λ.χ. βλάβης του σώματος ή της υγείας ή θανατώσεως) τρίτου προσώπου, η οποία προκαλείται όταν ο παρανόμως εισελθών και διαμένων στην Ελλάδα υπήκοος τρίτης χώρας προσβάλει απολύτως προστατευόμενο έννομο αγαθό (πρβ. Σ.τ.Ε. 1964-1966/2021 7μ., 442/2012, 1364, 1677/2008, 4067/2005 7μ., 28/2000 κ.ά. σε περιπτώσεις παραλείψεων των αστυνομικών οργάνων να λάβουν τα αναγκαία, κατάλληλα και πρόσφορα μέτρα για την αποτροπή ζημιών εις βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων κατά τη διάρκεια βίαιων επεισοδίων στο πλαίσιο μαζικής κινητοποιήσεως πολιτών ή διαδηλώσεων ή εξαιτίας τρομοκρατικών ενεργειών).

  10. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε συνδυασμό με την πρωτόδικη απόφαση και τα λοιπά παραδεκτώς λαμβανόμενα υπόψη κατ’ αναίρεση διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Τον Ιούλιο 2012 η βρισκόταν με τις δύο κόρες της σε οικογενειακές διακοπές στο νησί της Πάρου. Στις 22.7.2012 η κόρη της * (ήδη αναιρεσείουσα), ηλικίας 15 ετών τότε, έπεσε θύμα εξαιρετικά βίαιου βιασμού και ληστείας από τον *, υπήκοο Πακιστάν, ο οποίος μετά την πράξη του βιασμού, προκειμένου να αποκρύψει την πράξη του αυτήν, προσπάθησε να σκοτώσει την ημιλιπόθυμη ανήλικη, με πέτρα χτυπώντας την στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να προκληθούν βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και να καταστεί έτσι ανάπηρη με συνολικό ποσοστό αναπηρίας 100% κατά ιατρική πρόβλεψη από 4.6.2013 και εφ’ όρου ζωής, σύμφωνα με τις αναφερόμενες την αγωγή και προσκομισθείσες πρωτοδίκως ιατρικές βεβαιώσεις (από 12.1.2016 βεβαίωση της Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας, από 3.7.2014 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποιήσεως αναπηρίας της Διευθύνσεως Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. και από 20.9.2016 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποιήσεως αναπηρίας της Διευθύνσεως Ιατρικής Αξιολόγησης του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.). Με τις 15 και 16/2014 αποφάσεις του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σύρου ο * υπήκοος Πακιστάν (τότε ενήλικος, γεννηθείς την 1.1.1991), κηρύχθηκε ένοχος για το ότι στην περιοχή Άγιος Στέφανος της Νέας Χρυσής Ακτής της νήσου Πάρου στις 22 Ιουλίου 2012: (α) έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει την τότε ανήλικη (γεννηθείσα στις 16.7.1997) * επιχείρησε να της αφαιρέσει τη ζωή (απόπειρα ανθρωποκτονίας), (β) με πρόθεση και με σωματική βία την εξανάγκασε σε συνουσία και σε ανοχή ασελγούς πράξεως (βιασμός), (γ) με χρήση σωματικής βίας και ιδιαίτερη σκληρότητα αφαίρεσε ξένο κινητό πράγμα (συσκευή κινητού τηλεφώνου) από την κατοχή της ανωτέρω ανήλικης παθούσας με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του (διακεκριμένη ληστεία) και (δ) στον ίδιο τόπο και κατά το χρονικό διάστημα από το θέρος του έτους 2011 έως τον Ιούλιο του 2012, ως υπήκοος τρίτης χώρας εκτός Ε.Ε. στερούμενος άδειας διαμονής, παρείχε εξαρτημένη εργασία στην Ελλάδα. Με τις 17 και 18/2014 αποφάσεις του ίδιου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σύρου ο ως άνω κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε ποινή ισόβιας καθείρξεως για την πράξη της ληστείας και σε συνολική ποινή καθείρξεως 25 ετών για τις πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας, του βιασμού και της παράνομης παροχής εργασίας. Όσον αφορά τον δράστη των ως άνω εγκληματικών πράξεων, έγινε δεκτό πρωτοδίκως ότι είχε εισέλθει παρανόμως στην Ελλάδα το έτος 2010, ύστερα δε από ολιγόμηνη παραμονή στην Αττική μετέβη στις αρχές Μαΐου 2011 στην Πάρο, όπου εργαζόταν παρανόμως, αρχικώς σε περιστασιακές εργασίες και από τον Ιούλιο 2011 σε ξενοδοχειακή μονάδα. Μετά την τέλεση (με ιδιαίτερη βαναυσότητα) των ως άνω εγκλημάτων εις βάρος της αναιρεσείουσας, ο δράστης παρέμεινε στο νησί για λίγες ημέρες και στις 31.7.2012, όπως έγινε δεκτό πρωτοδίκως, έφυγε με πλοίο από την Πάρο και μετέβη στον Πειραιά, ενώ στη συνέχεια διέμενε σε ένα σπίτι στη Νέα Χαλκηδόνα, όπου και συνελήφθη στις 5.8.2012. Με την από 18.10.2017 αγωγή που άσκησε -από κοινού με τη μητέρα και την αδελφή της- η αναιρεσείουσα, εκπροσωπηθείσα νομίμως από την ως άνω δικαστική συμπαραστάτριά της (μητέρα της), ζήτησε, κατ’ επίκληση του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει τα προαναφερθέντα ποσά. Με την αγωγή αυτή ισχυρίσθηκε, προσκομίζοντας σχετικά αποδεικτικά μέσα (των οποίων γίνεται επίκληση στο δικόγραφο της αγωγής και στα πρωτοδίκως κατατεθέντα υπομνήματα), ότι ο ανωτέρω υπήκοος της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Πακιστάν εισήλθε παρανόμως στη Ελλάδα από τα σύνορα του Έβρου του 2010. Περαιτέρω, προέβαλε ότι: (α) Η Ελληνική Αστυνομία όφειλε να είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία των συνόρων και ειδικότερα την πρόληψη και την αποτροπή της παράνομης εισόδου του δράστη, (β) όφειλε να τον είχε συλλάβει κατά την είσοδό του στη Χώρα, να τον είχε παραπέμψει στη δικαιοσύνη ή να τον είχε επαναπροωθήσει στη χώρα προελεύσεως ή καταγωγής του, (γ) όφειλε να είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα και να είχε διενεργήσει τους απαιτούμενους ελέγχους, προκειμένου να αποτραπεί και να εντοπισθεί η παράνομη παραμονή και εργασία του στη Χώρα, αλλά και να είχε κινήσει τις διαδικασίες που απαιτούνται από τον νόμο προκειμένου να πραγματοποιηθεί η διοικητική απέλασή του κατά τα άρθρα 44 του ν. 2910/2001 και 76 του ν. 3386/2005, αφού με την παράνομη είσοδο και παραμονή του στη Χώρα παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του νόμου περί αλλοδαπών, (δ) η Ελληνική Αστυνομία παρέλειψε, ενώ όφειλε, να προβεί σε όλες τις ανωτέρω ενέργειες, με αποτέλεσμα ο * να κυκλοφορεί παρανόμως στη Χώρα, χωρίς να έχει γίνει έλεγχος των στοιχείων του, χωρίς να έχει καταγραφεί η είσοδός του και χωρίς να γίνουν οι απαιτούμενες ενέργειες για την επαναπροώθηση ή την απέλασή του και (ε) μεταξύ των ανωτέρω παράνομων πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου και της ζημίας της υφίσταται αιτιώδης συνάφεια και, ειδικότερα, εάν είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα από την Ελληνική Αστυνομία τόσο για την αποτροπή εισόδου στη Χώρα του * (αφού εισήλθε παρανόμως, χωρίς τις απαιτούμενες από τον νόμο διατυπώσεις) όσο και για τη σύλληψη και απέλασή του λόγω παράνομης παραμονής στη Χώρα (βρισκόταν στη Χώρα για 2 χρόνια, κυκλοφορούσε κανονικά χωρίς να κρύβεται και εργαζόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο νησί της Πάρου), οδεν θα βρισκόταν στη Χώρα και συνεπώς δεν θα συνέβαινε το γεγονός του βιασμού της από τον δράστη, αλλά και της ανεπανόρθωτης βλάβης της υγείας της που προκλήθηκε από τα βάναυσα χτυπήματά του. Σύμφωνα με το 4/1453334-231405/23.10.2018 έγγραφο του Διευθυντή της Διευθύνσεως Αλλοδαπών του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. (το οποίο προσκομίσθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο πρωτοδίκως με την έκθεση απόψεων επί της ως άνω αγωγής και το περιεχόμενό του παρατίθεται στα παραδεκτώς κατατεθέντα υπομνήματα των διαδίκων επί της αγωγής), ο ως άνω υπήκοος Πακιστάν δεν είχε υποβάλει αίτημα ασύλου στις αρμόδιες Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και, ως εκ τούτου, δεν είχε χορηγηθεί σ’ αυτόν άδεια παραμονής (ροζ κάρτα) ως αιτούντα άσυλο ή άδεια διαμονής πρόσφυγα (λευκή) ούτε και ταξιδιωτικό έγγραφο (T.D.V.), επιπλέον δε ο ως άνω αλλοδαπός δεν είχε λάβει άδεια διαμονής από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, ενώ, εξάλλου, δεν προέκυψε καταχώρισή του στον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών ούτε στο σύστημα πληροφοριών Schengen (SIS II). Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή αυτή, κατά το μέρος που ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα, απορρίφθηκε ως αβάσιμη. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ναι μεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του Δημοσίου, τα οποία παρέλειψαν να αποτρέψουν την παράνομη είσοδο του ανωτέρω αλλοδαπού στη Χώρα ή να τον εντοπίσουν κατά τη διετή παράνομη παραμονή του και κυκλοφορία του σε αυτήν και να τον υπαγάγουν σε διαδικασία επαναπροωθήσεως στη χώρα από την οποία προέρχεται, όπως είχαν καθήκον, όμως μόνη η κατά τα ανωτέρω παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου να αποτρέψουν την είσοδο και παραμονή του συγκεκριμένου αλλοδαπού στη Χώρα, ο οποίος δεν ήταν πριν από το ανωτέρω έγκλημα σεσημασμένος ή εγγεγραμμένος στον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών ούτε η παρουσία του είχε επισημανθεί ή καταγγελθεί ως επικίνδυνη στις Αρχές, δεν αρκεί για να επιφέρει την ένδικη ζημία, καθόσον για την επέλευσή της μεσολάβησε η διάπραξη ειδεχθούς εγκληματικής πράξεως από αυτόν, η οποία διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο. Περαιτέρω, κατά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, υπό την αντίθετη εκδοχή, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι μόνη η παράνομη είσοδος και παραμονή στη Χώρα αλλοδαπού επιφέρει αυτόθροα την τέλεση σοβαρότατων εγκλημάτων, συμπέρασμα αβάσιμο ενόψει του αριθμού αυτών (των παρανόμως ευρισκομένων στη Χώρα αλλοδαπών). Εξάλλου, η αγωγή καθ’ ο μέρος είχε ασκηθεί από τη μητέρα της αναιρεσείουσας ατομικώς και την αδελφή της με αίτημα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει σε καθεμιά από αυτές 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από τις ως άνω παράνομες παραλείψεις, απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως (άρθρο 71 του Κ.Δ.Δ.), με την αιτιολογία ότι οι ενάγουσες αυτές ως εμμέσως ζημιωθείσες δεν εδικαιούντο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως η αναιρεσείουσα, εκπροσωπηθείσα νομίμως από την ως άνω δικαστική συμπαραστάτριά της, άσκησε (από κοινού με τις λοιπές αρχικές ενάγουσες) έφεση, με την οποία προέβαλε ότι (α) εάν είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα από την Ελληνική Αστυνομία τόσο για την αποτροπή εισόδου στη Χώρα του * όσο και για τη σύλληψη και απέλασή του, αυτός δεν θα βρισκόταν στη Χώρα και συνεπώς δεν θα συνέβαινε ο βιασμός και ο βαρύτατος τραυματισμός της αναιρεσείουσας, (β) οι ανωτέρω παράνομες παραλείψεις της αστυνομίας είχαν ως συνέπεια ο εν λόγω αλλοδαπός να ζει υπό καθεστώς ανομίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθόσον ως παρανόμως διαμένων στη Χώρα (και ειδικότερα στη νήσο Πάρο, η οποία αποτελεί μία γεωγραφικά απομονωμένη περιοχή, με μικρή έκταση και σαφώς οριοθετημένο μέγεθος) βρισκόταν εκ των πραγμάτων, αφού δεν ήταν καταγεγραμμένος πουθενά, εκτός του πεδίου της ελληνικής έννομης τάξεως όσον αφορά την εν γένει διαβίωσή του και (γ) το ως άνω γεγονός (η διαβίωση επί μεγάλο χρονικό διάστημα υπό καθεστώς ανομίας) συναρτάται άμεσα με την εγκληματική συμπεριφορά (ληστεία, βιασμός και απόπειρα ανθρωποκτονίας) που εμφάνισε. Ενόψει τούτων, προέβαλε ότι συνέτρεχε εν προκειμένω η απαραίτητη προϋπόθεση της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παράνομων παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου και της ζημίας που επήλθε σε αυτήν. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο κατά τα ανωτέρω λόγος εφέσεως της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ότι (α) με τις ανωτέρω αποφάσεις του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σύρου ο * κηρύχθηκε ένοχος (μεταξύ άλλων) για τις πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας και του βιασμού εις βάρος της αναιρεσείουσας και (β) τα όργανα του Ελληνικού Δημοσίου παρέλειψαν να αποτρέψουν την παράνομη είσοδο του συγκεκριμένου αλλοδαπού στην ελληνική επικράτεια και ακολούθως να τον εντοπίσουν κατά τη διετή παράνομη παραμονή και κυκλοφορία του σε αυτήν και να τον υπαγάγουν σε διαδικασία επαναπροωθήσεως στη χώρα καταγωγής ή προελεύσεώς του. Με τα δεδομένα αυτά, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι η παράνομη είσοδος του ανωτέρω αλλοδαπού στη Χώρα και στη συνέχεια η διετής παράνομη παραμονή του και κυκλοφορία του στη Χώρα δεν είναι βέβαιο αλλά ούτε και πιθανό ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προκάλεσε τον βαρύτατο τραυματισμό της αναιρεσείουσας, διότι, υπό τις συνθήκες που έγινε, πρόσφορη αιτία για τον τραυματισμό της δεν ήταν η παράνομη είσοδος του ανωτέρω αλλοδαπού στη Χώρα και στη συνέχεια η διετής παράνομη παραμονή του και κυκλοφορία του στη Χώρα αλλά οι πράξεις του βιασμού και της απόπειρας ανθρωποκτονίας που τέλεσε ο εν λόγω αλλοδαπός εις βάρος της. Με τις σκέψεις αυτές, το διοικητικό εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι δεν υπάρχουν παραλείψεις των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου που να βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με τον βαρύτατο τραυματισμό της αναιρεσείουσας και, ως εκ τούτου, η αγωγή κατά το μέρος που είχε ασκηθεί από την αναιρεσείουσα ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη. Ο ίδιος ως άνω λόγος εφέσεως (κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσον αφορά τη μη συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παράνομων παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου και της επελθούσας ζημίας) καθ’ ο μέρος προβλήθηκε από τις λοιπές εκκαλούσες – ενάγουσες (μητέρα και αδερφή της αναιρεσείουσας) απορρίφθηκε ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης υποθέσεως, με τη σκέψη ότι η αγωγή τους δεν είχε απορριφθεί για έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου αλλά για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως κατά το άρθρο 71 του Κ.Δ.Δ. Ήδη με την κρινόμενη αίτηση η αναιρεσείουσα πλήσσει την ως άνω κρίση του διοικητικού εφετείου για έλλειψη της σωρευτικώς απαιτούμενης για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου προϋποθέσεως της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παρανομίας και της ζημίας και ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθ’ ο μέρος ο ως άνω λόγος εφέσεως απορρίφθηκε ως αβάσιμος.

  11. Επειδή, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στις προηγούμενες σκέψεις, η ως άνω κρίση του διοικητικού εφετείου δεν είναι νόμιμη. Και τούτο, διότι υπό τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως κατ’ αναίρεση δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η παράνομη παράλειψη των αστυνομικών οργάνων να άρουν την παράνομη κατάσταση που προκλήθηκε από την παράνομη είσοδο και παραμονή επί μακρόν στη Χώρα υπηκόου τρίτης χώρας, μη εκδίδοντας, ενώ είχαν υποχρέωση και μπορούσαν, πράξη απελάσεως ή πράξη επιστροφής κατά παράβαση των διατάξεων των νόμων 3386/2005 και 3907/2011, μπορεί αντικειμενικώς κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να οδηγήσει στο επιζήμιο αποτέλεσμα της προσβολής της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας τρίτου προσώπου. Επομένως, υπάρχει γενικώς και αφηρημένως αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης αυτής παραλείψεως των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου και της ζημίας (βλάβης του σώματος και της υγείας) του προσώπου, η οποία προκαλείται από τον ουδέποτε συλληφθέντα και εντεύθεν μη απελαθέντα ή μη υποχρεωθέντα σε επιστροφή υπήκοο τρίτης χώρας. Δεν αίρεται δε ο αιτιώδης σύνδεσμος εκ του ότι μεταξύ της παρανομίας των οργάνων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και του βαρύτατου τραυματισμού παρεμβάλλεται η εγκληματική ενέργεια αλλοδαπού ο οποίος εισήλθε λάθρα, διέμενε και εργαζόταν επί μακρόν παρανόμως στη Χώρα και χωρίς να έχει εντοπισθεί πουθενά, παρότι τούτο ήταν εφικτό. Και τούτο, διότι ο τραυματισμός αυτός δεν θα είχε προκληθεί αν τα αρμόδια κατά νόμον (βλ. σκέψεις 6 έως 8) όργανα του Ελληνικού Δημοσίου είχαν τηρήσει τη συμπεριφορά που επιβαλλόταν από τις παραβιασθείσες διατάξεις των νόμων 3386/2005 και 3907/2011 που αναφέρονται στη σκέψη 9 και οι οποίες έχουν τεθεί και για χάρη της προστασίας, μεταξύ άλλων, της ζωής, της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας, της τιμής και της γενετήσιας ελευθερίας όλων των προσώπων που βρίσκονται στη Χώρα. Για τον λόγο αυτόν, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η υπόθεση δε, που χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για νέα κρίση.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την 468/2021 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Αριθμός 1500/2022

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την εξής σύνθεση: Σπ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Τ. Κόμβου, Χρ. Λιάκουρας, Σύμβουλοι, Ε. Τζιράκη, Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ειρ. Δασκαλάκη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 6 Απριλίου 2021 αίτηση:

της * νομίμως εκπροσωπουμένης *, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Σπυρίδωνα Βλαχόπουλο (Α.Μ. 17001), που τον διόρισε με πληρεξούσιο η ανωτέρω δικαστική συμπαραστάτριά της,

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Ιωάννη Καλαμάρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 468/2021 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Τ. Κόμβου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

  1. Επειδή, με την αίτηση αυτή η * *ζητεί να αναιρεθεί η 468/2021 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε έφεση της ίδιας, εκπροσωπηθείσας από την ανωτέρω οριστική δικαστική συμπαραστάτριά της, κατά της 14010/2019 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών [βλ. άρθρα 128 παρ. 2, 1666, 1667, 1676 αριθ. 1, 1678, 1681 και 1682 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τα άρθρα 63 παρ. 1 και 64 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (π.δ. 503/1985, Α΄ 182) και 40 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8). Βλ. σχετικά Σ.τ.Ε. 4287/2009, 2839/2000 και Α.Π. 533/2018, 1736/2017, 574/2010]. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί η από 18.10.2017 αγωγή την οποία από κοινού με άλλες ενάγουσες είχε ασκήσει (στις 19.10.2017) με βάση το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα η ήδη αναιρεσείουσα (νομίμως εκπροσωπηθείσα από την ανωτέρω δικαστική συμπαραστάτριά της). Με την αγωγή αυτή η αναιρεσείουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, α) ποσό 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (άρθρο 932 του Α.Κ.) και β) ποσό 2.977,81 ευρώ μηνιαίως ως αποζημίωση για έξοδα διαβιώσεως, καθημερινής φροντίδας και ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως από 1.6.2017 και εφ’ όρου ζωής (άρθρα 929 και 930 του Α.Κ.) λόγω ανεπανόρθωτης βλάβης της υγείας της συνεπεία του βαρύτατου τραυματισμού της οφειλόμενου κατά τους ισχυρισμούς της σε παράνομες παραλείψεις των αρμόδιων οργάνων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου.

  2. Επειδή, κατά την έννοια των παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) -που άρχισε να ισχύει από 1.1.2011 σύμφωνα με το άρθρο 70 του νόμου αυτού- και ακολούθως η παρ. 3 συμπληρώθηκε (με την προσθήκη σ’ αυτήν δεύτερου εδαφίου) με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22.12.2016), αν πρόκειται για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ, ο αναιρεσείων βαρύνεται δικονομικώς, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, με την υποχρέωση να προβάλει και να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που πρέπει να περιλαμβάνονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, δηλαδή ζήτημα ερμηνείας διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (Σ.τ.Ε. 228/2021, 1950, 1772, 1594, 579, 155/2020, 1704/2019, 1415/2017 κ.ά.). Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων επικαλείται έλλειψη νομολογίας επί συγκεκριμένου ζητήματος, πρέπει το ζήτημα αυτό να μην αφορά το πραγματικό της υπό κρίση υποθέσεως αλλά την ερμηνεία διατάξεως νόμου ή γενικής αρχής δυνάμενης να έχει γενικότερη εφαρμογή (Σ.τ.Ε. 2371, 1827, 1594, 579/2020 κ.ά.), ανεξαρτήτως εάν η ερμηνεία διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (Σ.τ.Ε. 228/2021, 2371/2020, 1415/2017 κ.ά.). Εξάλλου, όταν με λόγο αναιρέσεως πλήσσεται η ερμηνεία που δόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας σε αόριστη νομική έννοια η οποία αποτελεί στοιχείο του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, εφόσον η αόριστη νομική έννοια προσδιορίζεται με βάση τα πραγματικά δεδομένα κάθε υποθέσεως, ως απόφαση που επιλύει το ίδιο νομικό ζήτημα νοείται μόνον η απόφαση που έχει κρίνει επί υποθέσεως με όμοια ή παρεμφερή πραγματικά περιστατικά (Σ.τ.Ε. 228/2021, 1950, 252, 251, 160, 155/2020, 1704, 1207-8/2019, 2391-3/2018, 1415/2017, 4410-22/2015, βλ. και Σ.τ.Ε. 73/2020, 2133/2019, 37-40/2019 7μ., 3440, 3435-8, 673, 240/2017, 368/2016, 4489/2015, 4962-3, 4782-3, 266/2014, πρβ. επί εφέσεως Σ.τ.Ε. 340/2019, 333/2017, 540/2015).

  3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε στις 7.4.2021, έχει χρηματικό αντικείμενο ανώτερο του κατά νόμον ορίου των 40.000 ευρώ. Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο εσφαλμένως έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση με βάση το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. λόγω ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης παραλείψεως των οργάνων του Δημοσίου να αποτρέψουν την είσοδο και επί μακρόν παραμονή στη Χώρα αλλοδαπού υπηκόου τρίτης χώρας και του επιβλαβούς αποτελέσματος, το οποίο επήλθε με τη διάπραξη ειδεχθούς εγκληματικής πράξεως από τον αλλοδαπό αυτόν. Για τη θεμελίωση του παραδεκτού του ανωτέρω λόγου και της υπό κρίση αιτήσεως με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο προβάλλεται ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για το κρίσιμο νομικό ζήτημα αν γενικώς και αφηρημένως η παράλειψη των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου να αποτρέψουν την παράνομη είσοδο αλλοδαπού στη Χώρα και να τον εντοπίσουν καθ’ όλη τη διάρκεια της παράνομης παραμονής και κυκλοφορίας του στη Χώρα, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος επιβλαβούς αποτελέσματος (βαρύτατος τραυματισμός). Το τιθέμενο με την κρινόμενη αίτηση ζήτημα είναι νομικό, διότι αφορά την εξειδίκευση, με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, της αόριστης νομικής έννοιας της αιτιώδους συνάφειας, που αποτελεί στοιχείο του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου (άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ.). Για το ανωτέρω νομικό ζήτημα, κρίσιμο για την επίλυση της ένδικης διαφοράς, δεν υπάρχει νομολογία του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, ο ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας είναι βάσιμος και ο προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει. Δεδομένου δε ότι η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και κατά τα λοιπά παραδεκτώς, ο προβαλλόμενος λόγος πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το βάσιμο αυτού.

  4. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση παράνομης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από την παράνομη παράλειψη εκδόσεως τέτοιας πράξεως, αλλά και από παράνομες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παράνομες παραλείψεις υλικών ενεργειών των οργάνων αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Εξάλλου, ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, υπάρχει όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένος κανόνας δικαίου, με τον οποίο επιδιώκεται η προστασία, πέραν του γενικού συμφέροντος, και ατομικού δικαιώματος (ή ατομικών δικαιωμάτων) ή ιδιωτικού συμφέροντος (Σ.τ.Ε. 2432-3/2018, 3292/2017, 1048-9/2016, 4283/2014, 1491, 1590/2010, 4343/2009, 322/2009 7μ., 648, 1364, 1677/2008, 307/2007, 3706, 3919/2001, 28/2000), αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστεως (Σ.τ.Ε. 1964-6/2021, 1774/2020, 2432-3/2018, 3292/2017, 950/2014, 877/2013 7μ., 442/2012, 4133/2011 7μ. κ.ά.). Ο κατά τα ανωτέρω παράνομος χαρακτήρας της ζημιογόνου πράξεως, παραλείψεως ή υλικής ενέργειας αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του (Σ.τ.Ε. 1964-6/2021, 1774/2020, 2432-3/2018, 3292/2017, 950/2014, 877/2013 7μ., 4133/2011 7μ. κ.ά.). Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημιώσεως είναι, μεταξύ άλλωων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξεως ή παραλείψεως ή υλικής ενέργειας ή παραλείψεως υλικής ενέργειας του οργάνου του Δημοσίου και της ζημίας που επήλθε. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη ή η υλική ενέργεια ή η παράλειψη αυτής εκ μέρους του οργάνου του Δημοσίου είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικώς κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, ενόψει δε και των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Σ.τ.Ε. 1964-6/2021, 1774/2020, 2432-3/2018, 3292/2017, 877/2013 7μ., 442/2012, 322/2009 7μ. κ.ά.). Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές για την επίδραση των φυσικών φαινομένων και την εξέλιξη των βιοτικών σχέσεων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές, καθώς και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις (δηλαδή της μέσης μορφώσεως ανθρώπου), οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, μεταξύ άλλων, για την ανεύρεση με βάση αυτές της έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών (Σ.τ.Ε. 2730/2020, 116/2013, 1282/2011, Α.Π. 109, 57/2020, 828/2018, 87/2013, 208/2011, βλ. και Α.Π. 8/2005 Ολομ., 232-3/2020, 1702/2018, 2080, 809/2017, 1662/2010 κ.ά.). Περαιτέρω, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι η πράξη ή η παράλειψη ή η υλική ενέργεια ή η παράλειψη υλικής ενέργειας μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, διότι είναι κρίση νομική, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προκειμένου να εξειδικευθεί η αόριστη νομική έννοια του αιτιώδους συνδέσμου. Αντιθέτως, η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη ή η υλική ενέργεια ή η παράλειψη υλικής ενέργειας αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (Σ.τ.Ε. 1774/2020, 2432-3/2018, 3292/2017, 442/2012, 322/2009 7μ. κ.ά.).

  5. Επειδή, ο ισχύων κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο ν. 2800/2000 (Α΄ 41) όριζε στο άρθρο 8 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 125 περ. β΄ του ν. 4249/2014, Α΄ 73) ότι: «1. Η Ελληνική Αστυνομία είναι Σώμα Ασφάλειας με τοπική αρμοδιότητα σε όλη την επικράτεια, εκτός από τους χώρους για τους οποίους ειδικές διατάξεις προβλέπουν αρμοδιότητα του Λιμενικού Σώματος, και έχει ως αποστολή: α. Την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης και ευταξίας και της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης και τροχαίας. β. Την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και την προστασία του Κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, στα πλαίσια της συνταγματικής τάξης, που περιλαμβάνει την άσκηση της αστυνομίας δημόσιας και κρατικής ασφάλειας. 3. … 4. … 5. Η άσκηση της αστυνομίας δημόσιας ασφάλειας περιλαμβάνει ιδίως: α. Τη δίωξη των εγκλημάτων κατά της ζωής, της προσωπικής ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και των περιουσιακών δικαιωμάτων, β. …στ. Την επιτήρηση των τόπων όπου συχνάζουν οι ύποπτοι διάπραξης εγκλημάτων και τον έλεγχο των προσώπων αυτών. ζ. … η. Την αναζήτηση και σύλληψη των διωκόμενων προσώπων. 6. Η άσκηση της αστυνομίας κρατικής ασφάλειας περιλαμβάνει ιδίως: … α. … γ. Τον έλεγχο της τήρησης των διατάξεων που αφορούν την είσοδο, παραμονή και εργασία των αλλοδαπών στη χώρα. δ. …» και στο άρθρο 9 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 125 περ. β΄ του ν. 4249/2014) ότι: «1. Η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφάλειας και λειτουργεί με τους δικούς της οργανικούς νόμους. Για την εκτέλεση της αποστολής της εφοδιάζεται με τα αναγκαία μέσα και εξοπλισμό. … 2. Όλες οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και το προσωπικό της τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης … Το αστυνομικό προσωπικό, οι συνοριακοί φύλακες και οι ειδικοί φρουροί θεωρούνται ότι βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία, σε κάθε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή τους. 3. … 4. …». Σύμφωνα δε με το άρθρο 93 του π.δ. 141/1991 (Α΄ 58), «1. Η προληπτική ενέργεια αποτελεί το πρώτιστο καθήκον της Ελληνικής Αστυνομίας. Αποσκοπεί στην πρόληψη των αξιόποινων πράξεων και δυστυχημάτων και την εξασφάλιση της δημόσιας ειρήνης, ευταξίας και απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών. 2. Η κατασταλτική ενέργεια εκδηλώνεται σε περιπτώσεις τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης αξιόποινων πράξεων, είτε ως δικαστική προανάκριση είτε ως καταδιωκτική ενέργεια και αποσκοπεί στη ματαίωση των αξιοποίνων πράξεων ή τον περιορισμό των δυσμενών συνεπειών τους, την εξιχνίαση των τελουμένων εγκλημάτων, την ανακάλυψη και σύλληψη των δραστών και την ανεύρεση και κατάσχεση των πειστηρίων και των προϊόντων του εγκλήματος. 3. Η αποτελεσματικότητα τόσο της προληπτικής όσο και της κατασταλτικής ενέργειας δείχνει τις ικανότητες και την υπηρεσιακή απόδοση των αρμόδιων οργάνων της Ελληνικής Αστυνομίας». Περαιτέρω, στο άρθρο 10 του ν. 2800/2000 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 125 περ. β΄ του
    ν. 4249/2014) ορίζονταν τα εξής: «1. Η Ελληνική Αστυνομία συγκροτείται από Κεντρικές και Περιφερειακές Υπηρεσίες. 2. Κεντρικές Υπηρεσίες είναι αυτές των οποίων η τοπική αρμοδιότητα εκτείνεται σε ολόκληρη την επικράτεια. … 4. Περιφερειακές Υπηρεσίες είναι οι Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις και οι Υπηρεσίες που υπάγονται σε αυτές. Οι Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις υπάγονται απευθείας στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας», στο δε άρθρο 14 του ανωτέρω νόμου (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 125 περ. β΄ του ν. 4249/2014) τα εξής: «1. Οι Περιφερειακές Υπηρεσίες που υπάγονται απευθείας στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας είναι: α. … ιγ. Η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου. … 2. Οι ανωτέρω Υπηρεσίες έχουν ως αποστολή, μέσα στα όρια της τοπικής δικαιοδοσίας τους, την άσκηση του συνόλου των αστυνομικών αρμοδιοτήτων, όπως αυτές καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 8 του νόμου αυτού. 3. … 4. Οι Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις Περιφερειών συγκροτούνται από την επιτελική τους Υπηρεσία και τις Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών της περιφέρειάς τους. 5. Οι Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών υπάγονται στις Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις Περιφερειών και ασκούν, μέσα στα όρια του νομού, το σύνολο των αστυνομικών αρμοδιοτήτων. 6. Οι Διευθύνσεις των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης και οι Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών περιλαμβάνουν Αστυνομικές Υπηρεσίες επιπέδου Υποδιεύθυνσης, Τμήματος και Σταθμού. 7. Οι αναφερόμενες στις παραγράφους 3, 4 και 6 του παρόντος άρθρου Υπηρεσίες και οι αρμοδιότητες αυτών καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 28 του παρόντος νόμου». Κατά το άρθρο δε 28 παρ. 1 του ίδιου ν. 2800/2000, «Εξουσιοδοτικές διατάξεις νόμων που προβλέπουν την έκδοση κανονιστικών πράξεων για τη ρύθμιση θεμάτων προσωπικού και Υπηρεσιών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης εφαρμόζονται και για το προσωπικό και τις Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και της Αγροφυλακής». Το (κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 14 παρ. 7 και 28 παρ. 1 του ν. 2800/2000 εκδοθέν) π.δ. 14/2001 (Α΄ 12), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (δηλαδή πριν από την κατάργησή του -πλην του άρθρου 18- με το άρθρο 66 περ. α΄ του π.δ. 178/2014, Α΄ 281), όριζε στο άρθρο 1 ότι: «1. Η Ελληνική Αστυνομία συγκροτείται από κεντρικές και περιφερειακές Υπηρεσίες. 2. … 3. … 4. Περιφερειακές Υπηρεσίες είναι οι Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις και οι Υπηρεσίες που υπάγονται σ’ αυτές», στο άρθρο 2 ότι: «1. Το Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας είναι η ανώτατη επιτελική Υπηρεσία με την οποία ο αρχηγός ασκεί τη διοίκηση του Σώματος. … 2. Το Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας αποτελεί την προϊσταμένη αρχή των κεντρικών και περιφερειακών Υπηρεσιών που συγκροτούν την Ελληνική Αστυνομία. …» και στο άρθρο 3 (όπως αυτό αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1-3 του π.δ. 26/2011, Α΄ 75) ότι: «1. Το Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας αποτελεί ενιαία αυτοτελή Υπηρεσία και διαρθρώνεται στους εξής Κλάδους: α. … β. Κλάδο Ασφάλειας γ. … δ. … 3. Ο Κλάδος Ασφάλειας χειρίζεται τα θέματα δημόσιας και κρατικής ασφάλειας και προγραμματίζει, κατευθύνει και ελέγχει το έργο των Υπηρεσιών στα θέματα αυτά. Ο Κλάδος αυτός διαρθρώνεται στις εξής Διευθύνσεις: … γ. Διεύθυνση Αλλοδαπών …». Περαιτέρω, στο άρθρο 9Α του π.δ. 14/2001 (όπως το αρχικό άρθρο 8 αναριθμήθηκε σε άρθρο 9Α με το άρθρο 1 παρ. 6 του π.δ. 26/2011) ορίζονταν τα εξής: «1. Η Διεύθυνση Αλλοδαπών διαρθρώνεται στα εξής Τμήματα: α. 1ο Τμήμα Μετανάστευσης – Διοικητικών Μέτρων, … δ. 4ο Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης. 2. Οι αρμοδιότητες του Τμήματος Μετανάστευσης – Διοικητικών Μέτρων είναι οι ακόλουθες: α. … β. Η καθοδήγηση των περιφερειακών Υπηρεσιών στην εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας περί αλλοδαπών και ιδίως στο χειρισμό θεμάτων: -Διαβατηριακού ελέγχου γενικά και λειτουργίας των αρμοδίων για τον έλεγχο διαβατηρίων Υπηρεσιών. -Συνεργασίας με τις αρχές που είναι αρμόδιες να εγκρίνουν την έλευση αλλοδαπών προς εργασία, σπουδές, πολιτιστικές εκδηλώσεις, οικογενειακή συνένωση και λοιπές από το νόμο προβλεπόμενες περιπτώσεις, για λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας. -Κατ’ εξαίρεση εισόδου αλλοδαπών που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου. -Παραμονής και απέλασης αλλοδαπών. -Καταχώρησης αλλοδαπών στους καταλόγους ανεπιθυμήτων. -Διεκπεραίωσης αλληλογραφίας που αφορά την καταχώρηση ή άρση των προστίμων και εξέτασης αιτημάτων που υποβάλλονται, μέσω του εθνικού γραφείου SIRENE. -Εφαρμογής διοικητικών μέτρων κατά ημεδαπών και αλλοδαπών. γ) … δ. Η τήρηση του αρχείου της Διεύθυνσης Αλλοδαπών και η γραμματειακή υποστήριξή της. 3. … 4. … 5. Οι αρμοδιότητες του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης είναι οι ακόλουθες: α. Η υλοποίηση της χαρασσόμενης πολιτικής σχετικά με την αποτροπή παράνομης εισόδου στο ελληνικό έδαφος αλλοδαπών και την απομάκρυνση των αλλοδαπών που αποπειρώνται παράνομη είσοδο. β. Η συλλογή, επεξεργασία, τεκμηρίωση και αξιοποίηση πληροφοριών σε θέματα λαθρομετανάστευσης και συναφούς εγκληματικότητας. γ. Ο συντονισμός και η καθοδήγηση των περιφερειακών Υπηρεσιών συνοριακής φύλαξης σε θέματα πρόληψης και καταστολής της λαθρομετανάστευσης. δ. Η εκπόνηση σχεδίων και παροχή οδηγιών για τη λήψη μέτρων αποτροπής της παράνομης εισόδου αλλοδαπών και απομάκρυνσής τους από τον ελληνικό χώρο. ε. Η συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις και τους καθ’ ύλην αρμόδιους κρατικούς φορείς για την αντιμετώπιση των θεμάτων της λαθρομετανάστευσης. στ. … ζ. Η παρακολούθηση της αριθμητικής δύναμης των συνοριακών φυλάκων και η πρόταση για την κατανομή αυτής, καθώς και η τήρηση της χωρογραφικής κατανομής των Υπηρεσιών συνοριακής φύλαξης. η. …». Επίσης, το π.δ. 14/2001 όριζε στο άρθρο 32 ότι: «1. Περιφερειακές Υπηρεσίες που υπάγονται απευθείας στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας είναι: … ιγ. Η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου. … 2. Η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση έχει ως αποστολή, μέσα στα όρια της τοπικής δικαιοδοσίας της, την άσκηση του συνόλου των αστυνομικών αρμοδιοτήτων. 3. … 4. Η τοπική αρμοδιότητα των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Περιφερειών καθορίζονται ως εξής: … ια. Η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου έχει τοπική αρμοδιότητα εκείνη των Αστυνομικών Διευθύνσεων Δωδεκανήσου και Κυκλάδων. …» και στο άρθρο 33 ότι: «1. Η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Περιφέρειας συγκροτείται από το Επιτελείο και τις Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών της περιφέρειάς της. 2. Το Επιτελείο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Περιφέρειας διαρθρώνεται στα εξής Τμήματα: α. … β. Τμήμα Ασφάλειας και Τάξης. 3. … 4. Το Τμήμα Ασφάλειας και Τάξης έχει τις εξής αρμοδιότητες: α. Την παροχή οδηγιών και κατευθύνσεων για τη δράση των Αστυνομικών Διευθύνσεων Νομών της περιφέρειάς της, προς υλοποίηση των στόχων που τίθενται από το Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας, την παρακολούθηση της υλοποίησής τους και τη μέριμνα για την κατάρτιση του απολογισμού του έργου τους. β. Την εκπόνηση σχεδίων και την έκδοση διαταγών που αναφέρονται στη λήψη αστυνομικών μέτρων, εφόσον για την εφαρμογή τους απαιτείται η σύμπραξη περισσοτέρων της μιας Αστυνομικών Διευθύνσεων Νομών δικαιοδοσίας της ή αφορούν ιδιαίτερα σημαντικά θέματα. γ. Την έκδοση διαταγών και οδηγιών για την εφαρμογή της νομοθεσίας που ανάγεται στην αρμοδιότητα των Υπηρεσιών δικαιοδοσίας της. δ. … 5. Οι Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών διαρθρώνονται και ασκούν τις αρμοδιότητές τους σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 31 έως 45 του π.δ. 161/1988 (Α΄ 74), όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις των π.δ. 454/1988 (Α΄ 206), 508/1989 (Α΄ 216), 141/1991 (Α΄ 58), 209/1993 (Α΄ 77), 28/1998 (Α΄ 32) και 310/1998 (Α΄ 215) και ισχύουν κάθε φορά. …». Εξάλλου, το π.δ. 161/1988 (Α΄ 74)- σε διατάξεις του οποίου παρέπεμπε το άρθρο 33 παρ. 5 του π.δ. 14/2001- όριζε, μεταξύ άλλων, τα εξής: Άρθρο 31 (όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 66 περ. δ΄ του π.δ. 178/2014). «1. Η Αστυνομική Διεύθυνση Νομού συγκροτείται από: α) Το επιτελείο. β) Τον αριθμό των παρακάτω κατά κατηγορία υπηρεσιών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42 του παρόντος: (1) Αστυνομικών Υποδιευθύνσεων. (2) Αστυνομικών Τμημάτων. (3) Αστυνομικών Τμημάτων Περιφερείας. (4) Τμημάτων Ασφάλειας. (5) Τμημάτων Τροχαίας. (6) Τμημάτων Αγορανομίας. (7) Τμημάτων Μεταγωγών-Δικαστηρίων. (8) … 2. Η Αστυνομική Διεύθυνση Νομού υπάγεται στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης … και έχει ως αποστολή, μέσα στα όρια της τοπικής της δικαιοδοσίας, την άσκηση του συνόλου των αστυνομικών αρμοδιοτήτων … 3. …». Άρθρο 36 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. β΄ του π.δ. 7/2017, Α΄ 14). «1. … 2. Τα Αστυνομικά Τμήματα της Ελληνικής Αστυνομίας, που ασκούν και αρμοδιότητες ασφάλειας, τροχαίας, αγορανομίας και μεταγωγών- δικαστηρίων, χαρακτηρίζονται ως Τμήματα γενικής αρμοδιότητας. … ». Άρθρο 38 [όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 6 του π.δ. 209/1993, Α΄ 77 και πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. β΄ του π.δ. 7/2017 και στο οποίο παρέπεμπε (μεταξύ άλλων) το ανωτέρω άρθρο 36 παρ. 2]. «1. Τα Τμήματα Ασφάλειας της Αστυνομικής Διεύθυνσης διαρθρώνονται εσωτερικά στα ακόλουθα Γραφεία: … β. Ασφάλειας … 3. Το Γραφείο Ασφάλειας ασκεί τις αρμοδιότητες … των άρθρων 81 και 84 παρ. 3 του π.δ. 582/1984 … 4. …». Άρθρο 42 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. β΄ του π.δ. 7/2017). «1. Οι από το άρθρο 60 [ενν. το άρθρο 69] εδάφιο γ΄ μέχρι νβ΄ του π.δ. 582/1984 προβλεπόμενες Αστυνομικές Διευθύνσεις [μεταξύ των οποίων, κατά την περίπτωση λ΄ τoυ άρθρου 69, η Αστυνομική Διεύθυνση Κυκλάδων] … εξακολουθούν να λειτουργούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 31 και 32 του παρόντος. … 10. Τα Αστυνομικά Τμήματα Tάξης, … που λειτουργούν εκτός των εδρών των Αστυνομικών Διευθύνσεων νομών, μετονομάζονται σε Αστυνομικά Τμήματα, … και συνεχίζουν τη λειτουργία τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, εκεί που λειτουργούσαν τα πρώτα». Το π.δ. 582/1984 (Α΄ 208) – σε διατάξεις του οποίου παρέπεμπαν τα άρθρα 38 παρ. 3 και 42 του π.δ. 161/1988- όριζε, μεταξύ άλλων, τα εξής: Άρθρο 70 «1. Έδρα κάθε αστυνομικής διεύθυνσης είναι η έδρα του νομού. …». Άρθρο 81 «1. Η υποδιεύθυνση αλλοδαπών περιλαμβάνει τα εξής τμήματα: α) Τμήμα συντονισμού. β) Τμήμα διοικητικών μέτρων. … 2. Το τμήμα συντονισμού συντονίζει και εποπτεύει το έργο των αστυνομικών τμημάτων ασφάλειας για θέματα αλλοδαπών, συγκεντρώνει, επεξεργάζεται και μεταβιβάζει πληροφορίες για την παράνομη δράση τους και φροντίζει για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων πρόληψης και καταστολής. 3. Το τμήμα διοικητικών μέτρων είναι αρμόδιο για το χειρισμό θεμάτων αδειών εισόδου, παραμονής, εργασίας, παροχής πολιτικού ασύλου, ιθαγένειας, απελάσεων, για την εκτέλεση σχετικών δικαστικών αποφάσεων και για κάθε άλλη διοικητική πράξη που αφορά αλλοδαπούς. 4. …». Άρθρο 84 παρ. 3 «Το γραφείο ελέγχου διαβατηρίων και συναλλάγματος λειτουργεί μόνο σε αστυνομικά τμήματα ασφάλειας, στην περιοχή των οποίων βρίσκονται σημεία εισόδου και εξόδου από τη χώρα, και είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση της νόμιμης διακίνησης ημεδαπών και αλλοδαπών και την εφαρμογή της νομοθεσίας περί εθνικού νομίσματος και συναλλάγματος». Άρθρο 87 «1. Εκτός της έδρας του νομού λειτουργούν μόνο αστυνομικά τμήματα τάξης. Ο αριθμός, η έδρα και η τοπική τους δικαιοδοσία καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 8 και της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του ν. 1481/1984. 2. Το αστυνομικό τμήμα τάξης της αστυνομικής διεύθυνσης του νομού ασκεί, μέσα στα όρια της τοπικής δικαιοδοσίας του, τις αρμοδιότητες της αστυνομίας γενικής αστυνόμευσης, της αστυνομίας τροχαίας, της αστυνομίας δημόσιας ασφαλείας, της αστυνομίας κρατικής ασφάλειας …». Περαιτέρω, με το (επίσης κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 14 παρ. 7 και 28 παρ. 1 του ν. 2800/2000 εκδοθέν) π.δ. 116/2007 (Α΄ 147) αναδιαρθρώθηκαν (μεταξύ άλλων) οι Υπηρεσίες της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου. Ειδικότερα, προβλέφθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Άρθρο 1 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 66 περ. ε΄ του π.δ. 178/2014). «Η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου συγκροτείται από το Επιτελείο και από τις κατωτέρω Αστυνομικές Διευθύνσεις, των οποίων η έδρα, η λειτουργία, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες καθορίζονται στο παρόν προεδρικό διάταγμα: α. Α΄ Αστυνομική Διεύθυνση Κυκλάδων. β. Β΄ Αστυνομική Διεύθυνση Κυκλάδων. γ. Α΄ Αστυνομική Διεύθυνση Δωδεκανήσου. δ. Β΄ Αστυνομική Διεύθυνση Δωδεκανήσου». Άρθρο 2 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 66 περ. ε΄ του π.δ. 178/2014). «1. Οι Α΄ και Β΄ Αστυνομικές Διευθύνσεις Κυκλάδων … έχουν έδρα τους δήμους Ερμουπόλεως, Νάξου, … αντίστοιχα, και ασκούν στην περιοχή δικαιοδοσίας τους το σύνολο των αστυνομικών αρμοδιοτήτων, όπως αυτές καθορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2800/2000 (Α΄ 41). 2. …». Άρθρο 4 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. α΄ του π.δ. 7/2017). «1. Στη Β΄ Αστυνομική Διεύθυνση Κυκλάδων λειτουργούν οι ακόλουθες Υπηρεσίες, οι οποίες υπάγονται διοικητικά σ’ αυτή: α. Αστυνομικό Τμήμα Νάξου, β. Τμήμα Ασφαλείας Νάξου, γ. …, ζ. Αστυνομικό Τμήμα Πάρου. 2. Στην ίδια Αστυνομική Διεύθυνση λειτουργούν επίσης: … γ. Οι Αστυνομικοί Σταθμοί Νάουσας και Αντιπάρου, οι οποίοι υπάγονται διοικητικά στο Αστυνομικό Τμήμα Πάρου. … 3. Έδρα των Υπηρεσιών των προηγουμένων παραγράφων του παρόντος άρθρου ορίζεται, αντίστοιχα, ο ομώνυμος δήμος ή κοινότητα, πλην του Αστυνομικού Σταθμού Νάουσας, του οποίου έδρα ορίζεται ο ομώνυμος οικισμός του δήμου Πάρου …». Άρθρο 19 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. α΄ του π.δ. 7/2017). «1. Τα Αστυνομικά Τμήματα διαρθρώνονται ως εξής: α. Στο Γραφείο Γενικής Αστυνόμευσης … β. Στο Γραφείο Διοικητικής Υποστήριξης … γ. Στο Γραφείο Τουριστικής Αστυνόμευσης, προκειμένου για τα Αστυνομικά Τμήματα … Πάρου … 2. Αστυνομικά Τμήματα στην περιοχή των οποίων δεν εκτείνεται η τοπική αρμοδιότητα των Υπηρεσιών Ασφαλείας και Τροχαίας χαρακτηρίζονται ως Τμήματα γενικής αρμοδιότητας και διαρθρώνονται, επιπλέον, στα εξής γραφεία: α. Ασφαλείας, το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τις διατάξεις των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ του άρθρου 20 του παρόντος διατάγματος. β. … ». Άρθρο 20 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. α΄ του π.δ. 7/2017). «Τα Τμήματα Ασφαλείας διαρθρώνονται ως εξής: α. Στο Γραφείο Ασφαλείας, το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητες της δημόσιας και κρατικής ασφάλειας, … Το Γραφείο αυτό είναι αρμόδιο και για τον έλεγχο της νόμιμης παραμονής και εργασίας των αλλοδαπών στην περιοχή του Τμήματος, την εφαρμογή της νομοθεσίας για τους αλλοδαπούς, το χειρισμό των θεμάτων των σχετικών με την έκδοση διοικητικών πράξεων και μέτρων που αφορούν αλλοδαπούς, καθώς και για το χειρισμό θεμάτων πολιτικού ασύλου και προσφύγων και την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας. Επίσης, είναι αρμόδιο και για τον έλεγχο της νόμιμης διακίνησης ημεδαπών και αλλοδαπών και την εφαρμογή της νομοθεσίας περί προστασίας του εθνικού νομίσματος και συναλλάγματος, εφόσον στην περιοχή του Τμήματος βρίσκεται σημείο εισόδου και εξόδου από τη χώρα. β. … ». Άρθρο 37 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. α΄ του π.δ. 7/2017). «Με την έναρξη λειτουργίας των Υπηρεσιών που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, οι κατωτέρω Υπηρεσίες που λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 69 του π.δ/τος 582/1984 (Α΄ 208), του άρθρου 42 του π.δ/τος 161/1988 (Α΄ 74), … καταργούνται: α. Η Αστυνομική Διεύθυνση Κυκλάδων και οι Αστυνομικοί Σταθμοί … Μαρπήσσης … και οι Περιορισμένης Χρονικής Διάρκειας Σταθμοί Τουριστικής Αστυνομίας … και Πάρου της ίδιας Αστυνομικής Διεύθυνσης. β. … ». Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 της 7001/2/1386-ιδ/9.9.2007 αποφάσεως του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας (Β΄ 1945) -που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 8 παρ. 5 και 11 παρ. 6 του ν. 1481/1984 (Α΄ 152), όπως το άρθρο 11 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1590/1986 (Α΄ 49), καθώς και του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 2800/2000- η τοπική αρμοδιότητα της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου περιλαμβάνει τις περιοχές δικαιοδοσίας των Αστυνομικών Διευθύνσεων που υπάγονται διοικητικά σ’ αυτή. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 3 περ. ζ΄ (σε συνδυασμό με τις παρ. 2 και 3) της ανωτέρω αποφάσεως, η τοπική αρμοδιότητα του Αστυνομικού Τμήματος Πάρου περιλαμβάνει τη διοικητική περιφέρεια του δήμου Πάρου, πλην του τοπικού διαμερίσματος Νάουσας (η περιφέρεια του οποίου ανήκει στην τοπική αρμοδιότητα του Αστυνομικού Σταθμού Νάουσας, σύμφωνα με την περ. ιε΄ της παρ. 3 της ίδιας αποφάσεως). Το Αστυνομικό Τμήμα Πάρου, συνεπώς, αποτελεί Τμήμα γενικής αρμοδιότητας, αφού στην περιοχή αυτού δεν εκτείνεται η τοπική αρμοδιότητα των Υπηρεσιών Ασφαλείας και Τροχαίας (δηλαδή άλλων Υπηρεσιών της οικείας Αστυνομικής Διευθύνσεως) (άρθρο 19 παρ. 2 του π.δ. 116/2007). Το Αστυνομικό Τμήμα Πάρου αποτελούσε Τμήμα γενικής αρμοδιότητας και υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 36 παρ. 2 του π.δ. 161/1988), βάσει των οικείων διατάξεων του προγενέστερου 7001/1/34θ/12.2.1991 πίνακα χωρογραφικής κατανομής των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας που είχε κυρωθεί με την 7001/3/34ι/12.2.1991 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης (Β΄ 116).

  6. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 1 του ν. 2622/1998 (Α΄ 138) ορίζονταν τα εξής: «1. [όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 78 παρ. 1 του ν. 2910/2001 (Α΄ 91) και συμπληρώθηκε ακολούθως με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3181/2003 (Α΄ 218), ήτοι πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 43 του ν. 4807/2021 (Α΄ 96)]. Στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης συνιστώνται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, κεντρική και περιφερειακές Αστυνομικές Υπηρεσίες Συνοριακής Φύλαξης και Δίωξης Λαθρομετανάστευσης, με αποστολή την αποτροπή παράνομης εισόδου αλλοδαπών στη χώρα, τον εντοπισμό και τη σύλληψη των παρανόμως εργαζομένων ανά την επικράτεια και την παραπομπή τους στη δικαιοσύνη ή την επαναπροώθησή τους αλλοδαπών, καθώς και τον εντοπισμό και τη σύλληψη προσώπων που διευκολύνουν την παράνομη είσοδο και εργασία αλλοδαπών και την παραπομπή τους στη δικαιοσύνη, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. … 2. [όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 2 του ν. 2838/2000 (Α΄ 179) και ακολούθως με το άρθρο 78 παρ. 1 του ν. 2910/2001]. Υπηρεσίες Συνοριακής Φύλαξης και Δίωξης Λαθρομετανάστευσης μπορεί να ιδρύονται κυρίως σε παραμεθόριους και όμορους αυτών νομούς ή σε γειτνιάζοντες με τους τελευταίους νομούς ή σε νησιά που βρίσκονται εγγύς των θαλάσσιων συνόρων της χώρας, καθώς και σε οποιονδήποτε άλλο νομό παρατηρείται αυξημένη παράνομη εγκατάσταση και απασχόληση αλλοδαπών. Η ίδρυση, η οργάνωση, η λειτουργία και οι αρμοδιότητες των Υπηρεσιών Συνοριακής Φύλαξης και Δίωξης Λαθρομετανάστευσης καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που προτείνεται από τους Υπουργούς Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης. 3. Οι συναφείς αρμοδιότητες των άλλων Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, των Ενόπλων Δυνάμεων, του Λιμενικού Σώματος και της Τελωνειακής Υπηρεσίας δεν θίγονται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου». Κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 παρ. 3 του ν. 2622/1998 (Α΄ 138) εκδόθηκε (μεταξύ άλλων) το π.δ. 177/1999 (Α΄ 166). Με το π.δ/γμα αυτό αυξήθηκαν οι οργανικές επί θητεία θέσεις των συνοριακών φυλάκων (βλ. άρθρο 1) και ιδρύθηκαν σε καθεμιά από τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 Αστυνομικές Διευθύνσεις Τμήματα Συνοριακής Φύλαξης. Ειδικότερα, με το άρθρο 2 περ. 10 του π.δ. 177/1999 (όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. α΄ του π.δ. 7/2017, Α΄ 14) στην Αστυνομική Διεύθυνση Αλεξανδρουπόλεως ιδρύθηκαν α) Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Σουφλίου, β) Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Τυχερού και γ) Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Φερών. Με το άρθρο 2 περ. 9 του ίδιου π.δ. 177/1999 στην Αστυνομική Διεύθυνση Ορεστιάδος ιδρύθηκαν α) Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Διδυμοτείχου (όπως η υποπερίπτωση α΄ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του π.δ. 332/2000, Α΄ 269), β) Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Ορεστιάδος, γ) Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Κυπρίνου (όπως η υποπερίπτωση γ΄ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 114/2007, Α΄ 145). Στην ίδια Αστυνομική Διεύθυνση Ορεστιάδος ιδρύθηκε και (δ) Τμήμα Συνοριακής Φύλαξης Μεταξάδων με το άρθρο 1 περ. 9 του π.δ. 332/2000 (όπως το π.δ/γμα αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. α΄ του π.δ. 7/2017). Περαιτέρω, το άρθρο 3 του ανωτέρω π.δ. 177/1999 (όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. α΄ του π.δ. 7/2017) όριζε ότι: «Για τα θέματα που αφορούν τις αρμοδιότητες, τη διάρθρωση και τα καθήκοντα οργάνων των Τμημάτων Συνοριακής Φύλαξης … εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 5 και των άρθρων 4 έως και 14 του π.δ. 310/1998 (Α΄ 215)». Το (κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 2622/1998 εκδοθέν) π.δ. 310/1998 (Α΄ 215, διόρθ. σφαλμ. Α΄ 239) -σε διατάξεις του οποίου παρέπεμπε το ως άνω π.δ. 177/1999- προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τα εξής: Άρθρο 4 «1. Τα Τμήματα Συνοριακής φύλαξης είναι αρμόδια για: α. Τη λήψη των αναγκαίων, κατά περίπτωση, μέτρων για την αποτροπή της εισόδου αλλοδαπών στο ελληνικό έδαφος χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις. β. Τη σύλληψη των ανωτέρω αλλοδαπών και την επαναπροώθηση αυτών, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 4 του ν. 1975/1991 [το άρθρο 4 του ν. 1975/1991 (Α΄ 184) καταργήθηκε με το άρθρο 72 περ. α΄ του ν. 2910/2001 (Α΄ 91), οι διατάξεις δε του νόμου αυτού (2910/2001) καταργήθηκαν ακολούθως με το άρθρο 97 του ν. 3386/2005 (Α΄ 212)]. γ. Τον εντοπισμό και τη σύλληψη των προσώπων που διευκολύνουν την παράνομη είσοδο αλλοδαπών στη χώρα. δ. Το χειρισμό υποθέσεων που αφορούν αξιόποινες πράξεις, οι οποίες διαπιστώνονται εξ αφορμής της συλλήψεως και κρατήσεως των αλλοδαπών, καθώς και των προσώπων που συμμετέχουν σ’ αυτές. ε. Την ενέργεια αιφνιδιαστικών ή προγραμματισμένων και επιλεκτικών από πλευράς αξιολόγησης, ελέγχων και ερευνών επί οχημάτων, προσώπων, πραγμάτων, εγκαταστάσεων και χώρων. στ. Τη συλλογή και αξιοποίηση πληροφοριών για θέματα λαθρομετανάστευσης. ζ. Την ασφαλή επιτήρηση περιοχών, εγκαταστάσεων και χώρων. η. Τη συνεργασία και σύμπραξη, με άλλες Αστυνομικές Υπηρεσίες, κατά το σχεδιασμό και την εκτέλεση κοινών επιχειρήσεων, στις περιπτώσεις που απαιτείται. 2. …». Άρθρο 5 «1. Τα Τμήματα Συνοριακής Φύλαξης διαρθρώνονται στα εξής Γραφεία: α. Γραφείο Γραμματείας. β. Γραφείο Επιχειρήσεων. 2. … 3. Το Γραφείο Επιχειρήσεων στελεχώνεται από αστυνομικό προσωπικό και συνοριακούς φύλακες και έχει τις εξής αρμοδιότητες: … ζ. Συγκεντρώνει και αξιοποιεί πληροφορίες για θέματα λαθρομετανάστευσης και ενημερώνει σχετικά την κεντρική υπηρεσία». Άρθρο 6 («Καθήκοντα Διοικητή Περιφερειακού Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης»). «1. Διοικητής ορίζεται αξιωματικός με βαθμό Αστυνόμου A΄ ή Αστυνόμου Β΄. Έχει τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του διοικητή Αστυνομικού Τμήματος, όπως προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις και προσιδιάζουν στην αποστολή του. 2. Επιπλέον των ως άνω καθηκόντων και υποχρεώσεων: α. Συνεργάζεται με τους διοικητές των κατά τόπους αρμοδίων Αστυνομικών Υπηρεσιών σε θέματα ανταλλαγής πληροφοριών και συντονισμού των ενεργειών για την αποτελεσματικότερη πρόληψη και καταστολή της λαθρομετανάστευσης. β. …».

  7. Επειδή, περαιτέρω, το ως άνω π.δ. 14/2001 όριζε στο άρθρο 1 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 66 περ. α΄ του π.δ. 178/2014), εκτός από τα προεκτεθέντα, και τα εξής: «2. (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του π.δ. 30/2005, A΄ 50 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 1 παρ. 1 του π.δ. 2/2010, Α΄ 1 και 12 παρ. 1 του π.δ. 9/2011, A΄ 24). Οι κεντρικές υπηρεσίες εδρεύουν στην πρωτεύουσα του κράτους, ασκούν αρμοδιότητες σε όλη την επικράτεια και είναι το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας και οι ακόλουθες αυτοτελείς υπηρεσίες: … ια. Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών. … 3. Οι αυτοτελείς κεντρικές υπηρεσίες υπάγονται στο Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας και εποπτεύονται και ελέγχονται ως ακολούθως: α. (όπως η περίπτωση αυτή αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ. 223/2003, Α΄ 188 και τελικώς με το άρθρο 12 παρ. 2 του π.δ. 9/2011). Οι Υπηρεσίες … καθώς και οι Διευθύνσεις … Εγκληματολογικών Ερευνών από τον Αρχηγό». Επίσης το ίδιο π.δ. 14/2001 όριζε στο άρθρο 30 (όπως αυτό ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 παρ. 3 του π.δ. 223/2003 και πριν από την τροποποίηση – συμπλήρωσή του με το άρθρο 1 του π.δ. 9/2012, Α΄ 12 και τελικώς την κατάργησή του με το άρθρο 66 περ. α΄ του π.δ. 178/2014), μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών είναι η εθνική εγκληματολογική Υπηρεσία της χώρας και έχει ως αποστολή: α. Την παρακολούθηση της εγκληματικότητας, τη συγκέντρωση και ταξινόμηση όλων των στοιχείων σήμανσης των εγκληματούντων, την εισήγηση νομοθετικών ή άλλων μέτρων για την προσφορότερη δίωξη του εγκλήματος και το συντονισμό της δράσης όλων των περιφερειακών εγκληματολογικών Υπηρεσιών της χώρας. β. Τη διεξαγωγή της υπηρεσίας εξακρίβωσης της ταυτότητας των εγκληματιών με βάση τις αναγνωρισμένες επιστημονικές μεθόδους. γ. … δ. … ε. Την παροχή πληροφοριών στις αρμόδιες αρχές για την πρόληψη και καταστολή των εγκλημάτων. στ. … 2. Η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών διαρθρώνεται ως ακολούθως: … β. 2ο Τμήμα Δακτυλοσκοπίας. … 5. Το Τμήμα Δακτυλοσκοπίας έχει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 39 εδάφιο β΄ έως και θ΄, 40, 41, 42, 43 και 44 του π.δ. 342/1977 (Α΄ 109) και επιπλέον: α. Βεβαιώνει την ταυτότητα παντός ατόμου, ζώντος ή θανόντος, με βάση τα δακτυλικά αποτυπώματα των χεριών του και τη συνδρομή του Αυτόματου Συστήματος Αναγνώρισης Δακτυλικών Αποτυπωμάτων (ΑΣΑΔΑ) ή άλλου σύγχρονου τεχνικοεπιστημονικού μέσου. β. Εξακριβώνει και βεβαιώνει, στα πλαίσια λειτουργίας του EURODAC, σύμφωνα με τη Σύμβαση του Δουβλίνου της 15ης Ιουνίου 1990, που κυρώθηκε με τον ν. 1996/1991 (Α΄ 196), την ταυτότητα των αλλοδαπών που αιτούνται πολιτικό άσυλο ή συλλαμβάνονται κατά την παράνομη διάβαση των συνόρων της Χώρας ή βρίσκονται παράνομα στη Χώρα. 6. … 17. Στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών υπάγονται ως προς την ειδική τους αποστολή, την εκπαίδευση και τον υλικοτεχνικό τους εξοπλισμό: … β. Τα Γραφεία Εγκληματολογικών Ερευνών (Γ.Ε.Ε.) που λειτουργούν στις Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του π.δ. 209/1993 (Α΄ 77) και του άρθρου 38 του π.δ. 161/1988, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 454/1988 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του π.δ. 209/1993, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 6 του π.δ. 342/1977 και της παρ. 10 του άρθρου 7 του π.δ. 198/1992 (Α΄ 92) … 18. … 19. … Τις … αρμοδιότητες [ήτοι αυτές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 εδάφ. α΄- ε΄ και ζ΄ και 7 παρ. 1 εδάφ. α΄- δ΄ του π.δ. 342/1977 (Α΄ 109)] ασκούν … τα Γ.Ε.Ε. στην τοπική αρμοδιότητα των Αστυνομικών Διευθύνσεων, στις οποίες λειτουργούν. … ». Εξάλλου, στα άρθρα 5 και 6 του π.δ. 209/1993 (Α΄ 77) -στα οποία (μεταξύ άλλων) παρέπεμπε το άρθρο 30 παρ. 17 περ. β΄ του π.δ. 14/2001- ορίζονταν τα ακόλουθα: Άρθρο 5 « … στα Αστυνομικά Τμήματα γενικής αρμοδιότητας που λειτουργούν εκτός της έδρας των Αστυνομικών Διευθύνσεων και εφόσον εκεί υπάρχει έδρα Πρωτοδικείου, λειτουργεί και Γραφείο Εγκληματολογικών Ερευνών, το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τα άρθρα 6 παρ. 1 εδάφ. α΄- ε΄ και ζ΄ και 7 παρ. 1 εδάφ. α΄- δ΄ του π.δ. 342/1977 (Α΄ 109)». Άρθρο 6, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 38 του π.δ. 161/1988 ως εξής: «1. Τα Τμήματα Ασφάλειας της Αστυνομικής Διεύθυνσης διαρθρώνονται εσωτερικά στα ακόλουθα Γραφεία: … γ. Εγκληματολογικών Ερευνών, προκειμένου για Τμήματα Ασφάλειας που λειτουργούν εκτός έδρας των Αστυνομικών Διευθύνσεων και εφόσον εκεί υπάρχει έδρα Πρωτοδικείου. 2. … 4. Το Γραφείο Εγκληματολογικών Ερευνών έχει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τα άρθρα 6 παρ. 1 εδάφ. α΄- ε΄ και ζ΄ και 7 παρ. 1 εδάφ. α΄- δ΄ του π.δ. 342/1977». Σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 7 του π.δ. 198/1992 (Α΄ 92) -στην οποία επίσης παρέπεμπε το άρθρο 30 παρ. 17 περ. β΄ του π.δ. 14/2001- «Τα Γραφεία Εγκληματολογικών Ερευνών (Γ.Ε.Ε.) …, που λειτουργούν στις έδρες των Αστυνομικών Διευθύνσεων, εντάσσονται διοικητικά εφεξής στο επιτελείο των αντίστοιχων Αστυνομικών Διευθύνσεων. …». Εξάλλου, στο ως άνω π.δ. 116/2007 ορίζονταν και τα ακόλουθα: Άρθρο 2 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 66 περ. ε΄ του π.δ. 178/2014). «2. Σε καθεμιά των Αστυνομικών Διευθύνσεων της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου [μεταξύ των οποίων οι Α΄ και Β΄ Αστυνομικές Διευθύνσεις Κυκλάδων] λειτουργεί Επιτελείο, το οποίο διαρθρώνεται στα ακόλουθα Γραφεία: … 3. Στα Επιτελεία των Αστυνομικών Διευθύνσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, επίσης, λειτουργούν: α. Γραφείο Εγκληματολογικών Ερευνών (Γ.Ε.Ε.), σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 17 του άρθρου 1 του π.δ/τος 223/2003 (Α΄ 188) και το οποίο ασκεί τις αρμοδιότητες που ορίζονται στα άρθρα 6 παρ. 1 περίπτ. α΄ έως ε΄ και ζ΄ και 7 παρ. 1 περίπτ. α΄ έως δ΄ του π.δ./τος 342/1977 (Α΄ 109). β. … ». Άρθρο 20 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 111 περ. α΄ του π.δ. 7/2017). «Τα Τμήματα Ασφαλείας διαρθρώνονται ως εξής: … γ. Στο Γραφείο Εγκληματολογικών Ερευνών, προκειμένου για Τμήματα που λειτουργούν εκτός της έδρας των Αστυνομικών Διευθύνσεων και εφόσον εκεί υπάρχει έδρα Πρωτοδικείου. Το Γραφείο αυτό ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται από τα άρθρα 6 παρ. 1 περίπτ. α΄, ε΄ και ζ΄ και 7 παρ. 1 περίπτ. α΄ και δ΄ του π.δ./τος 342/1977 (Α΄ 109)». Το π.δ. 342/1977 (Α΄ 109) στα άρθρα 6 και 7 -σε διατάξεις των οποίων παρέπεμπαν τα ως άνω άρθρα 30 παρ. 19 εδ. δεύτερο του π.δ. 14/2001 (όπως το άρθρο αυτό είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 1 παρ. 3 του π.δ. 223/2003) και 2 παρ. 3 περ. α΄ και 20 περ. γ΄ του π.δ. 116/2007 όσον αφορά τις αρμοδιότητες των Γ.Ε.Ε.- ορίζει τα εξής: Άρθρο 6 παρ. 1 «… α) Η παρακολούθησις της κινήσεως της εγκληματικότητος της περιφερείας των, διά της συγκεντρώσεως και καταλλήλου ταξινομήσεως των αποστελλομένων και περιερχομένων αυτοίς στοιχείων σημάνσεως ή ετέρων τοιούτων εκ μέρους των Εγκληματολογικών Υπηρεσιών της περιφερείας των και των οπωσδήποτε ασχολουμένων με την δίωξιν του εγκλήματος Αρχών. β) Η τήρησις αρχείου δακτυλικών αποτυπωμάτων, ατομικών φακέλων καταδιωκομένων και σημαινομένων ατόμων, φωτογραφικού, μεθοδικοτήτων – ελαττωματικοτήτων (MODUS OPERANDI) και λοιπών τοιούτων, προς δε ευρετηρίων καταδιωκομένων και σημαινομένων ατόμων ημεδαπών τε και αλλοδαπών, ως και ειδικών συλλογών αποτυπωμάτων, ιχνών και αντικειμένων. γ) Η υπ΄ αυτών, κατ’ αίτησιν των αρμοδίων Αρχών της περιφερείας των, δι’ ειδικευμένου προσωπικού διερεύνησις και φωτογράφησις του τόπου τελέσεως εγκλημάτων ή άλλων συμβάντων εγκληματολογικού ενδιαφέροντος, προς ανεύρεσιν, περισυλλογήν και αξιοποίησιν των ανευρισκομένων ιχνών. δ) Η παροχή προς τας αρμοδίας Αρχάς, αυτεπαγγέλτως ή κατ’ αίτησιν αυτών, πληροφοριών προκυπτουσών εκ των παρ’ αυτών τηρουμένων βιβλίων, αρχείων, συλλογών ή άλλων εγγράφων στοιχείων και δυναμένων να συμβάλλουν εις την πρόληψιν, την καταστολήν και την εν γένει δίωξιν της εγκληματικότητος. ε) Η διεξαγωγή της υπηρεσίας εξακριβώσεως της ταυτότητος των εγκληματιών της περιφερείας των, επί τη βάσει της δακτυλοσκοπικής ή ετέρας προσφόρου επιστημονικής μεθόδου και η μέριμνα διά την παρ’ αυτοίς λειτουργίαν των απαραιτήτων εργαστηρίων εγκληματολογικής εμπειροτεχνίας. στ) … ζ) …». Άρθρο 7 παρ. 1 «… α) Η εγκληματολογική σήμανσις των κατά το άρθρον 27 του παρόντος Κανονισμού υποκειμένων εις ταύτην ατόμων. β) Η διερεύνησις του τόπου του εγκλήματος διά την ανεύρεσιν ιχνών και πειστηρίων, συλλογήν, συσκευασίαν και περαιτέρω αποστολήν αυτών εις την προϊσταμένην των Εγκληματολογικήν Υπηρεσίαν πρός επιστημονικοτεχνικήν εξέτασιν. γ) Η ενημέρωσις των Αστυνομικών και Δικαστικών Αρχών περί του εγκληματικού παρελθόντος των ατόμων της περιφερείας των, βάσει των υπαρχόντων εις το αρχείον των στοιχείων. Προς τούτο τηρούν τα εν άρθρω 95 αναφερόμενα Αρχεία και βιβλία, δύνανται δε να τηρούν και αρχείον δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφιών. δ) Η τήρησις και διαρκής ενημέρωσις του ονομαστικού ευρετηρίου των σημαινομένων και καταζητουμένων προσώπων. ε) …». Περαιτέρω, το ίδιο π.δ. 342/1977 ορίζει μεταξύ άλλων και τα εξής: Άρθρο 24 «1. Υπό τον όρον “δακτυλοσκοπική σήμανσις“ νοείται η λήψις των δακτυλικών αποτυπωμάτων ως και η λήψις αποτυπωμάτων των παλαμών, των πελμάτων και γενικώς αποτυπωμάτων θηλοειδών γραμμών. 2. … 6. …». Άρθρο 26 «1. Η φωτογραφική σήμανσις συνίσταται εις την διά φωτογραφήσεως απεικόνισιν παντός ατόμου υποκειμένου εις εγκληματολογικήν σήμανσιν, έχει δε ως σκοπόν την διά της φωτογραφίας αναγνώρισιν αγνώστων δραστών εγκλημάτων, την σύλληψιν καταδιωκομένων και την εν γένει αναγνώρισιν της ταυτότητος οιουδήποτε ατόμου ζώντος ή τεθνεώτος. 2. … 6. …». Άρθρο 27 «1. Εις εγκληματολογικήν σήμανσιν ήτοι: δακτυλοσκόπησιν, ανθρωπομέτρησιν, περιγραφήν και φωτογράφησιν υπόκειται παν άτομον: α) Νομίμως συλλαμβανόμενον, προφυλακιζόμενον, καταδικαζόμενον, φυλακιζόμενον, ή καθ’ ου επαγγέλλεται κατηγορία υπό της κατά νόμον Αρχής, εφ’ οιωδήποτε εγκλήματι εις βαθμόν κακουργήματος ή πλημμελήματος ανεξαρτήτως του τόπου διαπράξεως και του βαθμού συμμετοχής εις το τελεσθέν ή αποπειραθέν έγκλημα. β) … γ) … δ) Απελαυνόμενον διά δικαστικής ή διοικητικής αποφάσεως. ε) … στ) Διωκόμενον ή αναζητούμενον, διά των δελτίων εγκληματολογικών αναζητήσεων, και συλλαμβανόμενον. ζ) Εισερχόμενον ως φυγάς εν τη Χώρα. η) … χαρακτηριζόμενον υπό των Αστυνομικών Αρχών ως ύποπτον τελέσεως εγκλήματος. θ) … ι) … 2. … 4. …». Άρθρο 28 «Εις μόνην δακτυλοσκόπησιν και φωτογράφησιν υποβάλλονται: α) Τα άτομα, ων η ταυτότης είναι άγνωστος και δεν δύναται άλλως να εξακριβωθή. … β) …». Άρθρο 29 «1. Εις μόνην δακτυλοσκόπησιν υποβάλλονται: α) … β) … γ) Οι θεωρούμενοι ως ύποπτοι τελέσεως εγκληματικής πράξεως. 2. …». Ενόψει των ανωτέρω, στο Επιτελείο της Αστυνομικής Διευθύνσεως Κυκλάδων (τόσον της ενιαίας όσον και των Α΄ και Β΄) λειτουργούσε Γραφείο Εγκληματολογικών Ερευνών που ασκούσε τις ως άνω αρμοδιότητες, ενώ το Αστυνομικό Τμήμα Πάρου δεν ασκούσε αρμοδιότητες εγκληματολογικών ερευνών, εφόσον δεν υπάρχει στην Πάρο έδρα Πρωτοδικείου.

  8. Επειδή, εξάλλου, ο ν. 3386/2005 (Α΄ 212), όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο [ήτοι πριν από την κατάργησή του με την παρ. 1 του άρθρου 139 του ν. 4251/2014 (Α΄ 80/1.4.2014), πλην των άρθρων 76, 77, 78, 80, 81, 82, 83 και 89 παρ. 1-3, τα οποία διατηρήθηκαν σε ισχύ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 139 του ν. 4251/2014, άρθρου που άρχισε να ισχύει δύο μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 148 αυτού], όριζε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Άρθρο 1 «1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού: α. Αλλοδαπός είναι το φυσικό πρόσωπο που δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια ή που δεν έχει ιθαγένεια. β. Υπήκοος τρίτης χώρας είναι το φυσικό πρόσωπο που δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια ούτε την ιθαγένεια άλλου κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 17 παράγραφος 1 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. γ. … δ. Άδεια διαμονής είναι κάθε είδους πιστοποίηση που παρέχεται από τις ελληνικές αρχές και με βάση την οποία επιτρέπεται σε υπήκοο τρίτης χώρας να διαμένει νόμιμα στην Ελληνική Επικράτεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφος 2 περίπτωση α΄ του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1030/2002 του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 «Για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους υπηκόους τρίτων χωρών» (ΕΕ L 157/15.6.2002). ε. …». Άρθρο 4 «1. Σε κάθε πρόσωπο επιτρέπεται να εισέρχεται στο ελληνικό έδαφος και να εξέρχεται από αυτό μόνον από τις ελεγχόμενες μεθοριακές διαβάσεις. 2. Η είσοδος και η έξοδος εκτός των μεθοριακών διαβάσεων της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να επιτραπεί κατά περίπτωση, για εξαιρετικούς λόγους, με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, που καθορίζει και τον τρόπο διενέργειας του ελέγχου. 3. …». Άρθρο 5 «1. Κάθε πρόσωπο που εισέρχεται στο ελληνικό έδαφος ή εξέρχεται από αυτό υποβάλλεται σε έλεγχο κατά την άφιξη και την αναχώρησή του. 2. Ο έλεγχος των προσώπων που εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος ή εξέρχονται από αυτό ανήκει στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και ενεργείται από τις κατά τόπους αρμόδιες, για το σκοπό αυτόν, αστυνομικές αρχές. 3. Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Εξωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Δικαιοσύνης, Μεταφορών και Επικοινωνιών, Δημόσιας Τάξης και Εμπορικής Ναυτιλίας καθορίζονται οι αερολιμένες, οι λιμένες και τα χερσαία σημεία στα σύνορα της Χώρας, μέσω των οποίων επιτρέπεται η είσοδος προσώπων στο ελληνικό έδαφος και η έξοδος από αυτό, καθώς και το περιεχόμενο του κάθε μορφής ελέγχου, τα όργανα ελέγχου και η διαδικασία εφαρμογής των δικαστικών και διοικητικών πράξεων, που έχουν σχέση με την είσοδο και την έξοδο προσώπων από τη Χώρα. … 4. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Δημόσιας Τάξης, καθορίζονται τα έγγραφα, με τα οποία πρέπει να εφοδιάζονται οι υπήκοοι τρίτων χωρών που στερούνται ταξιδιωτικών εγγράφων και δεν καθίσταται δυνατός ο έγκαιρος εφοδιασμός τους από τις διπλωματικές αρχές της Χώρας τους». Άρθρο 6 «1. Υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος εισέρχεται στο ελληνικό έδαφος οφείλει να έχει διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις. 2. Τα έγγραφα αυτά πρέπει να φέρουν, εφόσον αυτό απαιτείται από τις ισχύουσες διεθνείς συμβάσεις, το κοινοτικό δίκαιο και τις εθνικές ρυθμίσεις, θεώρηση εισόδου (VISA). 3. Η θεώρηση εισόδου χορηγείται από την προξενική αρχή, στην οποία υπάγεται ο τόπος κατοικίας του υπηκόου τρίτης χώρας, αφού ληφθούν υπόψη λόγοι που αφορούν ιδίως στη δημόσια τάξη και ασφάλεια της Χώρας και τη δημόσια υγεία και διακρίνεται σε θεώρηση βραχείας διαμονής (θεώρηση “Σένγκεν”) και σε θεώρηση μακράς διαμονής (εθνική θεώρηση). 4. Η εθνική θεώρηση εκδίδεται βάσει των αντίστοιχων για την άδεια διαμονής νομοθετικών ρυθμίσεων του παρόντος και η διάρκειά της συναρτάται, κατά περίπτωση, με εκείνη της προβλεπόμενης διαμονής. 5. Υπήκοοι τρίτων χωρών, που δεν έχουν υποχρέωση θεώρησης εισόδου, επιτρέπεται να εισέρχονται και να παραμένουν στην Ελληνική Επικράτεια μέχρι τρεις μήνες συνολικά ή τμηματικά εντός διαστήματος έξι μηνών από την ημερομηνία της πρώτης εισόδου. 6. … 7. …». Άρθρο 9 «1. Υπήκοος τρίτης χώρας, που έχει λάβει θεώρηση εισόδου στην Ελλάδα για έναν από τους λόγους που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος, οφείλει να ζητήσει άδεια διαμονής για τον ίδιο λόγο, εάν πληροί τις προβλεπόμενες από το νόμο αυτόν προϋποθέσεις. 2. Καθιερώνονται οι παρακάτω κατηγορίες αδειών διαμονής, καθώς και οι τύποι αδειών που περιλαμβάνονται σε αυτές. Οι τύποι αδειών διαμονής παρέχουν στον κάτοχο το δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας κατά τις ειδικότερες ρυθμίσεις του νόμου αυτού: Α) Άδεια διαμονής για εργασία: … Β) Άδεια διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα: … Γ) Άδεια διαμονής για ειδικούς λόγους: … Δ) Άδεια διαμονής για εξαιρετικούς λόγους: … Ε) Άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση: … ΣΤ) Άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας. Ζ) Άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος. 3. Οι παραπάνω άδειες εκδίδονται με τη μορφή αδειών διαμονής ενιαίου τύπου κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού ΕΚ 1030/2002 …». Άρθρο 10 «Το δικαίωμα διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών που εισέρχονται νόμιμα στη Ελλάδα, για έναν από τους λόγους του νόμου αυτού, τελεί υπό τις εξής προϋποθέσεις: α) Να είναι κάτοχοι ισχύοντος διαβατηρίου ή άλλου ταξιδιωτικού εγγράφου που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις. β) Να μην συντρέχει κίνδυνος για την δημόσια τάξη και ασφάλεια. … γ) Να μην αποτελούν κίνδυνο για την δημόσια υγεία. … δ) … ε) …». Περαιτέρω, στα άρθρα 11 και 12 του ίδιου ν. 3386/2005 προβλέπεται διαδικασία για τη χορήγηση και ανανέωση άδειας διαμονής στην Ελλάδα για τους υπηκόους τρίτων χωρών μετά την είσοδο στη Χώρα και πριν από τη λήξη της θεωρήσεως εισόδου. Στο άρθρο 74 εδ. πρώτο του νόμου αυτού ορίζεται ότι οι νομίμως διαμένοντες στη Χώρα υπήκοοι τρίτων χωρών έχουν ελευθερία κινήσεως και εγκαταστάσεως στο σύνολο της Επικράτειας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 75 παρ. 1, «Η άδεια διαμονής δεν χορηγείται ή ανακαλείται ή δεν ανανεώνεται, εφόσον: α. Δεν πληρούνται ή δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις του νόμου αυτού. β. …». Εξάλλου, στο άρθρο 76 του ίδιου νόμου καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία διοικητικής απελάσεως αλλοδαπών και ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Η διοικητική απέλαση αλλοδαπού επιτρέπεται εφόσον: α. … β. Έχει παραβιάσει τις διατάξεις του νόμου αυτού. γ. Η παρουσία τους στο ελληνικό έδαφος είναι επικίνδυνη για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια της Χώρας. δ. Η παρουσία τους στο ελληνικό έδαφος είναι επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία … 2. Η απέλαση διατάσσεται με απόφαση του οικείου Αστυνομικού Διευθυντή και, προκειμένου περί Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης, από τον αρμόδιο για θέματα αλλοδαπών Αστυνομικό Διευθυντή ή ανώτερο Αξιωματικό, που ορίζεται από τον οικείο Γενικό Αστυνομικό Διευθυντή, αφού προηγουμένως δοθεί στον αλλοδαπό προθεσμία τουλάχιστον σαράντα οκτώ ωρών για να υποβάλει τις αντιρρήσεις του. 3. …». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 82, «1. Το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης τηρεί κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών. Τα κριτήρια και η διαδικασία εγγραφής και διαγραφής αλλοδαπών από τον κατάλογο αυτόν καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. 2. Αλλοδαπός που βρίσκεται στο ελληνικό έδαφος είναι υποχρεωμένος να εγκαταλείψει τη Χώρα, αφότου εγγραφεί στον κατάλογο ανεπιθύμητων, μέσα σε προθεσμία που ορίζεται κάθε φορά από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης. Αν δεν συμμορφωθεί, απελαύνεται. 3. …». Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 της (κατ’ εξουσιοδότηση του ανωτέρω άρθρου 82 παρ. 1 εδ. δεύτερο του ν. 3386/2005 εκδοθείσας) 4000/4/32-ιβ΄/4.9.2006 υπουργικής αποφάσεως (Β΄1353) [όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 8 της 4000/4/32-λα΄/5.10.2012 υπουργικής αποφάσεως (Β΄ 2805)], «1. Στον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών (Ε.Κ.ΑΝ.Α.) εγγράφονται: α. Οι αλλοδαποί σε βάρος των οποίων διατάχθηκε η απέλαση από τη χώρα, βάσει δικαστικής ή διοικητικής απόφασης. β. Αλλοδαποί, των οποίων η παρουσία στο ελληνικό έδαφος αποτελεί απειλή για την εθνική ή τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη. … γ. Αλλοδαποί σε βάρος των οποίων συντρέχουν λόγοι δημόσιας υγείας κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο δ΄ της παρ.1 του άρθρου 76 του ν. 3386/2005. 2. Οι αλλοδαποί που εγγράφονται στον Ε.Κ.ΑΝ.Α. εγγράφονται παράλληλα και στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν (SCHENGEN), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 94 της Σ.Ε.Σ.Σ. [Σύμβαση για την Εφαρμογή της Συμφωνίας Σένγκεν]». Ακολούθως, στο άρθρο 83 του ανωτέρω ν. 3386/2005 προβλέπονται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση (μεταξύ άλλων) που ο υπήκοος τρίτης χώρας εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει στη Χώρα χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις. Στο άρθρο 86 του ίδιου νόμου καθορίζονται οι υποχρεώσεις εργοδοτών και εργαζόμενων υπηκόων τρίτων χωρών και οι κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεώς τους, ορίζονται δε τα εξής: «1. (όπως το πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 4 του ν. 3801/2009, Α΄ 163). Δεν επιτρέπεται η πρόσληψη και η απασχόληση υπηκόων τρίτων χωρών, εφόσον δεν έχουν άδεια διαμονής για εργασία ή άδεια διαμονής και έγκριση πρόσβασης στην αγορά εργασίας ή άδεια διαμονής που παρέχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας ή βεβαίωση της παρ. 3 του άρθρου 11 του νόμου αυτού ότι έχουν καταθέσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την έκδοσή της. … 2. Οι εργοδότες που απασχολούν εργαζόμενους, υπηκόους τρίτων χωρών, οφείλουν να ενημερώνουν αμέσως την αρμόδια Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Περιφέρειας για κάθε πρόσληψη υπηκόου τρίτης χώρας και για κάθε μεταβολή στο καθεστώς εργασίας του, όπως παράταση της σύμβασης και καταγγελία αυτής. 3. (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 3846/2010, Α΄ 66/11.5.2010). Στους εργοδότες που παραβιάζουν τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού, πέραν άλλων κυρώσεων που προβλέπονται από τη νομοθεσία επιβάλλεται, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας, χρηματικό πρόστιμο που μπορεί να κυμαίνεται από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ έως δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για κάθε παράνομο υπήκοο τρίτης χώρας. … Αν οι ανωτέρω παραβάσεις διαπιστώνονται από τους Επιθεωρητές Εργασίας του ΣΕΠΕ, το ανωτέρω πρόστιμο επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη του αρμόδιου Προϊσταμένου Διεύθυνσης Κοινωνικής Επιθεώρησης Εργασίας ή Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου ή του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση του εργοδότη για παροχή εξηγήσεων. Για την επιβολή του προστίμου εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 2639/1998 (ΦΕΚ 205 Α΄), όπως ισχύουν κάθε φορά. 4. … 5. … 6. Με ποινή φυλάκισης τιμωρείται και ο υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος παρέχει εξηρτημένη εργασία ή υπηρεσίες ή έργο ή ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα χωρίς άδεια διαμονής. … 7. …». Εξάλλου, ο Κανονισμός (ΕΚ) 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15.3.2006 «για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν)» (L 105/13.4.2006), όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον Κανονισμό (ΕΕ) 265/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25.3.2010 (L 85/31.3.2010) [ήτοι πριν από την κατάργηση και αντικατάστασή του από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 (L 77/23.3.2016)], προέβλεπε στο άρθρο 5 ότι: «1. Για παραμονή μικρότερη του τριμήνου ανά εξάμηνο, οι υπήκοοι τρίτων χωρών οφείλουν να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις εισόδου: α) να διαθέτουν έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο ή έγγραφα που επιτρέπουν τη διέλευση των συνόρων· β) να διαθέτουν έγκυρη θεώρηση, εφόσον απαιτείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών, και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή, εκτός εάν διαθέτουν έγκυρο τίτλο διαμονής ή έγκυρη θεώρηση μακράς διαρκείας· γ) … δ) δεν είναι καταχωρισμένοι στο SIS ως ανεπιθύμητοι· ε) δεν θεωρούνται απειλή για τη δημόσια τάξη, την εσωτερική ασφάλεια, τη δημόσια υγεία … ιδίως δε δεν είναι καταχωρισμένοι ως ανεπιθύμητοι στις εθνικές βάσεις δεδομένων των κρατών μελών για τους ίδιους λόγους. 2. …» και στο άρθρο 7 ότι: «1. Η διασυνοριακή κυκλοφορία στα εξωτερικά σύνορα υπόκειται σε ελέγχους εκ μέρους των συνοριοφυλάκων … 2. … 3. Κατά την είσοδο και την έξοδο, οι υπήκοοι τρίτων χωρών υποβάλλονται σε διεξοδικό έλεγχο. α) Οι διεξοδικοί έλεγχοι κατά την είσοδο περιλαμβάνουν την εξακρίβωση των προϋποθέσεων εισόδου που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, καθώς και, ενδεχομένως, των εγγράφων που επιτρέπουν τη διαμονή και την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Η εξακρίβωση αυτή περιλαμβάνει αναλυτική εξέταση των ακόλουθων στοιχείων: … δ) Για λόγους εξακρίβωσης της ταυτότητας προσώπου που δεν πληροί ή δεν πληροί πλέον τους όρους που διέπουν την είσοδο, παραμονή ή κατοικία στο έδαφος των κρατών μελών, μπορεί να γίνεται αναζήτηση στο VIS σύμφωνα με το άρθρο 20 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 767/2008. 4. …». Ακολούθως, ο Κανονισμός (ΕΚ) 767/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.7.2008 «για το Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) και την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ κρατών μελών για τις θεωρήσεις μικρής διάρκειας (κανονισμός VIS)» (L 218/13.8.2008), όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον Κανονισμό (ΕΚ) 810/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13.7.2009 (L 243/15.9.2009), όριζε στο άρθρο 20 ότι: «1. Οι αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με τους ελέγχους στα εξωτερικά σημεία συνοριακής διέλευσης σύμφωνα με τον κώδικα συνόρων του Σένγκεν ή στο έδαφος των κρατών μελών για το κατά πόσον πληρούνται οι όροι εισόδου, παραμονής και κατοικίας στο έδαφος των κρατών μελών, εξουσιοδοτούνται να πραγματοποιούν έρευνες με βάση τα δακτυλικά αποτυπώματα του προσώπου, με μόνο σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητας προσώπων που δεν πληρούν ή δεν πληρούν πια τους όρους που διέπουν την είσοδο, παραμονή και κατοικία στο έδαφος των κρατών μελών. …». Περαιτέρω, ο Κανονισμός (ΕΚ) 2725/2000 του Συμβουλίου της 11.12.2000 «σχετικά με τη θέσπιση του “Eurodac” για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης του Δουβλίνου» (L 316/15.12.2000) -σύμβαση η οποία υπογράφηκε στο Δουβλίνο στις 15.6.1990 (C 254/19.8.1997)- [όπως αυτός ίσχυε πριν από την κατάργησή του με τον Κανονισμό (ΕΕ) 603/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26.6.2013 (L 180/29.6.2013)] όριζε στο άρθρο 8, όσον αφορά τους αλλοδαπούς που συλλαμβάνονται για παράνομη διάβαση εξωτερικών συνόρων, ότι: «1. Κάθε κράτος μέλος, σύμφωνα με τις διασφαλίσεις που ορίζουν η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, λαμβάνει πάραυτα τα δακτυλικά αποτυπώματα όλων των δακτύλων κάθε αλλοδαπού ηλικίας τουλάχιστον 14 ετών που συλλαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές ελέγχου κατά την παράνομη διάβαση διά ξηράς, θαλάσσης ή αέρος των συνόρων του εν λόγω κράτους μέλους προερχόμενος από τρίτη χώρα, ο οποίος δεν αποπέμπεται. 2. …». Τέλος, στον ν. 3907/2011 (Α΄ 7/26.1.2011, με έναρξη ισχύος από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατά το άρθρο 47 αυτού), με τον οποίο, μεταξύ άλλων, μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο οι διατάξεις της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16.12.2008 «σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη – μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών» (L 348/24.12.2008), ορίζονται τα εξής: Άρθρο 17 [«Πεδίο Εφαρμογής (Άρθρο 2 της Οδηγίας)»]. «1. Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται στους υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι διαμένουν παράνομα στην ελληνική επικράτεια. 2. Το παρόν Κεφάλαιο δεν εφαρμόζεται στους υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι: α. … συλλαμβάνονται ή παρακολουθούνται από τις αρμόδιες αρχές σε σχέση με παράνομη χερσαία, θαλάσσια ή εναέρια διέλευση των εξωτερικών συνόρων κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του Κώδικα Συνόρων Σένγκεν, στους οποίους δεν έχει χορηγηθεί στη συνέχεια άδεια ή δικαίωμα να παραμείνουν στη Χώρα. β. … γ. …». Άρθρο 18 [«Ορισμοί (Άρθρο 3 της Οδηγίας)»]. «Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, νοούνται ως: α. “Υπήκοος τρίτης χώρας”: κάθε πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της ΕΕ κατά την έννοια του άρθρου 17 παρ. 1 της Συνθήκης και δεν απολαύει του κοινοτικού δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παρ. 5 του Κώδικα Συνόρων Σένγκεν. β. “Παράνομη παραμονή”: παρουσία στην ελληνική επικράτεια υπηκόου τρίτης χώρας που δεν πληροί ή δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις εισόδου, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 του Κώδικα Συνόρων του Σένγκεν, ή τις λοιπές προϋποθέσεις εισόδου, παραμονής ή διαμονής της κείμενης νομοθεσίας. γ. “Επιστροφή”: διαδικασία επανόδου υπηκόου τρίτης χώρας είτε με οικειοθελή συμμόρφωσή του προς υποχρέωση επιστροφής είτε αναγκαστικά: α) στη χώρα καταγωγής του ή β) σε χώρα διέλευσης, σύμφωνα με κοινοτικές ή διμερείς συμφωνίες επανεισδοχής ή άλλες ρυθμίσεις ή γ) σε άλλη τρίτη χώρα, στην οποία αποφασίζει εθελοντικά να επιστρέψει και στην οποία γίνεται δεκτός. δ. “Απόφαση επιστροφής”: διοικητική πράξη με την οποία κηρύσσεται ή αναφέρεται ως παράνομη η παραμονή υπηκόου τρίτης χώρας και του επιβάλλεται η υποχρέωση επιστροφής. ε. “Απομάκρυνση”: εκτέλεση της απόφασης επιστροφής με φυσική μεταφορά του υπηκόου τρίτης χώρας εκτός της ελληνικής επικράτειας. στ. …». Άρθρο 21 [«Απόφαση Επιστροφής (Άρθρο 6 της Οδηγίας)»]. «1. (όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 4825/2021, Α΄ 157). Σε περίπτωση απόρριψης αιτήματος χορήγησης ή ανανέωσης τίτλου διαμονής, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης ισχύοντος τίτλου διαμονής, η αρμόδια αρχή εκδίδει απόφαση επιστροφής του υπηκόου τρίτης χώρας. Η απόφαση επιστροφής αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της απόφασης απόρριψης του αιτήματος διαμονής ή ανάκλησης του τίτλου διαμονής. Στις λοιπές περιπτώσεις υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν παράνομα σε ελληνικό έδαφος εκδίδεται απόφαση επιστροφής από τα αρμόδια, κατά το άρθρο 76 παρ. 2 του ν. 3386/2005, όργανα. … 2. …». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, το δικαίωμα διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελλάδα προϋποθέτει νόμιμη είσοδό τους στη Χώρα. Μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3907/2011, εάν υπήκοος τρίτης χώρας έχει εισέλθει παρανόμως, διαμένει παρανόμως στη Χώρα και συλληφθεί οποτεδήποτε, λαμβάνεται εις βάρος του το διοικητικό μέτρο της απελάσεως με πράξη των αρμόδιων αστυνομικών οργάνων. Μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3907/2011 (δηλαδή μετά τις 26.1.2011), εάν ο παρανόμως εισερχόμενος υπήκοος τρίτης χώρας συλληφθεί κατά την είσοδό του στη Χώρα εκδίδεται εις βάρος του πράξη απελάσεως για τον λόγο αυτόν (για παράνομη είσοδο στη Χώρα), κατά τις διατάξεις του ν. 3386/2005 (βλ. άρθρο 17 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 3907/2011 και την οικεία αιτιολογική έκθεση). Εάν όμως ο παρανόμως εισελθών και άρα μη έχων δικαίωμα διαμονής υπήκοος τρίτης χώρας εντοπισθεί και συλληφθεί μετά την παράνομη είσοδό του στην Ελλάδα, δηλαδή ενόσω παραμένει παρανόμως στη Χώρα, εκδίδεται εις βάρος του πράξη επιστροφής (που επίσης αποτελεί διοικητικό μέτρο) από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, κατά τα άρθρα 17 παρ. 1, 18 περ. β΄ και δ΄ και 21 παρ. 1 εδ. τρίτο του ν. 3907/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο 76 παρ. 2 του ν. 3386/2005.

  9. Επειδή, περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: Η είσοδος στη Χώρα αλλοδαπών/υπηκόων τρίτης χώρας και η περαιτέρω διαμονή τους –η οποία μπορεί να είναι και μακρά– δεν είναι ελεύθερη ούτε ανεξέλεγκτη, αλλά διέπεται από κανονιστικό καθεστώς (του ν. 3386/2005) που επιβάλλει σ’ αυτούς την υποχρέωση εφοδιασμού τους με διαβατήριο/ταξιδιωτικό έγγραφο, θεώρηση εισόδου και άδεια διαμονής για συγκεκριμένο σκοπό (για εργασία, ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα, σπουδές ή άλλο νόμιμο σκοπό) και καθιδρύει δεσμία αρμοδιότητα των αστυνομικών οργάνων για την έκδοση πράξεως απελάσεως (βλ. Σ.τ.Ε. 1248/2015. Επίσης, βλ. Σ.τ.Ε. 5208/1995 υπό το προγενέστερο καθεστώς του ν. 1975/1991, Α΄ 184) σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, που ο αλλοδαπός έχει παραβιάσει τις σχετικές διατάξεις, μετά δε την έναρξη ισχύος του ν. 3907/2011 πράξεως επιστροφής για τους παρανόμως διαμένοντες (κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη). Οι ρυθμίσεις των διατάξεων του ν. 3386/2005 αποσκοπούν όχι μόνον στην προστασία του γενικού (δημόσιου) συμφέροντος (της διασφαλίσεως της δημόσιας τάξεως, ασφάλειας, κοινωνικής ειρήνης, δημόσιας υγείας), αλλά και στην προστασία του συμφέροντος των ιδιωτών με την αποτροπή της προσβολής των συνταγματικώς προστατευόμενων έννομων αγαθών (της ζωής, της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας, της τιμής, της υπολήψεως, της προσωπικής ελευθερίας, της γενετήσιας ελευθερίας, της περιουσίας, της ιδιοκτησίας τους) από τη συμπεριφορά των παρανόμως εισελθόντων, διαμενόντων και εργαζόμενων στη Χώρα αλλοδαπών. Επίσης, αποσκοπούν και στην προστασία του συμφέροντος των προσώπων αυτών, τα οποία, όπως επισημαίνεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, «παραμένουν στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής ορισμένες μάλιστα φορές σε συνθήκες κατώτερες του ελαχίστου που υπαγορεύει η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, με αποτέλεσμα να εξωθούνται μοιραία σε ποικίλες μορφές παραβατικότητας, τροφοδοτώντας έτσι ακούσια, κατά καιρούς, τάσεις επιφυλακτικότητας εκ μέρους του ημεδαπού πληθυσμού». Άλλωστε, όσο τα αστυνομικά όργανα παραβιάζουν τις υποχρεώσεις τους και δεν εκδίδουν κατ’ ενάσκηση της δεσμίας αρμοδιότητάς τους πράξη απελάσεως ή μετά τις 26.1.2011 πράξη επιστροφής για τους παρανόμως διαμένοντες, δημιουργείται η βεβαιότητα σε όποιον αλλοδαπό εισήλθε λάθρα, διαμένει παρανόμως στη Χώρα και επιθυμεί να συμπεριφερθεί παρανόμως και να προσβάλει κάποιο έννομο αγαθό ότι ποτέ δεν θα τιμωρηθεί. Και τούτο, διότι η ταυτότητά του δεν είναι γνωστή στις ελληνικές αρχές ούτε έχουν ληφθεί τα δακτυλικά αποτυπώματά του (αφού δεν συνελήφθη ούτε κατά την παράνομη είσοδό του στη Χώρα ούτε κατά τη διάρκεια της παράνομης διαμονής του). Ενόψει των επιδιωκόμενων ως άνω προστατευτικών σκοπών των ρυθμίσεων του ν. 3386/2005, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε περίπτωση παρανόμως εισελθόντος στη Χώρα αλλοδαπού που επί μακρόν διαμένει και εργάζεται παρανόμως σε περιορισμένο κατ’ έκταση τόπο (λ.χ. νησί), η παράλειψη των αστυνομικών οργάνων να άρουν την παράνομη κατάσταση που προκλήθηκε από την παράνομη είσοδο και παραμονή του επί μακρόν στη Χώρα, μη εκδίδοντας, ενώ έχουν υποχρέωση και μπορούν, πράξη απελάσεως κατά παράβαση του άρθρου 76 παρ. 1 περ. β΄ του ν. 3386/2005 ή μετά τις 26.1.2011 πράξη επιστροφής κατά παράβαση του άρθρου 21 παρ. 1 εδ. τρίτο του ν. 3907/2011, μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικώς και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος επιζήμιου αποτελέσματος (εγκλήματος). Συνεπώς, υπάρχει γενικώς και αφηρημένως αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης αυτής παραλείψεως των οργάνων του Δημοσίου και της ζημίας (λ.χ. βλάβης του σώματος ή της υγείας ή θανατώσεως) τρίτου προσώπου, η οποία προκαλείται όταν ο παρανόμως εισελθών και διαμένων στην Ελλάδα υπήκοος τρίτης χώρας προσβάλει απολύτως προστατευόμενο έννομο αγαθό (πρβ. Σ.τ.Ε. 1964-1966/2021 7μ., 442/2012, 1364, 1677/2008, 4067/2005 7μ., 28/2000 κ.ά. σε περιπτώσεις παραλείψεων των αστυνομικών οργάνων να λάβουν τα αναγκαία, κατάλληλα και πρόσφορα μέτρα για την αποτροπή ζημιών εις βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων κατά τη διάρκεια βίαιων επεισοδίων στο πλαίσιο μαζικής κινητοποιήσεως πολιτών ή διαδηλώσεων ή εξαιτίας τρομοκρατικών ενεργειών).

  10. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε συνδυασμό με την πρωτόδικη απόφαση και τα λοιπά παραδεκτώς λαμβανόμενα υπόψη κατ’ αναίρεση διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Τον Ιούλιο 2012 η βρισκόταν με τις δύο κόρες της σε οικογενειακές διακοπές στο νησί της Πάρου. Στις 22.7.2012 η κόρη της * (ήδη αναιρεσείουσα), ηλικίας 15 ετών τότε, έπεσε θύμα εξαιρετικά βίαιου βιασμού και ληστείας από τον *, υπήκοο Πακιστάν, ο οποίος μετά την πράξη του βιασμού, προκειμένου να αποκρύψει την πράξη του αυτήν, προσπάθησε να σκοτώσει την ημιλιπόθυμη ανήλικη, με πέτρα χτυπώντας την στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να προκληθούν βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και να καταστεί έτσι ανάπηρη με συνολικό ποσοστό αναπηρίας 100% κατά ιατρική πρόβλεψη από 4.6.2013 και εφ’ όρου ζωής, σύμφωνα με τις αναφερόμενες την αγωγή και προσκομισθείσες πρωτοδίκως ιατρικές βεβαιώσεις (από 12.1.2016 βεβαίωση της Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας, από 3.7.2014 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποιήσεως αναπηρίας της Διευθύνσεως Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. και από 20.9.2016 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποιήσεως αναπηρίας της Διευθύνσεως Ιατρικής Αξιολόγησης του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.). Με τις 15 και 16/2014 αποφάσεις του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σύρου ο * υπήκοος Πακιστάν (τότε ενήλικος, γεννηθείς την 1.1.1991), κηρύχθηκε ένοχος για το ότι στην περιοχή Άγιος Στέφανος της Νέας Χρυσής Ακτής της νήσου Πάρου στις 22 Ιουλίου 2012: (α) έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει την τότε ανήλικη (γεννηθείσα στις 16.7.1997) * επιχείρησε να της αφαιρέσει τη ζωή (απόπειρα ανθρωποκτονίας), (β) με πρόθεση και με σωματική βία την εξανάγκασε σε συνουσία και σε ανοχή ασελγούς πράξεως (βιασμός), (γ) με χρήση σωματικής βίας και ιδιαίτερη σκληρότητα αφαίρεσε ξένο κινητό πράγμα (συσκευή κινητού τηλεφώνου) από την κατοχή της ανωτέρω ανήλικης παθούσας με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του (διακεκριμένη ληστεία) και (δ) στον ίδιο τόπο και κατά το χρονικό διάστημα από το θέρος του έτους 2011 έως τον Ιούλιο του 2012, ως υπήκοος τρίτης χώρας εκτός Ε.Ε. στερούμενος άδειας διαμονής, παρείχε εξαρτημένη εργασία στην Ελλάδα. Με τις 17 και 18/2014 αποφάσεις του ίδιου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σύρου ο ως άνω κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε ποινή ισόβιας καθείρξεως για την πράξη της ληστείας και σε συνολική ποινή καθείρξεως 25 ετών για τις πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας, του βιασμού και της παράνομης παροχής εργασίας. Όσον αφορά τον δράστη των ως άνω εγκληματικών πράξεων, έγινε δεκτό πρωτοδίκως ότι είχε εισέλθει παρανόμως στην Ελλάδα το έτος 2010, ύστερα δε από ολιγόμηνη παραμονή στην Αττική μετέβη στις αρχές Μαΐου 2011 στην Πάρο, όπου εργαζόταν παρανόμως, αρχικώς σε περιστασιακές εργασίες και από τον Ιούλιο 2011 σε ξενοδοχειακή μονάδα. Μετά την τέλεση (με ιδιαίτερη βαναυσότητα) των ως άνω εγκλημάτων εις βάρος της αναιρεσείουσας, ο δράστης παρέμεινε στο νησί για λίγες ημέρες και στις 31.7.2012, όπως έγινε δεκτό πρωτοδίκως, έφυγε με πλοίο από την Πάρο και μετέβη στον Πειραιά, ενώ στη συνέχεια διέμενε σε ένα σπίτι στη Νέα Χαλκηδόνα, όπου και συνελήφθη στις 5.8.2012. Με την από 18.10.2017 αγωγή που άσκησε -από κοινού με τη μητέρα και την αδελφή της- η αναιρεσείουσα, εκπροσωπηθείσα νομίμως από την ως άνω δικαστική συμπαραστάτριά της (μητέρα της), ζήτησε, κατ’ επίκληση του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει τα προαναφερθέντα ποσά. Με την αγωγή αυτή ισχυρίσθηκε, προσκομίζοντας σχετικά αποδεικτικά μέσα (των οποίων γίνεται επίκληση στο δικόγραφο της αγωγής και στα πρωτοδίκως κατατεθέντα υπομνήματα), ότι ο ανωτέρω υπήκοος της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Πακιστάν εισήλθε παρανόμως στη Ελλάδα από τα σύνορα του Έβρου του 2010. Περαιτέρω, προέβαλε ότι: (α) Η Ελληνική Αστυνομία όφειλε να είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία των συνόρων και ειδικότερα την πρόληψη και την αποτροπή της παράνομης εισόδου του δράστη, (β) όφειλε να τον είχε συλλάβει κατά την είσοδό του στη Χώρα, να τον είχε παραπέμψει στη δικαιοσύνη ή να τον είχε επαναπροωθήσει στη χώρα προελεύσεως ή καταγωγής του, (γ) όφειλε να είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα και να είχε διενεργήσει τους απαιτούμενους ελέγχους, προκειμένου να αποτραπεί και να εντοπισθεί η παράνομη παραμονή και εργασία του στη Χώρα, αλλά και να είχε κινήσει τις διαδικασίες που απαιτούνται από τον νόμο προκειμένου να πραγματοποιηθεί η διοικητική απέλασή του κατά τα άρθρα 44 του ν. 2910/2001 και 76 του ν. 3386/2005, αφού με την παράνομη είσοδο και παραμονή του στη Χώρα παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του νόμου περί αλλοδαπών, (δ) η Ελληνική Αστυνομία παρέλειψε, ενώ όφειλε, να προβεί σε όλες τις ανωτέρω ενέργειες, με αποτέλεσμα ο * να κυκλοφορεί παρανόμως στη Χώρα, χωρίς να έχει γίνει έλεγχος των στοιχείων του, χωρίς να έχει καταγραφεί η είσοδός του και χωρίς να γίνουν οι απαιτούμενες ενέργειες για την επαναπροώθηση ή την απέλασή του και (ε) μεταξύ των ανωτέρω παράνομων πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου και της ζημίας της υφίσταται αιτιώδης συνάφεια και, ειδικότερα, εάν είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα από την Ελληνική Αστυνομία τόσο για την αποτροπή εισόδου στη Χώρα του * (αφού εισήλθε παρανόμως, χωρίς τις απαιτούμενες από τον νόμο διατυπώσεις) όσο και για τη σύλληψη και απέλασή του λόγω παράνομης παραμονής στη Χώρα (βρισκόταν στη Χώρα για 2 χρόνια, κυκλοφορούσε κανονικά χωρίς να κρύβεται και εργαζόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο νησί της Πάρου), οδεν θα βρισκόταν στη Χώρα και συνεπώς δεν θα συνέβαινε το γεγονός του βιασμού της από τον δράστη, αλλά και της ανεπανόρθωτης βλάβης της υγείας της που προκλήθηκε από τα βάναυσα χτυπήματά του. Σύμφωνα με το 4/1453334-231405/23.10.2018 έγγραφο του Διευθυντή της Διευθύνσεως Αλλοδαπών του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. (το οποίο προσκομίσθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο πρωτοδίκως με την έκθεση απόψεων επί της ως άνω αγωγής και το περιεχόμενό του παρατίθεται στα παραδεκτώς κατατεθέντα υπομνήματα των διαδίκων επί της αγωγής), ο ως άνω υπήκοος Πακιστάν δεν είχε υποβάλει αίτημα ασύλου στις αρμόδιες Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και, ως εκ τούτου, δεν είχε χορηγηθεί σ’ αυτόν άδεια παραμονής (ροζ κάρτα) ως αιτούντα άσυλο ή άδεια διαμονής πρόσφυγα (λευκή) ούτε και ταξιδιωτικό έγγραφο (T.D.V.), επιπλέον δε ο ως άνω αλλοδαπός δεν είχε λάβει άδεια διαμονής από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, ενώ, εξάλλου, δεν προέκυψε καταχώρισή του στον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών ούτε στο σύστημα πληροφοριών Schengen (SIS II). Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή αυτή, κατά το μέρος που ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα, απορρίφθηκε ως αβάσιμη. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι ναι μεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του Δημοσίου, τα οποία παρέλειψαν να αποτρέψουν την παράνομη είσοδο του ανωτέρω αλλοδαπού στη Χώρα ή να τον εντοπίσουν κατά τη διετή παράνομη παραμονή του και κυκλοφορία του σε αυτήν και να τον υπαγάγουν σε διαδικασία επαναπροωθήσεως στη χώρα από την οποία προέρχεται, όπως είχαν καθήκον, όμως μόνη η κατά τα ανωτέρω παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου να αποτρέψουν την είσοδο και παραμονή του συγκεκριμένου αλλοδαπού στη Χώρα, ο οποίος δεν ήταν πριν από το ανωτέρω έγκλημα σεσημασμένος ή εγγεγραμμένος στον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών ούτε η παρουσία του είχε επισημανθεί ή καταγγελθεί ως επικίνδυνη στις Αρχές, δεν αρκεί για να επιφέρει την ένδικη ζημία, καθόσον για την επέλευσή της μεσολάβησε η διάπραξη ειδεχθούς εγκληματικής πράξεως από αυτόν, η οποία διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο. Περαιτέρω, κατά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, υπό την αντίθετη εκδοχή, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι μόνη η παράνομη είσοδος και παραμονή στη Χώρα αλλοδαπού επιφέρει αυτόθροα την τέλεση σοβαρότατων εγκλημάτων, συμπέρασμα αβάσιμο ενόψει του αριθμού αυτών (των παρανόμως ευρισκομένων στη Χώρα αλλοδαπών). Εξάλλου, η αγωγή καθ’ ο μέρος είχε ασκηθεί από τη μητέρα της αναιρεσείουσας ατομικώς και την αδελφή της με αίτημα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει σε καθεμιά από αυτές 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από τις ως άνω παράνομες παραλείψεις, απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως (άρθρο 71 του Κ.Δ.Δ.), με την αιτιολογία ότι οι ενάγουσες αυτές ως εμμέσως ζημιωθείσες δεν εδικαιούντο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως η αναιρεσείουσα, εκπροσωπηθείσα νομίμως από την ως άνω δικαστική συμπαραστάτριά της, άσκησε (από κοινού με τις λοιπές αρχικές ενάγουσες) έφεση, με την οποία προέβαλε ότι (α) εάν είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα από την Ελληνική Αστυνομία τόσο για την αποτροπή εισόδου στη Χώρα του * όσο και για τη σύλληψη και απέλασή του, αυτός δεν θα βρισκόταν στη Χώρα και συνεπώς δεν θα συνέβαινε ο βιασμός και ο βαρύτατος τραυματισμός της αναιρεσείουσας, (β) οι ανωτέρω παράνομες παραλείψεις της αστυνομίας είχαν ως συνέπεια ο εν λόγω αλλοδαπός να ζει υπό καθεστώς ανομίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθόσον ως παρανόμως διαμένων στη Χώρα (και ειδικότερα στη νήσο Πάρο, η οποία αποτελεί μία γεωγραφικά απομονωμένη περιοχή, με μικρή έκταση και σαφώς οριοθετημένο μέγεθος) βρισκόταν εκ των πραγμάτων, αφού δεν ήταν καταγεγραμμένος πουθενά, εκτός του πεδίου της ελληνικής έννομης τάξεως όσον αφορά την εν γένει διαβίωσή του και (γ) το ως άνω γεγονός (η διαβίωση επί μεγάλο χρονικό διάστημα υπό καθεστώς ανομίας) συναρτάται άμεσα με την εγκληματική συμπεριφορά (ληστεία, βιασμός και απόπειρα ανθρωποκτονίας) που εμφάνισε. Ενόψει τούτων, προέβαλε ότι συνέτρεχε εν προκειμένω η απαραίτητη προϋπόθεση της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παράνομων παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου και της ζημίας που επήλθε σε αυτήν. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο κατά τα ανωτέρω λόγος εφέσεως της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ότι (α) με τις ανωτέρω αποφάσεις του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Σύρου ο * κηρύχθηκε ένοχος (μεταξύ άλλων) για τις πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας και του βιασμού εις βάρος της αναιρεσείουσας και (β) τα όργανα του Ελληνικού Δημοσίου παρέλειψαν να αποτρέψουν την παράνομη είσοδο του συγκεκριμένου αλλοδαπού στην ελληνική επικράτεια και ακολούθως να τον εντοπίσουν κατά τη διετή παράνομη παραμονή και κυκλοφορία του σε αυτήν και να τον υπαγάγουν σε διαδικασία επαναπροωθήσεως στη χώρα καταγωγής ή προελεύσεώς του. Με τα δεδομένα αυτά, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι η παράνομη είσοδος του ανωτέρω αλλοδαπού στη Χώρα και στη συνέχεια η διετής παράνομη παραμονή του και κυκλοφορία του στη Χώρα δεν είναι βέβαιο αλλά ούτε και πιθανό ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προκάλεσε τον βαρύτατο τραυματισμό της αναιρεσείουσας, διότι, υπό τις συνθήκες που έγινε, πρόσφορη αιτία για τον τραυματισμό της δεν ήταν η παράνομη είσοδος του ανωτέρω αλλοδαπού στη Χώρα και στη συνέχεια η διετής παράνομη παραμονή του και κυκλοφορία του στη Χώρα αλλά οι πράξεις του βιασμού και της απόπειρας ανθρωποκτονίας που τέλεσε ο εν λόγω αλλοδαπός εις βάρος της. Με τις σκέψεις αυτές, το διοικητικό εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι δεν υπάρχουν παραλείψεις των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου που να βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με τον βαρύτατο τραυματισμό της αναιρεσείουσας και, ως εκ τούτου, η αγωγή κατά το μέρος που είχε ασκηθεί από την αναιρεσείουσα ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη. Ο ίδιος ως άνω λόγος εφέσεως (κατά της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσον αφορά τη μη συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παράνομων παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου και της επελθούσας ζημίας) καθ’ ο μέρος προβλήθηκε από τις λοιπές εκκαλούσες – ενάγουσες (μητέρα και αδερφή της αναιρεσείουσας) απορρίφθηκε ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης υποθέσεως, με τη σκέψη ότι η αγωγή τους δεν είχε απορριφθεί για έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου αλλά για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως κατά το άρθρο 71 του Κ.Δ.Δ. Ήδη με την κρινόμενη αίτηση η αναιρεσείουσα πλήσσει την ως άνω κρίση του διοικητικού εφετείου για έλλειψη της σωρευτικώς απαιτούμενης για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου προϋποθέσεως της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παρανομίας και της ζημίας και ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθ’ ο μέρος ο ως άνω λόγος εφέσεως απορρίφθηκε ως αβάσιμος.

  11. Επειδή, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στις προηγούμενες σκέψεις, η ως άνω κρίση του διοικητικού εφετείου δεν είναι νόμιμη. Και τούτο, διότι υπό τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως κατ’ αναίρεση δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η παράνομη παράλειψη των αστυνομικών οργάνων να άρουν την παράνομη κατάσταση που προκλήθηκε από την παράνομη είσοδο και παραμονή επί μακρόν στη Χώρα υπηκόου τρίτης χώρας, μη εκδίδοντας, ενώ είχαν υποχρέωση και μπορούσαν, πράξη απελάσεως ή πράξη επιστροφής κατά παράβαση των διατάξεων των νόμων 3386/2005 και 3907/2011, μπορεί αντικειμενικώς κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να οδηγήσει στο επιζήμιο αποτέλεσμα της προσβολής της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας τρίτου προσώπου. Επομένως, υπάρχει γενικώς και αφηρημένως αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης αυτής παραλείψεως των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου και της ζημίας (βλάβης του σώματος και της υγείας) του προσώπου, η οποία προκαλείται από τον ουδέποτε συλληφθέντα και εντεύθεν μη απελαθέντα ή μη υποχρεωθέντα σε επιστροφή υπήκοο τρίτης χώρας. Δεν αίρεται δε ο αιτιώδης σύνδεσμος εκ του ότι μεταξύ της παρανομίας των οργάνων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και του βαρύτατου τραυματισμού παρεμβάλλεται η εγκληματική ενέργεια αλλοδαπού ο οποίος εισήλθε λάθρα, διέμενε και εργαζόταν επί μακρόν παρανόμως στη Χώρα και χωρίς να έχει εντοπισθεί πουθενά, παρότι τούτο ήταν εφικτό. Και τούτο, διότι ο τραυματισμός αυτός δεν θα είχε προκληθεί αν τα αρμόδια κατά νόμον (βλ. σκέψεις 6 έως 8) όργανα του Ελληνικού Δημοσίου είχαν τηρήσει τη συμπεριφορά που επιβαλλόταν από τις παραβιασθείσες διατάξεις των νόμων 3386/2005 και 3907/2011 που αναφέρονται στη σκέψη 9 και οι οποίες έχουν τεθεί και για χάρη της προστασίας, μεταξύ άλλων, της ζωής, της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας, της τιμής και της γενετήσιας ελευθερίας όλων των προσώπων που βρίσκονται στη Χώρα.

Για τον λόγο αυτόν, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η υπόθεση δε, που χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για νέα κρίση.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την 468/2021 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.