Υπό όρους μπορεί να είναι νόμιμη η ελάχιστα μειωμένη αποζημίωση εργαζόμενου για την απόλυσή του

0

Να ξεκαθαρίσει το τοπίο των αποζημιώσεων λόγω καταγγελίας μιας σύμβασης εργασίας, επιχειρεί ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθμ. 1254/2009 απόφασή του, η οποία αναιρεί απόφαση του Εφετείου Αθηνών που είχε κρίνει νόμιμη την αποζημίωση βοηθού λογίστριας, παρότι το ύψος της αποζημίωσης ήταν ασήμαντα μικρότερο του προβλεπόμενου.
Το ανώτατο δικαστήριο αναλύει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται, ώστε να είναι νόμιμη η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, αλλά και το ύψος της αποζημίωσης. Ειδικότερα, όπως αναφέρει, η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, καθορίζεται με βάση τις καταβαλλόμενες τακτικές αποδοχές, δηλαδή τον μισθό και κάθε άλλη σταθερή και μόνιμα χορηγούμενη παροχή κατά τον τελευταίο προ της απόλυσης μήνα. Για να θεωρηθεί έγκυρη η καταγγελία, πρέπει να γίνει εγγράφως και να καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Εάν η αποζημίωση είναι ελλιπής, τότε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη, «εκτός αν η μη καταβολή της πλήρους αποζημίωσης είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, όπως αν π.χ. οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη του εργοδότη ή σε εύλογη αμφιβολία για το ακριβές ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης». Σε μια τέτοια περίπτωση, «το κύρος της καταγγελίας διασώζεται και απλώς ο μισθωτός έχει αξίωση για συμπλήρωση της αποζημίωσης».
Η δικαστική απόφαση προκλήθηκε ύστερα από την προσφυγή βοηθού λογίστριας, η οποία εισέπραττε αμοιβή μεγαλύτερη από τις προβλεπόμενες συλλογικές συμβάσεις, αλλά το ύψος της δεν ήταν σταθερό, και όταν απολύθηκε έλαβε μικρότερη από την προβλεπόμενη αποζημίωση. Η υπάλληλος διεκδίκησε δικαστικά τη διαφορά και το Εφετείο έκρινε πως όντως υπήρχε διαφορά, αλλά θεώρησε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας νόμιμη, αποφαινόμενο ότι το ποσό που υπολειπόταν από την αποζημίωση ήταν ασήμαντο και οφείλεται σε πεπλανημένο υπολογισμό, δικαιολογημένο κατά την καλή πίστη.
Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε από τον Άρειο Πάγο για έλλειψη επαρκούς και σαφούς αιτιολογίας, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται το ακριβές ύψος των αποδοχών που λάμβανε η βοηθός λογίστρια και σειρά άλλων παρεμφερών παραμέτρων, αλλά απλώς αναφέρεται αορίστως ότι οι ετήσιες αποδοχές της ήταν «υπέρτερες εκείνων που προβλέπονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας». Το ανώτατο δικαστήριο ανέφερε ότι, υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να αποφανθεί αν η αποζημίωση που καταβλήθηκε έχει το προβλεπόμενο ύψος και, κατ’ επέκταση, αν η καταγγελία της σύμβασης είναι νόμιμη, καθώς δεν προκύπτουν από την εφετειακή απόφαση τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά.

Σχόλια