spot_img
ΑρχικήLaw NewsΗ διαδικασία της νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου, υπό το ν. 4491/2017

Η διαδικασία της νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου, υπό το ν. 4491/2017

Η μελέτη αυτή δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο περιοδικό Εφαρμογές Αστικού Δικαίου και Πολιτικής Δικονομίας, 2018, σελ. 378 επ.

Με την έναρξη ισχύος του ν. 4491/2017 «Νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου» ανέκυψε το ζήτημα της διαδικαστικής πορείας της αυτοπρόσωπης δήλωσης του αιτούντος προσώπου ενώπιον του δικάζοντος Ειρηνοδίκη, η οποία δεν είχε νομοθετικά αποσαφηνιστεί, πολλώ μάλλον δε νομολογιακά αντιμετωπιστεί. Ειδικότερα, τέθηκε το ζήτημα αν η μυστικότητα της δήλωσης «σε ιδιαίτερο γραφείο», συμπαρασύρει στον αποκλεισμό της δημοσιότητας εξ ολοκλήρου τη διαδικασία του ν. 4491/2017 ή αν θα μπορούσε να αποσπαστεί της δημόσιας συζητήσεως του αρ. 782 ΚΠολΔ, με την οποία και παραδοσιακά διεξάγεται η βεβαίωση οιουδήποτε ληξιαρχικού γεγονότος. Για την απάντηση του ερωτήματος αυτού, κατόπιν ευγενικής προσφοράς της Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επιχειρήθηκε η κατωτέρω εισήγηση στην ΟλΕιρΑθ της 20.12.2017, το οποίο, παρεμπιπτόντως, οδήγησε στην προσπάθεια συνολικής, κατά το δυνατόν, εξέτασης του ν. 4491/2017 καθόσον αφορά στη διαδικασία του και, αντανακλαστικά, στις ουσιαστικές Δικαίου ρυθμίσεις που εισήγαγε.

 Εισαγωγή

Μέριμνα του σύγχρονου Κράτους Δικαίου, όπως αυτό εκφράστηκε στη Γαλλική Επανάσταση, εκπέμποντας στο διηνεκές την φιλελεύθερη αστική δημοκρατία, αποτελεί το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του ατόμου[2], μεταξύ άλλων, και στον τομέα της  αξιοπρέπειάς του. Υπό την επίδραση του Διαφωτισμού, και έκτοτε, το βιολογικό φύλο του ανθρώπου, κατά τη διάκρισή του σε αρσενικό και θηλυκό με βάση τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του[3], αποτελεί πραγματική κατάσταση, η οποία βιώνεται διαφορετικά από έκαστο των ανθρώπων. Έτσι, μπορεί ένα άτομο να φέρει τα γενετήσια χαρακτηριστικά του άρρενος και να βιώνει το φύλο του ως θήλυ, και αντίστροφα. Πρόκειται, για την περίπτωση διάστασης του βιολογικού – κοινωνικού φύλου του ατόμου, η οποία έχει, πλέον, διεθνώς αναγνωριστεί ως «δυσφορία γένους». Κοινωνικό φύλο είναι οι κοινωνικές διαφορές των δύο φύλων, σε αντίθεση με τις βιολογικές διαφορές τους. Την θεμελιώδη αυτή διάκριση αναγνώρισε πανηγυρικά ο ν. 4491/2017, που διακήρυξε, το πρώτον, τη δυνατότητα αλλαγής φύλου στην ληξιαρχική πράξης γέννησης, χωρίς την ανάγκη χειρουργικής επέμβασης, ακρωτηριασμού, υποχρεωτικής στείρωσης κ.ο.κ., η οποία, ούτως ή άλλως, είχε, ήδη, κριθεί ότι αντιβαίνει στο αρ. 2, 26 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και στο αρ. 8 ΕΣΔΑ, με την υπ’ αρ. 418/2016, αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου μας, η οποία έχει χαρακτηριστεί «ιστορική»[4], και παραπέμθηκε και στην ΑιτΕκθ του νόμου.

Στο ν. 4491/2017, το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού του ατόμου δεν εκδηλώθηκε ως αφηρημένη δυνατότητα, η οποία, όυτως ή άλλως, προσιδιάζει στο ουσιαστικό δίκαιο, αλλά, ως ελευθερία μεταβολής του φύλου του, όπως αυτό διοικητικά βεβαιώνεται. Δηλαδή, στο επίκεντρο της κρατικής πρόνοιας βρέθηκε η δικονομικά προσδιορισμένη ελευθερία του προσώπου, ενσυνείδητου και υπεύθυνου για τις δικονομικές πράξεις του, εντός καθορισμένης δικονομικής δραστηριότητας[5]. Το πρόσωπο, έτσι, δεν παραμένει περιχαρακωμένο στην ασφάλεια αυθεντικότητας της διοίκησης, δίκην τεκμηρίου δοκιμασμένης αυτεπαγγέλτου ενέργειας και εξουσιαστικής κρατικής επαλήθευσης του φύλου του. Αντίθετα, ανάγεται σε κυρίαρχο παράγοντα, προηγμένη έκφανση της ελευθερίας του, η οποία συμπληρώνεται από ad hoc δικονομικές ρυθμίσεις, προσανατολισμένες στα ιδιαίτερα γνωρίσματα της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθηθεί. Οι ρυθμίσεις αυτές, απαντούνται κυρίως μεν, ελλειπτικά δε, στο αρ. 4 του ν. 4491/2017. Ο νομοθέτης, άλλοτε σε συμπόρευση με θεμελιώδεις δικονομικές αρχές, και άλλοτε κατά παρέκκλισή τους, επιχειρεί να ρυθμίσει το σύνολο της διαδικασίας, ενώ, απονέμει ιδιαίτερο ρόλο στο αιτούν πρόσωπο με την αυτοπρόσωπη δήλωσή του ενώπιον του δικάζοντος Ειρηνοδίκη, προκειμένου να αντισταθμίσει τη δεδομένη καχυποψία του για την αλήθεια μεταβολής της ληξιαρχικής του πράξης.

Καθίσταται, συνεπώς, εμφανής η ανάγκη τελολογικής συνερμηνείας ουσιαστικού και δικονομικού Δικαίου του ν. 4491/2017, για τα οποία ο εφαρμοστής του Δικαίου ακροβατεί στο μεταίχμιο ιδιωτικού – ατομικού συμφέροντος του αιτούντος προσώπου και των χρηστών ηθών. Για τον λόγο αυτό, ο «φορμαλισμός» υπό την έννοια τήρησης του δικονομικού τύπου, παρά τις εγγενείς αδυναμίες του[6], αποτελεί, συγχρόνως, εχέγγυο τόσο του Κράτους Δικαίου[7], όσο και προστασίας των προσώπων που προτίθενται να κάνουν χρήση του νόμου.

Πεδίο της έρευνας

Αντικείμενο της παρούσας εισήγησης αποτελεί ο ν. 4491/2017. Σκοπός της έρευνας είναι η συστηματική εξέταση και αντιμετώπισή του και όχι η αναλυτική παρουσίαση και επεξεργασία, η οποία, εξάλλου, θα καθιστούσε την εισήγηση ογκώδη και δυσανάγνωστη. Εξετάζεται, λοιπόν, συγκριτικά το δικαιώμα αλλαγής φύλου ανά τον κόσμο, ενώ, παρεμπιπτόντως, ερευνάται και το προϊσχύσαν νομοθετικό και νομολογιακό καθεστώς στην ημεδαπή. Επιπλέον, εξετάζονται τα κυριότερα δικονομικά ζητήματα που ανακύπτουν από την εφαρμογή του ν. 4491/2017.

Η εισήγηση αναπτύσσεται σε δύο, κυρίως, κεφάλαια. Στο πρώτο από αυτά επιχειρείται η συγκριτική επισκόπηση της δυνατότητας αλλαγής φύλου ανά την υφήλιο, η τομή που επέφερε στην χώρα μας ο ν. 4491/2017 και, αντανακλαστικά, θίγονται οι ουσιαστικού Δικαίου ρυθμίσεις που εισήγαγε ο νόμος, ενώ, στο δεύτερο καταβάλλεται προσπάθεια να παρουσιαστούν τα κυριότερα δικονομικά ζητήματα που ανακύπτουν από την εφαρμογή του νόμου και η, κατά το δυνατό, αντιμετώπισή τους. Μεμονωμένες δικονομικές περιπτώσεις εντοπίζονται και αναλύονται ειδικά. Τέλος, η παρούσα εισήγηση αφορά, κυρίως, στα δικονομικά ζητήματα που ανακύπτουν από την εφαρμογή του ν. 4491/2017 στην Υπηρεσία μας, χωρίς, υποχρεωτικές λύσεις στα «θολά» σημεία του, τα οποία, ούτως ή άλλως, με την εμπειρία και την επιστημονική οξύτητα των συναδέλφων, νομολογιακά, θα διαπλαστούν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

1.  Συγκριτική Επισκόπηση[8]

Η νομική αναγνώριση του επαναπροσδιορισμού φύλου, με τη δυνατότητα αλλαγής του νομικά προσδιορισμένου φύλου στο πιστοποιητικό γέννησης του προσώπου, είναι νόμιμη, σχεδόν, σε όλο τον κόσμο. Παραμένει παράνομη σε 20, τουλάχιστον, χώρες και, δη, της Αφρικής[9], της Ασίας[10], της Λατινικής Αμερικής[11] και στην Γροιλανδία, , εκ των χωρών δε της Ευρώπης, στην Αλβανία, ενώ, απολύτως ελεύθερη συναντάται στην Αργεντινή, στο Πακιστάν, στο Μπαγκλαντές και στο Εκουαδόρ.

Αντίθετα, στις περισσότερες χώρες του πλανήτη, προϋποθέτει την χειρουργική ή ορμονική επέμβαση στο σώμα του ανθρώπου, κατόπιν, μάλιστα, ειδικής επιστημονικής εξέτασής του. Τούτο ισχύει, ιδίως, για τις χώρες της Ασίας, τις εναπομείνασες της Αφρικής, στην Αμερική και για την, τουλάχιστον ήμισυ, Ευρώπη, ιδίως, για τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ[12] , αλλά, και, μέχρι πρόσφατα, για τις περισσότερες της Κεντρικής Ευρώπης, όπως λ.χ. στην Ισπανία. Ειδικά στην τελευταία νόμος του 2007, προέβλεπε ότι γιατρός πρέπει να βεβαιώσει ότι το αιτούν πρόσωπο έχει ψυχιατρική παρακολούθηση για δύο έτη και έχει υποβληθεί σε ορμονολογική θεραπεία[13].

Καθόσον αφορά στην ΕΕ, δε, ο επαναπροσδιορισμός του φύλου του προσώπου επέρχεται και χωρίς ακρωτηριασμό, στείρωση κ.ο.κ., στην Αυστρία και στην Σουηδία, ενώ, και η δικαστική απόφαση για την μεταβολή της αστικής κατάστασης του ατόμου σπανίως συναντάται. Ενδεικτικά, στην Μεγάλη Βρετανία νόμος του 2004 προβλέπει ότι ένας ειδικός γιατρός ή ένας ειδικός ψυχολόγος, όπως, επίσης, και ένας δεύτερος γιατρός, οφείλουν να βεβαιώσουν την ύπαρξη μιας «επίμονης δυσφορίας φύλου», Εν συνεχεία μια Επιτροπή Ειδικών, αποτελούμενη από γιατρούς και νομικούς αποφασίζει αν θα επιτρέψει την αλλαγή της προσωπικής καταστάσεως μετά από μελέτη του φακέλου του προσώπου. Σχετικοί Νόμοι υπάρχουν στην Πορτογαλία, στο Καντόνι της Ζυρίχης και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από το 2011. Ο προηγούμενος Γερμανικός νόμος του 1980 προϋπέθετε εγχείρηση για την διαδικασία αλλαγής φύλου. Η σχετική διάταξη κρίθηκε ως αντισυνταγματική, δηλαδή ως αντικείμενη στην αρχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και στην αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης προσωπικότητας, ενώ, ήδη, στην Γερμανία η αλλαγή φύλου, χαρακτηρίζεται από την απλότητά της, χωρίς ιατρικές γνωματεύσεις, ούτε και ηλικιακά κριτήρια[14]. Το ίδιο ισχύει για την Πορτογαλία και την Ισπανία, οι οποίες πρώτες συμμορφώθηκαν, κατά τη διακριτική ευχέρειά τους, με την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης η οποία έχει αποφανθεί ότι «τα κράτη – μέλη θα πρέπει να εγγυώνται την πλήρη νομική αναγνώριση επαναπροσδιορισμού φύλου ενός προσώπου, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του, με γρήγορες, διαφανείς και εύκολα προσβάσιμες διαδικασίες» και, ήδη, για την ημεδαπή.

2. Το προϊσχύσαν Δίκαιο

Στην χώρα μας, πριν την εφαρμογή του ν. 4491/2017, η διαδικασία διόρθωσης του καταχωρηθέντος στη ληξιαρχική Πράξη Γεννήσεως του προσώπου φύλου, λάμβανε χώρα με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το αρ. 782 ΚΠολΔ και το άρθρο 13 του Ν.344/1976 «Περί Ληξιαρχικών Πράξεων», όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4144/2013, ως γνήσια υπόθεσή της. Για τη διόρθωση φύλου[15] απαιτούνταν κοινοποίηση της αιτήσεως στον Εισαγγελέα, ως ειδική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού συζητήσεώς της, η οποία λάμβανε χώρα σε ακροατήριο, κατόπιν πράξης[16] της οικείας Γραμματείας και υπογραφή της από τον Πρόεδρο Υπηρεσίας, ο οποίος και ορίζε την ημερομηνία, το ακροατήριο και την ώρα συζήτησής της.

Καθόσον αφορά δε στις ουσιαστικές ρυθμίσεις για την ευδοκίμηση της αιτήσεως, δεν νοούνταν διόρθωση του καταχωρημένου φύλου χωρίς χειρουργική επέμβαση στο σώμα. Μάλιστα, στις περισσότερες αποφάσεις[17], προκειμένου να αποφευχθεί σύγχυση στις συναλλαγές, και ex officio, διατάσσονταν ο οικείος ληξίαρχος να μνημονεύσει την χειρουργική επέμβαση στο σώμα της ληξιαρχικής πράξης, ενώ, σε μεμονωμένες αποφάσεις απαντάται και η πρόσθετη προϋπόθεση πως το αιτούν πρόσωπο παρακολουθείται από ψυχίατρο, από τον οποίο προσκομίζονταν διάγνωση περί «αναμφίβολου τρανσεξουαλισμού»[18]. Αξίζει, όμως, να σημειωθεί πως, ήδη, τα τελευταία έτη παρατηρούνταν μεταστροφή, στο επιεικέστερο, της νομολογίας, με αποκορύφωμα την υπ’ αρ. 418/2016, αμετάκλητη απόφαση του Δικαστηρίου μας, η οποία έκανε δεκτή αίτηση αλλαγής φύλου χωρίς ιατρική επέμβαση, ακολουθήθηκε δε και από έτερες αποφάσεις μας, όπως η υπ’ αρ. 1572/2016, οι οποίες και έτυχαν καθολικής αποδοχής από τον νομικό κόσμο[19]. Επίσης, στο προϊσχύσαν Δίκαιο δεν υφίστατο περιορισμός στην ηλικία του αιτούντος προσώπου, στη δικαιοπρακτική του ικανότητα, καθώς, και αίρεση αγαμίας του, προϋποθέσεις που τέθηκαν, το πρώτον, με το ν. 4491/2017, και χαρακτηρίστηκαν από το «Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών» στη δημόσια διαβούλευση που προηγήθηκε του νόμου ως αυστηρότερες του υπάρχοντος, υπό το ν. 344/1976, πλαισίου.

3. Η καμπή του ν. 4491/2017

Τα γεγονότα[20] που συνθέτουν την αστική κατάσταση κάθε φυσικού προσώπου, κυρίως η γέννησή του, αλλά και άλλα σχετικά γεγονότα, όπως η ονοματοδοσία, αποδεικνύονται αποκλειστικώς με τις αντίστοιχες ληξιαρχικές πράξεις, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που σε ορισμένο τόπο και χρόνο δεν τηρήθηκαν ληξιαρχικά βιβλία ή αυτά καταστράφηκαν ή χάθηκαν[21]. Έτσι, ως γεγονός δεκτικό ληξιαρχικής καταχώρισης[22], νοείται η φυσική μεταβολή, όπως είναι η γέννηση, αλλά, και ειδικότερα ζητήματα, σχετικά με τη μη αμφισβητούμενη γέννηση του φυσικού προσώπου, όπως λχ ότι το πρόσωπο, του οποίου η γέννηση βεβαιώνεται με ληξιαρχική πράξη, είναι άρρεν ή θήλυ, ή ότι μεταγενέστερα άλλαξε το φύλο του από αρσενικό σε θηλυκό και αντίστροφα[23]. Υπό την έννοια αυτή, ληξιαρχικό γεγονός δεκτικό δικαστικής βεβαίωσης νοούνταν η αντικειμενική κατάσταση μεταβολής της αστικής κατάστασης του προσώπου, καθόσον αφορά στο φύλο του, σε λογική ακολουθία ακρωτηριασμού ή ορμονοθεραπείας, αντίστοιχα. Δηλαδή, αντικείμενο της σχετικής δίκης, κατά την ιστορική της βάση αποτελούσε η δικαστική βεβαίωση ότι το αιτούν πρόσωπο γεννήθηκε με συγκεκριμένα βιολογικά χαρακτηριστικά, τα οποία και κατόπιν ιατρικής επέμβασης προσδιορίστηκαν στα χαρακτηριστικά του έτερου φύλου[24].

Ο ν. 4491/2017 αποτελεί την μεγάλη καμπή στην εξέλιξη του δικαίου των ληξιαρχικών πράξεων, ως ανωτέρω, αποσπασματικά, αναλύθηκε. Τούτο διότι ο νόμος, το πρώτον, αναγνωρίζει την ενδιάθετη κατάσταση του προσώπου, τον τρόπο, δηλαδή, που αισθάνεται το φύλο του, ως δικαίωμα μεταβολής του ληξιαρχικού γεγονότοτος του φύλου του, ανεξάρτητο της πραγματικής κατάστασης της βιολογικής του όψης. Δηλαδή, δύναται πλέον το πρόσωπο να είναι, κατά τα αναπαραγωγικά του όργανα, γένους θηλυκού και, κατά την προσωπική του αντίληψη κοινωνικού φύλου (sex) αρσενικού και, αντίστροφα, εκ των οποίων μόνο το τελευταίο στοιχείο θα απεικονίζεται στην ληξιαρχική πράξη γεννήσεως και ονοματοδοσίας του. Η νομική αναγνώριση, συνεπώς, της ταυτότητας του φύλου, πέραν από την προσφορά καινοτόμου θεσμού, τον οποίο ενδεχομένως διεκδίκησουν και έτεροι κλάδοι του Δικαίου, επηρεάζει καταλυτικά, και το ίδιο το δόγμα[25] του τελευταίου. Ο προσανατολισμός, αντανακλαστικά, θίγει την αντικειμενικότητα των ληξιαρχικών γεγονότων στην αναγνώριση του υποκειμενικού δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού του κοινωνικού φύλου, ως εγγενές στοιχείο της ληξιαρχικής πράξης. Το δικαίωμα στο σεβασμό της προσωπικότητας του ατόμου με βάση τα χαρακτηριστικά φύλου, όπως το ίδιο το βιώνει, και ουχί του σώματός του, ενθυλακώθηκε στην μήτρα της κρατικής πρόνοιας και αναγνωρίστηκε ως έννομο συμφέρον[26] για τη δικαστική βεβαίωση της ανακρίβειας που, εφόρου ζωής, συνοδεύε το αιτούν πρόσωπο. Συνεπώς, οι κανόνες του ν. 4491/2017, θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της ατομικής ολοκλήρωσης, ως ενιαίο, και διαχρονικά έγκυρο, κριτήριο, που αποτελεί το πλέον σημαντικό δείγμα της βαθειάς επιρροής του στο Δικαίο των ληξιαρχικών πράξεων, γενικά.

4. Ουσιαστικές ρυθμίσεις[27]

Ο ν. 4491/2017 περιέχει, κυρίως, ουσιαστικές ρυθμίσεις για την νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου. Ειδικότερα, στο αρ. 1 ορίζεται «1.Το πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αναγνώριση της ταυτότητας φύλου του ως στοιχείου της προσωπικότητάς του. 2.Το πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της προσωπικότητάς του με βάση τα χαρακτηριστικά φύλου του.». Διακηρύσσεται, δηλαδή, πανηγυρικά η δυνατότητα του προσώπου να διορθώσει το καταχωρημένο φύλο του και την πραγματική του κατάσταση, με βάση τα χαρακτηριστικά του φύλου του, όπως το ίδιο το βιώνει. Η διάταξη αποτελεί εξειδίκευση της συνταγματικής αρχής προστασίας της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, του αρ. 5 Σ, που αποτέλεσε και τη λυδία λίθο του ν. 4491/2017, με την παραδοχή ότι οι ιατρικές επεμβάσεις για την ολική ή μερική αλλαγή των χαρακτηριστικών φύλου πρέπει να επιλέγονται ελεύθερα από τον ενδιαφερόμενο και δεν αποτελούν υποχρεωτική προϋπόθεση για να προχωρήσει το πρόσωπο στη νομική διόρθωση του φύλου του.

Στο αρ. 2, διδονται οι ορισμοί: «1.Ως ταυτότητα φύλου νοείται ο εσωτερικός και προσωπικός τρόπος με τον οποίο το ίδιο το πρόσωπο βιώνει το φύλο του, ανεξάρτητα από το φύλο που καταχωρίστηκε κατά τη γέννησή του με βάση τα βιολογικά του χαρακτηριστικά. Η ταυτότητα φύλου περιλαμβάνει την προσωπική αίσθηση του σώματος, καθώς και την κοινωνική και εξωτερική έκφραση του φύλου, τα οποία αντιστοιχούν στη βούληση του προσώπου. Η προσωπική αίσθηση του σώματος μπορεί να συνδέεται και με αλλαγές που οφείλονται σε ιατρική αγωγή ή άλλες ιατρικές επεμβάσεις που επιλέχθηκαν ελεύθερα. 2. Ως χαρακτηριστικά φύλου νοούνται τα χρωμοσωμικά, γονιδιακά και ανατομικά χαρακτηριστικά του προσώπου, τα οποία συμπεριλαμβάνουν πρωτογενή χαρακτηριστικά, όπως τα αναπαραγωγικά όργανα, και δευτερογενή χαρακτηριστικά, όπως η μυϊκή μάζα, η ανάπτυξη μαστών ή τριχοφυΐας». Διεκρυνίζεται, δηλαδή, ότι η ταυτότητα (κοινωνικού) φύλου προσδιορίζεται υποκειμενικά από κάθε πρόσωπο, με βάση την ιδία αίσθηση του σώματός του και την κοινωνική του έκφραση, όπως ένδυση, τρόπος ομιλίας κ.ο.κ., ανεξαρτήτως της όψης του, ενώ, διακηρύσσεται και η προαιρετικότητα της χειρουργικής επέμβασης στο σώμα, η οποία αποτελεί ελεύθερη επιλογή του προσώπου.

Οι κυριότερες, όμως, ουσιαστικές ρυθμίσεις δίδονται στο αρ. 3, κατά το οποίο: 1.Σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ ταυτότητας φύλου και καταχωρισμένου φύλου το πρόσωπο μπορεί να ζητήσει τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου του, ώστε αυτό να αντιστοιχεί στη βούληση, στην προσωπική αίσθηση του σώματος και στην εξωτερική του εικόνα. 2.Για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα, με εξαίρεση τους ανήλικους που έχουν συμπληρώσει το δέκατο έβδομο (17ο) έτος της ηλικίας τους, εφόσον υπάρχει ρητή συναίνεση των ασκούντων τη γονική τους μέριμνα και τους ανηλίκους που έχουν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο (15ο) έτος της ηλικίας τους, εφόσον υπάρχει επιπλέον θετική γνωμάτευση διεπιστημονικής Επιτροπής που συστήνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Υγείας για δύο (2) έτη, στην οποία μετέχουν ένας παιδοψυχίατρος, ένας ψυχίατρος, ένας ενδοκρινολόγος, ένας παιδοχειρούργος, ένας ψυχολόγος, ένας κοινωνικός λειτουργός και ένας παιδίατρος ως Πρόεδρος, άπαντες με εξειδίκευση στο συγκεκριμένο ζήτημα. 3.Προϋπόθεση για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου είναι το πρόσωπο που αιτείται τη διόρθωση να μην είναι έγγαμο. 4. Για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου δεν απαιτείται να βεβαιώνεται ότι το πρόσωπο έχει υποβληθεί σε οποιαδήποτε προηγούμενη ιατρική επέμβαση. Δεν απαιτείται επίσης η οποιαδήποτε προηγούμενη εξέταση ή ιατρική αγωγή που σχετίζεται με τη σωματική ή ψυχική του υγεία.».

Ειδικότερα, απαιτείται διάσταση μεταξύ του καταχωρισμένου στη ληξιαρχική πράξη του προσώπου φύλου και της αληθινής βούλησής του γι αυτό, υπό την έννοια ακούσιας λανθάνουσας ασυμφωνίας τους, ενώ, για τη διόρθωσή της απαιτείται πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα του αιτούντος προσώπου, σύμφωνα με τα αρ. 127 επ. ΑΚ και, κατά κλιμακωτή, εξαιρετική πάντως, διαδοχικότητα, σε συνάρτηση με το αρ. 742 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, ως εν προκειμένω, η συμπλήρωση του 17ου έτους του αιτούντος προσώπου[28], κατόπιν ρητής συναίνεσης των των ασκούντων τη γονική μέριμνα του, είτε η συμπλήρωση του 15ου έτους του, κατόπιν θετικής γνωμάτευσης της ανωτέρω Επιτροπής, για την σύσταση της οποίας εκκρεμεί ΚΥΑ. Ειδικά, για την τελευταία, παρόμοιος θεσμός συναντάται και στην επιτροπεία ανηλίκου, κατά το αρ. 796 παρ. 3, με την σύνταξη έκθεσης κοινωνικής υπηρεσίας, που προσδιορίζεται στο αρ. 2 π.δ. 250/1999, και η οποία πρέπει να κατατίθεται στην Γραμματεία του Δικαστηρίου τρείς ημέρες πρίν από την συζήτηση, ενώ, η μη κατάθεσή της δεν εμποδίζει την πρόοδο της σχετικής Δίκης, κατά το άρθρο 19 του Ν. 2521/1997[29]. Για ιδία διαδικαστική πορεία, όμως, δεν μπορεί να γίνει λόγος στις υποθέσεις του ν. 4491/2017, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται υποχρεωτική κλήτευση της διεπιστημονικής Επιτροπής στη δίκη, ειμή μόνο θετική γνωμάτευσή της προ διενέργειάς της.

Επιπλέον, ο νόμος στην παρ. 3 του αρ. 3, θέτει αίρεση αγαμίας του αιτούντος προσώπου. Καίτοι, δηλαδή, ο νόμος χρησιμοποιεί υποτακτική ενεστώτα «να μην είναι έγγαμο», εντούτοις πρέπει να γίνει δεκτή αγαμία του προσώπου εφόρου ζωής. Τούτο, προκύπτει και από την Εισηγητική Έκθεση του νόμου κατά την οποία «Η συγκεκριμένη προϋπόθεση, εφόσον έχει ήδη θεσμοθετηθεί το δικαίωμα σύναψης συμφώνου συμβίωσης μεταξύ ομοφύλων, το οποίο παρέχει σχεδόν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του γάμου, βαίνει σε απόλυτη συμφωνία τόσο με τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όσο και με τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αναφορικά με την προστασία της οικογενειακής και ιδιωτικής ζωής», η, δε, αγαμία του αιτούντος, αναμένεται να αποτελέσει το επόμενο πεδίο αντιπαράθεσης των διεμφυλικών προσώπων, ιδίως, αν ληφθεί υπόψη ότι επιτρέπεται στο σύνολο, σχεδόν, του δυτικού κόσμου[30].

Η σπουδαιότερη, όμως, ουσιαστική ρύθμιση που εισάγει το αρ. 3, είναι η πανηγυρική διακήρυξη ότι δεν αποτελούν προϋποθέσεις για τη διόρθωση του φύλου ούτε η προηγούμενη χειρουργική επέμβαση αλλαγής φύλου ούτε άλλη προηγούμενη εξέταση ή ιατρική αγωγή που να σχετίζονται με την σωματική ή ψυχική του υγεία του προσώπου, σε αποσαφήνιση και των εναπομείναντων νομολογιακών ιδεαλισμών, διάταξη, η οποία εναρμονίζει την εσωτερική έννομη τάξη τόσο με τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όσο και με τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αναφορικά με την προστασία της οικογενειακής και ιδιωτικής ζωής.

Περαιτέρω ουσιαστικές ρυθμίσεις απαντούνται, αποσπασματικά, στο αρ. 4 και 5 του ν. 4491/2017. Ειδικότερα, κατά το αρ. 4 παρ. 4 «Η νέα ληξιαρχική πράξη μπορεί στο εξής να αλλάξει μία φορά». Θεσμοθετείται, δηλαδή, δις δυνατότητα δίορθωσης του καταχωρισμένου φύλου από το πρόσωπο, οικεία βουλήση, ενώ, η διάταξη, μάλλον, προβληματίζει στον σκοπό της, αν ληφθεί υπόψη η απεριόριστη δυνατότητα δικονομικής ανακλήσεως των αποφάσεων της εκουσίας δικαιοδόσιας, κατά το αρ. 758 ΚΠολΔ, με τις ειδικότερες σε αυτό προϋποθέσεις, που δεν φαίνεται να απασχόλησε τον νομοθέτη του ν. 4491/2017.

Τέλος, κατά το αρ. 5 «Δικαιώματα, υποχρεώσεις και κάθε είδους ευθύνη του προσώπου, που δημιουργήθηκαν πριν από τη διόρθωση του φύλου, εξακολουθούν να υφίστανται. Διατηρούνται επίσης οι αριθμοί φορολογικού μητρώου (ΑΦΜ) και μητρώου κοινωνικής ασφάλισης (ΑΜΚΑ)… 2.Αν το πρόσωπο που διόρθωσε το καταχωρισμένο φύλο του έχει παιδιά, είτε γεννημένα σε γάμο, είτε γεννημένα σε σύμφωνο, είτε γεννημένα χωρίς γάμο των γονέων τους, είτε υιοθετημένα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του από τη γονική μέριμνα δεν επηρεάζονται. Στη ληξιαρχική πράξη γέννησης των παιδιών δεν επέρχεται καμία μεταβολή λόγω της διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου του γονέα.». Αποφεύγεται, έτσι, οιαδήποτε καταστρατήγηση του νόμου, προκειμένου το αιτούν πρόσωπο να απωλέσει τα ίχνη του, είτε να εξαφανίσει έκνομες ενέργειές του, αφού εξακολουθούν να το συνοδεύουν οι υποχρεώσεις προ της δίορθωσης του φύλου του, η οποία, συνακολουθα, δεν επηρεάζει την σχέση του με το τέκνο του, ούτε επέρχεται κάποια μεταβολή, λόγω της διόρθωσης, στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του τελευταίου[31].

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

1. Η επιλογή της εκούσιας δικαιοδοσίας

Ως γνήσια υπόθεση[32] εκουσίας δικαιοδοσίας ανάγεται στο αρ. 4 παρ. 1 εδ. α’ του ν. 4491/2017 η νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, που ορίζει ότι «Η διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου γίνεται με δικαστική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 782 ΚΠολΔ». Η πρόβλεψη της διαδικασίας του αρ. 782 ΚΠολΔ για τη διόρθωση του φύλου, μάλλον, πλεονάζει, εφόσον, και χωρίς ρητή αναφορά της, εκεί θα αποκρυσταλλώνονταν, ενώ, δεν μπορεί να αποκλειστεί και η δυνατότητα αναγνωριστικής, εν γένει, της αστικής κατάστασης του προσώπου, αγωγής καθόσον στο φύλο του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, κατά το αρ. 18 ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, παρά τα εχέγγυά της[33], στασιάζεται αν δεσμεύει τον Ληξίαρχο για την αλλαγή του καταχωρισθέντος φύλου του αιτούντος, ή αν συνεκτιμάται η σχετική απόφαση, μαζί με τα λοιπά στοιχεία που θα προσκομίσει ενώπιον του ο τελευταίος, για τη διόρθωση της ληξιαρχικής του πράξης. Ενδεικτική της διχογνωμίας η διάσταση σκέψεων των υπ’ αρ. 4047/2008 και   508/2005[34] αποφάσεων του Στε, από τις οποίες η μεν πρώτη ορίζει ότι «σε αρμονία ερμηνευόμενης προς το άρθρο 94 παρ. 2 του Συντάγματος – εμπίπτουν οι αποφάσεις των δικαστηρίων που ασκούν κατ’ ουσία δικαιοδοτικό έργο όχι δε και εκείνες που εκδίδονται κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚπολΔ). […] η δικαστική απόφαση που εκδίδεται κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και βεβαιώνει ορισμένο γεγονός προκειμένου να συνταχθεί ή διορθωθεί ληξιαρχική πράξη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13 του ν.344/1976 (“περί ληξιαρχικών πράξεων”, Α’ 143), δεν δεσμεύει, κατά το ανωτέρω άρθρο 1 ΚΕΦ. Α’ του ν.3068/2002, την αρμόδια αρχή κατά την άσκηση της απονεμόμενης με τον εν λόγω διοικητικό νόμο αρμοδιότητας διόρθωσης του αναγραφόμενου στα μητρώα αρρένων έτους και ημερομηνίας γέννησης (βλ. ΣτΕ 1051/2005, 2894/2000), αλλά συνεκτιμάται με άλλα επίσημα αποδεικτικά στοιχεία (βλ. ΣτΕ 1983, 1401/2000, 1051/2005) που υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος σύμφωνα με το άρθρο 22 του νόμου αυτού», η δε δεύτερη ότι «Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, συνάγεται ότι η μεταβολή του κυρίου ονόματος του προσώπου γίνεται με απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Κατά της αποφάσεως αυτής δύναται να ασκήσει έφεση και ο εκπροσωπών το δημόσιο συμφέρον εισαγγελέας, βάσει δε της αποφάσεως αυτής, όταν καταστεί τελεσίδικη, γίνεται η σχετική καταχώριση στην ληξιαρχική πράξη. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι η δικαστική απόφαση περί της μεταβολής του κυρίου ονόματος είναι δεσμευτική για τα διοικητικά όργανα, τα οποία δεν δύνανται να αποκλίνουν αυτής, αμέσως ή εμμέσως, κατά την έκδοση διοικητικών πράξεων σχετικών προς την μεταβολή αυτή, όπως επί υποβολής αιτήματος μεταβολής του καταχωρισμένου στο μητρώο αρρένων κυρίου ονόματος συνεπεία αντίστοιχης διορθώσεως της ληξιαρχικής πράξεως κατόπιν τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως (βλ. ΣτΕ 2564/2002, 101/2002, 196/2001, 3361/ 1998, επτ. 5008/1996).»[35]

2. Καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα

Περαιτέρω, κατά το αρ. 782 ΚΠολΔ, όπως, η παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο έκτο του ν. 4335/2015[36] «όταν ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση για να βεβαιωθεί ένα γεγονός με το σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η απόφαση εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του εισαγγελέα από το ειρηνοδικείο της περιφέρεις του ληξίαρχου ο οποίος θα συντάξει την ληξιαρχική πράξη». Η διάταξη αφορά στη βεβαίωση οποιουδήποτε ληξιαρχικού γεγονότος, κατά τον ν. 344/1976, εφαρμόζεται δε και για τη διόρθωση του καταχωρισμένου στην ληξιαρχική πράξη του αιτούντος προσώπου, και απονέμει, κατά παρέκκλιση του τεκμηρίου αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατ΄αρ. 740 ΚΠολΔ, υλική αρμοδιότητα να δικάσει την αίτηση στον Ειρηνοδίκη στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα του ο αρμόδιος ληξίαρχος, δηλαδή, τελικώς, το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου συντελέστηκε το γεγονός που βεβαιώνεται ή θα βεβαιωθεί με την αντίστοιχη ληξιαρχική πράξη. Αν το γεγονός είχε συντελεστεί στο εξωτερικό, τοπική αρμοδιότητα έχει το δικαστήριο μας, αφού στο ειδικό ληξιαρχείο Αθηνών διαβιβάζουν οι προϊστάμενοι των ελληνικών προξενικών αρχών αντίγραφα των ληξιαρχικών πράξεων που συντάσσουν εκείνοι για τα γεγονότα, τα οποία συντελέστηκαν στην αλλοδαπή. Η αρμοδιότητα αυτή εκφεύγει της εξουσίας διαθέσεως του αιτούντος, συνιστά δε διαδικαστική προϋπόθεση της αιτήσεως, η τήρηση της οποίας ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, καθόσον αφορά σε δημοσίου δικαίου διατάξεις του ΚΠολΔ[37], ενώ, ενόψει της ελαστικότητας που διέπει τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, γίνεται δεκτό ότι δεν μπορεί να εξαναγκαστεί το αιτούν πρόσωπο  να απομακρυνθεί από τον τόπο της κατοικίας του και να μεταβεί σε άλλον τόπο όπου καταχωρίσθηκε η ληξιαρχική του πράξη και, για τον λόγο, αποκρυσταλλώνεται «ελαστική αποκλειστική αρμοδιότητα»[38] της τελευταίας, με δυνατότητα εισαγωγής και στον τόπο κατοικίας του. Αντίθετα, προπετής υποβολή της αίτησεως σε άσχετο, κατά τόπο, δικαστήριο, δεδομένου ότι ελλείπει το στοιχείο της αντιδικίας, οδηγεί στην απόρριψη[39] και ουχί σε παραπομπή της, αφού δεν ευρίσκει έρεισμα δικαιολογητικός λόγος διατήρησης των συνεπειών κατάθεσής της[40].

3. Κατάθεση της αίτησης

Η αίτηση, εξάλλου, διόρθωσης του καταχωρισμένου φύλου σωματείου κατατίθεται στην Γραμματεία του αρμόδιου Ειρηνοδικείου[41], με την μορφή δικογράφου, και φέρει τα απαραίτητα στοιχεία του αρ. 118 ΚΠολΔ, απευθύνεται, δηλαδή, στο ανωτέρω Δικαστήριο, αναφέρει το είδος του δικογράφου[42], το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο του αιτούντος προσώπου, την κατοικία του και τον αριθμό φορολογικού του μητρώου[43], το αντικείμενο του δικογράφου, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, την υπογραφή του πληρεξουσίου Δικηγόρου του[44] και, μαζι με αυτήν, κατά τη διάταξη του αρ. 4 παρ. 1 in fine ν. 4491/2017,  συνυποβάλλεται αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης γέννησης του αιτούντος προσώπου. Δεδομένου, όμως, ότι η επισύναψη της τελευταίας πράξης στην αίτηση δεν απειλείται με ποινή ακυρότητας, σε περίπτωση ελλείψεώς της, είναι δυνατή η, κατ΄αρ. 227, 741 ΚΠολΔ, προσκόμισή της κατόπιν καθοδηγητικής ενέργειας του Δικαστηρίου ή και επιμελεία του αιτούντος, κατόπιν μη οριστικής απόφαση του αρ. 254 ΚΠολΔ. Ομοίως, συνυποβάλλεται και γραμμάτιο προείσπραξης Δικηγορικής αμοιβής[45], κατά τον Κώδικα Δικηγόρων[46].

Για την κατάθεση της αιτήσεως συντάσσεται πράξη[47] της οικείας Γραμματείας και ακολουθεί υπογραφή της από τον Πρόεδρο Υπηρεσίας, ο οποίος ορίζει την ημερομηνία, το ακροατήριο και την ώρα συζήτησής της, καθώς, και τον χρόνο κλήσης έτερων προσώπων[48]. Ακολουθεί δε κοινοποίηση της αιτήσεως στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, κατ΄αρ. 748 παρ. 2, επι ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως, ενώ, από καταθέσεώς της άρχονται και οι δικονομικές συνέπειες άσκησής της. Εκλύεται, δηλαδή, έκτοτε εκκρεμοδικία[49] για κύριο αντικείμενο της αιτήσεως[50], που εντοπίζεται στη δημοσίου δικαίου αξίωση του αιτούντος κατά της πολιτείας, να προβεί στην επιδιωκόμενη διαπίστωση – βεβαίωση του φύλου του στην ληξιαρχική πράξη, με βάση την πραγματική του βούληση του και τον τρόπο που το ιδίο το βιώνει. Εμποδίζεται, συνεπώς, ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση νέας αιτήσεως, η επανακατάθεσή της από το ιδίο αιτούν, ενώ, ενδεχόμενη όμοια, κατά περιεχόμενο, επανυποβολή της μετά την έκδοση αποφάσεως και προ τελεσιδικίας, οδηγεί στην απόρριψη ελλείψει εννόμου συμφέροντος[51], κατ’ αρ. 778 ΚΠολΔ.

Τέλος, δύσκολα νοείται συνδρομή ανάγκης για έκδοση προσωρινής διαταγής, κατ΄αρ. 781 ΚΠολΔ, καθόσον αφορά στη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης, στη δε ακραία περίπτωση προσωρινής διαταγής προς το ληξίαρχο να μη χορηγήσει προσωρινώς αντίγραφα της κρίσιμης ληξιαρχικής πράξης, ώσπου να εκδικαστεί η αίτηση για τη διόρθωσή της [52], η αίτηση περί χορηγήσεως προσωρινής διαταγής μπορεί να υποβληθεί με το δικόγραφο της κύριας αίτησης, ή και αυτοτελώς[53], σε κάθε περίπτωση, όμως, εγγράφως[54], και πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία που δικαιολογούν την επείγουσα – προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, ενώ, ενόψει της επείγουσας περίπτωσης, είναι δυνατή η υποβολή της άνευ πληρεξουσίου Δικηγόρου, κατά το αρ. 94 παρ. 2 περ. β’ ΚΠολΔ. Επί αποδοχής, όμως, το εύρος της θα είναι περιορισμένο, χωρίς να καταλαμβάνει το σύνολο του βίου του αιτούντος.

4. Ενεργητική νομιμοποίηση

Για την παραδεκτή υποβολή της αιτήσεως διόρθωσης του καταχωρισμένου στην ληξιαρχική πράξη φύλου νομιμοποιούνται, υπαλλακτικώς:

α. 1) τo πρόσωπο που ζητεί τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου. Πρόκειται για την κατά κανόνα νομιμοποίηση του προσώπου που αναγράφεται στην ληξιαρχική πράξη, σε λογική ακολουθία του ουσιαστικού, δημοσίας τάξης, δικαιώματός του να τη διορθώσει, κατ΄απόκκλιση από την γενική νομιμοποίηση του αρ. 782 ΚΠολΔ, σύμφωνα  με την οποία για την βεβαίωση ληξιαρχικού γεγονότος την αίτηση υποβάλλει «όποιος έχει έννομο συμφέρον». Ενόψει του προσωποπαγούς δικαιώματος στο φύλο, δεν νοείται ετεροπροσδιορισμός του, στη δε εξαιρετική περίπτωση που τρίτος υποβάλει αίτηση διόρθωσης φύλου, αυτή θα απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της, αφού δεν έχει δικαίωμα στη διόρθωση, και ουχί, λόγω έλλειψης νομιμοποιήσεώς του[55] και, επίσης, 2) το ιδίο πρόσωπο, που έχει συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας του, κατά το αρ. 3 παρ. 2 ν. 4491/2017 «εφόσον υπάρχει ρητή συναίνεση των ασκούντων τη γονική του μέριμνα», η οποία και πρέπει ρητά να μνημονεύεται. Η διάταξη, σε τελολογική συνάρτηση με αυτή του αρ. 742 ΚΠολΔ, που απονέμει ικανότητα δικαστικής παράστασης, κατ΄εξαίρεση από την γενική του αρ. 63 ΚΠολΔ, εισάγει, επίσης, κατά κανόνα νομιμοποίηση 17χρονου, για τις υποθέσεις της προσωπικής του κατάστασης. Στην περίπτωση αυτή, όμως, απαιτείται να κλητεύεται[56], υποχρεωτικά, ο νόμιμος εκπρόσωπός του, κατ΄αρ. 742 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος και αποκτά, έτσι, αφενός την ιδιότητα του διαδίκου[57] και αφετέρου τη δικονομική δυνατότητα προσβολής της απόφασης που θα εκδοθεί[58].

β. οι ασκούντες την γονική μέριμνα του προσώπου που αναγράφεται στην ληξιαρχική πράξη, εφόσον έχει συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας του, κατά το αρ. 3 παρ. 3 In fine ν. 4491/2017[59]. Πρόκειται για περιπτώσεις, εξαιρετικής, αποκλειστικής κοινής νομιμοποίησης των ασκούντων την γονική μέριμνα ανηλίκου για τη διόρθωση του φύλου του. Έτσι, αν την αίτηση υποβάλει εις εξ αυτών, υποχρεωτικά, κατ΄αρ. 742 παρ. 2 ΚΠολΔ, κλητεύεται και ο έτερος, προκειμένου να αποκτήσει την ιδιότητα του διαδίκου, εκτός αν αδυνατεί στην άσκηση της μέριμνάς του, κατ΄αρ. 1510 παρ. 3 ΑΚ. Αυτονόητα, η αίτηση κατατίθεται στο όνομα των ασκούντων την γονική μέριμνα του, τουλάχιστον, δεκαπεντάχρονου προσώπου, και για λογαριασμό του.

5.Αντικείμενο της αίτησης

Η έννοια του αντικειμένου της δίκης αποτελεί, ίσως, το πλέον αμφισβητούμενο ζήτημα στο χώρο της επιστήμης του δικονομικού δικαίου. Σύμφωνα με την ισχύουσα εκδοχή[60], στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο είδος διαδικασίας γενικότερης εκτάσεως[61], το αντικείμενο της αιτήσεως εντοπίζεται στη «δημοσίου δικαίου αξίωση του αιτούντος κατά της πολιτείας να προβεί στην επιδιωκόμενη διάπλαση[62]».

Συνακόλουθα, η ιστορική βάση της αιτήσεως του ν. 4491/2017, συγκροτείται από το σύμπλεγμα των πραγματικών περιστατικών, τα οποία δικαιολογούν, ως έννομη συνέπεια, την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού Δικαίου, και, δη, την βεβαίωση του ληξιαρχικού γεγονότος του φύλου, προκειμένου να διορθωθεί η ληξιαρχική πράξη. Συγκεκριμένα, οι ανωτέρω νομιμοποιούμενοι απαιτείται να επικαλεστούν τα εξής πραγματικά περιστατικά: α. ότι έχει καταρτιστεί, ήδη, η ληξιαρχική πράξη με καταχώριση φύλου, β. ότι στην πράξη αυτή αναγράφεται συγκεκριμένο φύλο του αιτούντος, γ. ότι το φύλο αυτό δεν συνάδει με τον τρόπο που το βιώνει το ίδιο, δ. ότι αυτοπροσδιορίζεται στο έτερο φύλο ε. στο οποίο επιθυμεί να βεβαιωθεί η ληξιαρχική πράξη που το αφορά κατόπιν στ. οριστικής εξάλειψης του αναγραφόμενου φύλου.

Στην περίπτωση δε αιτήσεως για λογαριασμό δεκαπεντάχρονου απαιτείται, επιπλέον, να αναφέρεται ότι έχει συνταχθεί θετική γνωμάτευση της ειδικής Επιστημονικής Επιτροπής του αρ. 3 ν. 4491/2017, που θα συσταθεί με ΚΥΑ. Η προηγούμενη γνωμάτευσή της αποτελεί πρόσθετο, ειδικό, στοιχείο νομιμότητας της αιτήσεως[63], επί παραλείψεως επικλήσεως της οποίας απορρίπτεται αυτή, αυτεπαγγέλτως, λόγω της νομικής αοριστίας της[64]– κατά την νομολογία δε, για παραβίαση της εγγράφου προδικασίας των αρ. 111, 216, 591 ΚΠολΔ[65] – η οποία δεν θεραπεύεται ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε αποδεικτικά μέσα[66]. Αντίθετα, επίκληση της γνωμοδότησης, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευσή της σε θετική ή αρνητική, αφορά σε πραγματική – ποσοτική αοριστία, η οποία συμπληρώνεται απεριόριστα[67], έστω, και καθ’ υπόδειξη του Δικαστηρίου, κατ΄αρ. 236, 591 ΚΠολΔ[68], ενώ, στην εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία ασκηθεί η αίτηση ενόσω εκκρεμεί η γνωμάτευση, λόγω της τομής που επιφέρει η αίτηση στον χρόνο[69], ορθότερο είναι απορρίπτεται ως πρόωρη[70].

Επιπλέον, ως αίτημα, το οποίο αποτελεί δικονομικό αντίκρυσμα της αξιώσεως του ουσιαστικού Δικαίου[71], νοείται η ζητούμενη δημιουργία μιας νέας νομικής κατάστασης, που επήλθε κατα την ιστορική βάση του ενδίκου βοηθήματος. Συνεπώς, κύριο αντικείμενο της αιτήσεως του ν. 4491/2017, αποτελεί το ουσιαστικό αίτημα να διαπιστωθεί το ακριβές ληξιαρχικό γεγονός του φύλου, προκειμένου να διορθωθεί η ληξιαρχική πράξη στα βιβλία του οικείου ληξίαρχου. Πρόκειται για, αμιγώς, διαπλαστικό αίτημα, που αφορά στη δημιουργία νέας νομικής κατάστασης, η οποία επέρχεται με την βεβαίωση του φύλου, κατόπιν διαπιστώσεως ανακρίβειάς του, σε λογική ακολουθία του γεγονότος[72] ότι το αιτούν αισθάνεται το φύλο του διαφορετικά της καταχωρίσεως, την εξάλειψη της οποίας διώκει. Δεν απαιτείται, δηλαδή, η έκδοση διαταγής προς το ληξίαρχο για τη διόρθωση του φύλου, που αυτός είχε καταχωρίσει ανακριβώς, αλλά μόνον η διαπίστωση του ακριβούς φύλου και ο τονισμός της ορθότητας του, σε αντιπαραβολή προς εκείνα τα στοιχεία που βεβαιώνονται στη ληξιαρχική πράξη ανακριβώς. Για τον λόγο αυτό, αίτημα να διαταχθεί ο ληξίαρχος στη διόρθωση, απορρίπτεται ex officio[73], η δε κανονιστική υποχρέωση του τελευταίου, να συμμορφώσει την ληξιαρχική πράξη, εκλύεται ευθέως από τον ν.  344/1976, και όχι από τη δικαστική απόφαση[74]. Σε αντίθετη περίπτωση, εξάλλου, θα είχε και ο ληξίαρχος ιδίο δικαίωμα δικαστικής ακροάσεως[75].

6. Η συζήτηση της αίτησης

Η εκδίκαση της αιτήσεως, όπως, ανωτέρω αποσπασματικά παρουσιάστηκε, κατ΄αρ. 782 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το αρ. 4 παρ. 1 εδ. α’ ν. 4491/2017 ακολουθεί: α. το ανακριτικό σύστημα, κατά το αρ. 744 ΚΠολΔ[76], επιβάλλεται, δηλαδή, η ενεργός συμμετοχή του Ειρηνοδίκη στην συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού που εισφέρει το αιτούν πρόσωπο. Η εξουσία, όμως, αυτή, αφορά, κυρίως, σε υποδείξεις στον αμελή διάδικο. Δε δύναται, αυτεπαγγέλτως, το δικαστήριο ούτε το αίτημα να μεταβάλει, ούτε να υποκαταστήσει τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά[77], πολλώ μάλλον δε να οδηγήσει στη δημιουργία νέων, εκ του μηδενός, αποδεικτικών μέσων[78]. Συνεπώς, ο Ειρηνοδίκης δύναται να καλέσει το αιτούν να προσκομίσει λ.χ., την υπό διόρθωση ληξιαρχική πράξη που δεν επισυνάφθηκε εσφαλμένα στην αίτηση, να συμπληρώσει ελλειπή αποδεικτικά μέσα, ουχί, όμως, και να διορθώσει τον τρόπο που βιώνει το φύλο του, β. η, κατ΄αρεσκείαν, μεταβολή του αιτήματος, κατά το αρ. 751 ΚΠολΔ, με την αυτονότητη προϋπόθεση ότι δεν αφορά στην μεταβολή, εκ νέου, του φύλου, παρά μόνο στην ουσία της υπόθεσης[79], ως πλέγμα πραγματικών περιστατικών, που δικαιολογούν την έννομη συνέπεια διόρθωσής του στην ληξιαρχική πράξη, γ. η δυνατότητα υποκειμενικής διεύρυνσης των ορίων της δίκης, με κλήση, προσεπίκληση και παρέμβαση οιουδήποτε ενδιαφερόμενου, κατά τα αρ. 748 παρ. 3, 752, 753 ΚΠολΔ[80], δ. η δυνατότητα ανάκλησης της σχετικής απόφασης, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες έκδοσής της, κατ΄αρ. 758 ΚΠολΔ[81] ε. η ερημοδικία μετεχόντων προσώπων, ρυθμίζεται αποκλειστικά στο αρ. 754 ΚΠολΔ στ. τα δικαστικά έξοδα κατανέμονται κατά το αρ. 746 ΚΠολΔ και, τέλος, ζ. η απόφαση υπόκειται στα έκτακτα και τακτικά ένδικα μέσα των αρ. 760 επ. ΚΠολΔ.

i. Η αυτοπρόσωπη δήλωση του αιτούντος προσώπου

Αντίθετα, ερμηνευτικά προβλήματα ανακύπτουν κατά το αρ. 4 παρ. 2 σύμφωνα με το οποίο: «2. Για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου απαιτείται αυτοπρόσωπη δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου. Η δήλωση γίνεται σε ιδιαίτερο γραφείο χωρίς δημοσιότητα». Η διάταξη υπαγορεύθηκε από τη διαπίστωση στην ΕισΕκθ ότι «Η νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου αποτελεί, πρωτίστως ζήτημα, αυτοπροσδιορισμού» και, για τον λόγο αυτό, δε νοείται βεβαίωση του αληθούς ληξιαρχικού γεγονότος του φύλου χωρίς ακρόαση του ενδιαφερόμενου προσώπου[82], ενώ, εμμέσως υπηρετείται και η καχυποψία του νομοθέτη στο κακόπιστο αιτούν πρόσωπο, καθώς, και το γενικότερο συμφέρον «ότι τα στοιχεία ταυτότητας του προσώπου ενδιαφέρουν, επίσης, την πολιτεία και την κοινωνία στο σύνολό της.». Για τη διαδικαστική πορεία της αυτοπρόσωπης δήλωσης, όμως, δεν γίνεται λόγος. Η διάταξη, σε συνδυασμό με το αρ. 4 παρ. 1 εδ. α΄ ν. 4491/2017, χρήζει γραμματικής είτε τελολογικής ερμηνείας, αντίστοιχα. Ειδικότερα:

α. Γραμματική ερμηνεία

Η διατύπωση της παρ. 2 του αρ. 4 ν. 4491/2017 ομοιάζει με την αυτοπρόσωπη συναίνεση των γονέων στην υιοθεσία, κατά το αρ. 800 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο «Οι συναινέσεις για την υιοθεσία δηλώνονται ενώπιον μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου που τελεί την υιοθεσία σε ιδιαίτερο γραφείο χωρίς δημοσιότητα». Παρόλο, που στην τελευταία περίπτωση η αυτοπρόσωπη δήλωση αφορά, μεταξύ άλλων, και στο συμφέρον τρίτου, δηλαδή, του υιοθετούμενου και ουχί του ίδιου του αιτούντα, όπως στο ν. 4491/2017, εντούτοις και οι δύο διατάξεις γονιμοποιήθηκαν στην μήτρα της θεμελιώδους δικονομικής αρχής της δημοσιότητας, κατ΄αρ. 110 παρ. 2, 112 ΚΠολΔ, υπό την αρνητική όψη αποκλεισμού της, κατ’ εξειδίκευση του αρ. 93 παρ. 2 Σ, ενώ, και νομοτεχνικά ομοιάζουν. Συνεπώς, μπορεί να υποστηριχθεί ότι για τη διαδικαστική πορεία συζητήσεως του ν. 4491/2017 ισχυεί mutatis mutandis η διαδικασία της υιοθεσίας, όπως, έχει νομολογικά, ήδη, διαπλασθεί.

Έτσι, α. η συζήτηση της υποθέσεως, καθώς, και η εξέταση των μαρτύρων γίνεται επί της έδρας σε δημόσια συνεδρίαση, β. το Δικαστήριο μπορεί κατόπιν αιτήματος ή και ex officio να αποκλείσει τη δημοσιότητα, με τη διεξαγωγή της συζήτησης κεκλεισμένων των θυρών, κατ΄αρ. 114 ΚΠολΔ, γ. το αιτούν πρόσωπο δύναται να παραστεί μετά ή δια πληρεξουσίου Δικηγόρου, κατ΄αρ 94, 741 ΚΠολΔ, δ.i. η αυτοπρόσωπη δήλωσή του μπορεί να χορηγηθεί και σε ιδιαίτερο γραφείο, χωρίς δημοσιότητα. Η δήλωση χορηγείται είτε αυθημερόν είτε σε άλλη ημερομηνία ενώπιον του δικάζοντος Ειρηνοδίκη, σε κάθε περίπτωση προ της συζητήσεως, και μπορεί να προσδιοριστεί η διενέργεία της κατόπιν σχετικού, προς τούτο, αιτήματος του αιτούντος, με ειδική επισημείωση προσδιορισμού της στο δικόγραφο της αίτησης, δ.ii. η αυτοπρόσωπη δήλωση του αιτούντος για την δικαστική βεβαίωση του φύλου του, μπορεί να χορηγηθεί και επί της έδρας. Γίνεται, δηλαδή, δεκτό ότι η διάταξη του αρ. 4 παρ. 2 ν. 4491/2017 εξειδικεύει τον τρόπο που δίδεται η δήλωση του αιτούντος, χωρίς να ορίζει ότι ο μοναδικός τρόπος παροχής της είναι σε ιδιαίτερο γραφείο χωρίς δημοσιότητα. Τούτο, διότι ο απαιτούμενος τύπος είναι η αυτοπρόσωπη δήλωση του προσώπου, ανεξαρτήτως του τόπου παροχής της και στην περίπτωση, συνεπώς, που το αιτούν παράσχει τη δήλωσή του στο ακροατήριο και όχι σε ιδιαίτερο γραφείο η απόφαση δεν μπορεί να προσβληθεί για τον λόγο αυτό[83].

Η ως άνω διεξαγωγή της συζητήσεως προάγει την ενεργό συμμετοχή του αιτούντος, αφού προϋποθέτει την επενέργειά του στη συδιαμόρφωση της διαδικασίας. Έτσι θα πρέπει να ερωτάται το αιτούν πρόσωπο, όπως παρίσταται στην κατάθεση της αιτήσεως στην Γραμματεία του Δικαστηρίου, αφενός αν επιθυμεί τη διεξαγωγή της συζητήσεως χωρίς δημοσιότητα και αφετέρου αν θα παράσχει τη δήλωσή του επί της έδρας ή σε ιδιαίτερο γραφείο. Επιπλέον, καθίσταται προαιρετική η παράστασή του μετά πληρεξουσίου Δικηγόρου κατά την συζήτηση, η υποχρεωτικότητα της οποίας δεν προβλέπεται σε καμία πολιτική, ποινική ή και διοικητική διαδικασία, ενώ, ευλόγως μπορεί να λεχθεί ότι και ειδικός σκοπός του νόμου ήταν αυτό ακριβώς, να μην εξαναγκάσει το αιτούν πρόσωπο στην βάσανο του ακροατηρίου. Αντίθετα, επιχειρήματα κατά της ανωτέρω απόψεως αντλούνται απο την, χρονοβόρα πλην εκούσια, διάσπαση της διαδικασίας σε δύο στάδια, αυτό της συζητήσεως και αυτό της αυτοπρόσωπης δήλωσης του αιτούντος σε ιδιαίτερο γραφείο.

β. Τελολογική ερμηνεία

Από την άλλη μεριά, μπορεί να προταχθεί και τελολογική ερμηνεία της διάταξης του αρ. 4 παρ. 2 ν. 4491/2017, σύμφωνα με την οποία «επιδιώκεται η θέσπιση ενός συγκεκριμένου, ειδικού νομοθετήματος, με το οποίο να καθιερώνεται μία κατά το δυνατόν απλή διαδικασία για τη διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου των διεμφυλικών προσώπων…Η προϋπόθεση της δικαστικής απόφασης της εκούσιας δικαιοδοσίας παραμένει, περιλαμβάνονται, όμως, συγκεκριμένες ειδικές ρυθμίσεις, όπως ότι απαιτείται αυτοπρόσωπη δήλωση του ενδιαφερομένου σε ιδιαίτερο γραφείο χωρίς δημοσιότητα. Πρόκειται για μια διαδικασία σύντομη, απλή, με χαμηλό κόστος, με εγγυήσεις ασφάλειας δικαίου για τον πολίτη, αλλά και για την έννομη τάξη, καθώς είναι συνεκτική με τη διαδικασία που απαιτείται για την αλλαγή ονόματος[84]».

Συνεπώς: α. η συνεδρίαση εξακολουθεί να είναι δημόσια, πλην, β. λαμβάνει χώρα σε γραφείο, στο οποίο γ. παράσχεται και η αυτοπρόσωπη δήλωση του αιτούντος, δ, η παράστασή του είναι, υποχρεωτικά, μετά πληρεξουσίου Δικηγόρου και ε. δεν είναι αναγκαία η εξέταση μαρτύρων, για την ευδοκίμηση της αιτήσεως[85].

Η θέση αυτή εξασφαλίζει το ενιαίο συζήτησης και αυτοπρόσωπης δήλωσης του αιτούντος, προς διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης, καθώς, και μείωσης των εξόδων της, καθιερώνοντας απλή και, συγχρόνως, γρήγορη διαδικασία, ενώ, στον αντίποδά της βρίσκεται η υποχρεωτική παράσταση του αιτούντος μετά πληρεξουσίου Δικηγόρου, η οποία ξενίζει, εξ απόψεως παραδοσιακής ενότητας της πολιτικής δίκης.

ii. Συμπεράσματα

Από τις ανωτέρω διαπιστώσεις, συνάγεται ότι επιχειρήματα αντλούνται, εκατέρωθεν, για τους τρόπους διεξαγωγής της δίκης του ν. 4491/2017. Και ναι μεν η έκδοση απόφασης του αρ. 782 ΚΠολΔ, με τις ειδικότερες προϋποθέσεις της, παραμένει, πλην όμως, η αυτοπρόσωπη δήλωση του αιτούντος για την μεταβολή του ληξιαρχικού γεγονότος του φύλου του, ευθέως επηρέασε την σχετική δίκη, δημιουργώντας διαδικαστικά προβλήματα, στα οποία ο Ειρηνοδίκης ακροβατεί στο μεταίχμιο ερμηνείας κανόνων Δικονομικού Δικαίου, ιδίως, αν ληφθεί υπόψη, ότι ο καινοτόμος θεσμός της αυτοπρόσωπης δήλωσης, δεν έχει, εισέτι, νομολογιακά αντιμετωπιστεί. Για τον λόγο αυτό, και ενόψει του γεγονότος ότι η δίκη του ν. 4491/2017 απονεμήθηκε στα Ειρηνοδικεία, ως κατώτερα Δικαστήρια του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, ορθότερη, μάλλον, μεθοδολογικά η γραμματική ερμηνεία της διάταξης του αρ. 4 παρ. 2 του ν. 4491/2017, κατά την οποία η αυτοπρόσωπη δήλωση μπορεί να δοθεί και σε ιδιαίτερο γραφείο χωρίς δημοσιότητα, χωρίς να μεταβάλεται η διαδικασία του αρ. 782 ΚΠολΔ, όπως, με το μέχρι πρότινος καθεστώς, διεξάγονταν.

7. Η έκδοση απόφασης και τα αποτελέσματά της

Με την τήρηση των ανωτέρω διαδικαστικών προϋποθέσεων, ο Ειρηνοδίκης, και εφόσον αποκτήσει πλήρη δικανική πεποίθηση[86] για την αλήθεια των ιστορούμενων πραγματικών περιστατικών, έχει «υπηρεσιακό καθήκον[87]» να απαντήσει στο αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας, με την μορφή της επιδιωκόμενης διάπλασης, όπως, κυριαρχικά, οριοθέτηθηκε το αντικείμενο της αίτησης[88].

Εκδίδεται, δηλαδή απόφαση, που έχει χαρακτήρα διαπιστωτικού μέτρου[89] και περιορίζεται να βεβαιώσει το κρίσιμο γεγονός του φύλου του αιτούντος προσώπου. Ενόψει της διαπλαστικής της φύσης, δεν είναι δεκτική προσωρινής εκτελεστότητας. Η απόφαση, που δέχεται την αίτηση, εκλύει δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, καθόσον αφορά στο ληξιαρχικό γεγονός του φύλου, που εκτείνεται, κατ’ αρχήν, και σε κάθε τρίτο, και, μάλιστα, χωρίς την αναμονή τελεσιδικίας[90], κατ΄αρ. 763 ΚΠολΔ, η οποία περιορίζεται στη δέσμευση του ληξιάρχου να δεχτεί την πραγματική δια­πίστωση του φύλου, που περιέχεται στο διατακτικό της. Από επιτεύξεως τελεσιδικίας, όμως, και εντεύθεν, που επέρχεται με την επίδοση της αποφάσεως στον Εισαγγελέα, σε τυχόν μετέχοντα πρόσωπα, κατ΄αρ. 757 ΚΠολΔ, και με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας εφέσεως, κατ΄αρ. 518, 760 ΚΠολΔ, εκπέμπεται στο διηνεκές, και έναντι όλων[91], ότι έχει δημιουργηθεί νέα κατάσταση, που συνίσταται στο ουσιαστικό δικαίωμα του αιτούντος να διορθώσει το φύλο στην ληξιαρχική του πράξη, ενώ, δεδομένου ότι η δικαστική βεβαίωση δεν εκτείνεται στην εν γένει κατάσταση του αιτούντος, όπως απορρέει από την γέννηση, η απόφαση δε δημιουργεί δεδικασμένο για την αστική κατάστασή του. Συνεπώς, είναι πάντα δυνατή η αναγνωριστική αγωγή, κατά την τακτική διαδικασία της αμφισβητούμενης διαδικασίας[92], ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, κατ΄αρ. 18 ΚΠολΔ.

Τέλος, στο ουσιαστικό δίκαιο η απόλαυση του δικαιώματος, που δικαστικά βεβαιώνεται, επέρχεται, κατ’ άρ. 15 ν. 344/1976, με τη διαγραφή του υπάρχοντος φύλου στην ληξιαρχική πράξη και με την εγγραφή του έτερου. Αφού αντικείμενο της δίκης είναι μόνο η δικαστική βεβαίωση του ληξιαρχικού γεγονότος, και όχι η έκδοση διαταγής προς το ληξίαρχο να συμμορφωθεί, είναι αδιάφορο αν η δικαστική βεβαίωση του φύλου θα χρησιμοποιηθεί στο ληξιαρχείο ή σε άλλη δημόσια αρχή, όπως, λ.χ. η δημοτική αρχή που τηρεί το δημοτολόγιο[93].

Επίλογος.

Ο δημόσιος διάλογος, που προηγήθηκε της δημοσιεύσεως, καταδεικνύει την «συναισθηματική φόρτιση» που συνόδευσε το ν. 4491/2017, ενώ, και την νομοπαρασκευαστική επιτροπή δεν φαίνεται να την απασχόλησαν, ιδιαίτερα, ζητήματα τα οποία έτυχαν καθολικού προβληματισμού, όπως η ηλικία του αιτούντος προσώπου κ.ο.κ.[94]. Είναι, όμως, γεγονός πως ο ν. 4491/2017 ήρθε να ρυθμίσει μια, σχετικά αρρύθμιστη, κατάσταση, ιδίως, αν ληφθεί υπόψη ότι, στο πρότερο ισχύος του καθεστώς, δεν υφίστατο περιορισμός στην ηλικία του αιτούντος προσώπου, στη δικαιοπρακτική του ικανότητα, ούτε καν η προϋπόθεση αγαμίας του. Υπό αυτή την έννοια, ο νόμος εκπέμπει διττή προστασία, αφενός προς το αιτούν πρόσωπο, το οποίο καλείται, έκτοτε, εντός προκαθορισμένου δικονομικού πλαισίου και αφετέρου προς το συμφέρον της ολότητας, για λογαριασμό της οποίας τέθηκαν και οι ελάχιστες νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής του, ενώ, και η παράλειψη ακρωτηριασμού ή ορμονικής θεραπείας, που αποτελούν την κυριότερη διακήρυξη του νόμου, είχαν, ήδη, νομολογιακά αποσαφηνιστεί και προ της δημοσιεύσεώς του[95]. Συνεπώς, ο ν. 4491/2017 πρέπει να ερμηνευθεί ως πολιτειακή ολοκλήρωση του ουσιαστικού δικαιώματος των διεμφυλικών προσώπων να βεβαιώσουν το φύλο στην ληξιαρχική πράξη που, εφόρου ζωής, τους συνοδεύει και ουχί ως δικαίωμα που απολαύουν, το πρώτον, νομοθετικά. Έτσι, οι πλέον έμπειροι συνάδελφοι, με την νομολογιακή σοφία τους και την πρακτική οξυδέρκειά τους, θα συνεισφέρουν στον αυθορμητισμό των νεωτέρων, προκειμένου, αμφότεροι, απηλλαγμένοι από τις προσωπικές τους πεποιθήσεις και σύμφωνα με τον νόμο και την συνείδησή τους, να παράξουν λύσεις στα ζητήματα ορθής εφαρμογής του ν. 4491/2017, που, ακούσια, παραλείφθηκαν, ή και εσφαλμένα παρουσιάστηκαν, στην παρούσα εισήγηση.

Αθήνα, Δεκέμβριος 2017

Γεώργιος Β. Δελής – Ειρηνοδίκης Αθηνών, υπ. Δ.Ν.

[1] ΦΕΚ Α’ 152/13.10.2017

[2] Κατά τη χαρακτηριστική έκφραση Γαζή «Ο άνθρωπος χωρίς ελευθερία να τελεί το βίο του κατά το Δίκαιο παύει να είναι άνθρωπος», Γενικαί Αρχαί του Αστικού Δικαίου, τομ. Α΄- Β’, 1970 – 1974, σ. 84.

[3] «Η αντίληψη για τα δύο διακριτά και ασύμμετρα βιολογικά φύλα αποτελεί τέκνο του Διαφωτισμού και του ύστερου 18ου αιώνα. Για χιλιάδες χρόνια πριν ήταν καθολικά αποδεκτό ότι τα γυναικεία γεννητικά όργανα ήταν ίδια με τα ανδρικά, με τη διαφορά ότι, σε αντίθεση με τα τελευταία, βρίσκονταν στο εσωτερικό του σώματος. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει λαϊκό στιχούργημα «οι γυναίκες είναι άντρες γυρισμένοι ανάποδα». Οι άνθρωποι δηλαδή αντιλαμβάνονταν τον κόλπο ως εσωτερικό πέος, τα χείλη σαν ακροποσθία, τη μήτρα σαν όσχεο και τις ωοθήκες σαν όρχεις. Η αντίληψη αυτή υπογραμμίζεται και από τη γλώσσα. Επί δυο χιλιετίες δεν υπήρχε ιδιαίτερος όρος που να δηλώνει την ωοθήκη ή τον κόλπο, όργανα που από το 19ο αιώνα αναδεικνύονται σε συνεκδοχές της γυναίκας. Στο νοητικό αυτό σύμπαν η γενετήσια εμπειρία των ανθρώπων αντικατοπτρίζει τη μεταφυσική πραγματικότητα πάνω στην οποία εκείνοι πίστευαν ότι εδραιωνόταν η κοινωνική τάξη. Σύμφωνα με το μοντέλο του ενιαίου γενετήσιου φύλου άνδρες και γυναίκες διατάσσονται, ανάλογα με το βαθμό μεταφυσικής τελείωσής τους, σε μια ενιαία ιεραρχική κλίμακα στην κορυφή της οποίας βρίσκεται το άρρεν. Με λίγα λόγια, στην προγενέστερη του Διαφωτισμού εποχή το γενετήσιο φύλο «εδραζόταν στερεότερα στις πολιτικές του κοινωνικού φύλου, δηλαδή στο πολιτισμικό σύστημα. Το να είναι κάποιος άνδρας ή γυναίκα σήμαινε να κατέχει μια ορισμένη κοινωνική βαθμίδα, μια θέση, να προσλαμβάνει έναν πολιτισμικό ρόλο και όχι να είναι οργανικά κάποιο από τα δυο ασύμμετρα γενετήσια φύλα». Μέσα στα διαφορετικά κείμενα, από τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τον Γαληνό μέχρι τον Αγ. Αυγουστίνο και τον Αβικέννα, μπορούν αν ανιχνευθούν αντιλήψεις που συνθέτουν το νοητικό σύμπαν του ενιαίου γενετήσιου φύλου. Στην αρχαία ελληνική σκέψη, οι γυναίκες είναι αντεστραμμένοι και συνεπώς ατελέστεροι άνδρες». εγγ. Έφη Κάννερ, «Κατασκευάζοντας το φύλο, σώμα και κοινωνικό φύλο, από τους αρχαίους Έλληνες έως τον Φρόυντ», Ουτοπία – Επιθεώρηση Θεωρίας και Πολιτισμού, 61.169.

[4] η απόφαση αυτή ακολούθηθηκε και από έτερες αποφάσεις

[5] Baldassarre A. Liberta,1) Problemi generali, Estrato dal v. XIX della enciclopedia Giuridica, 1988, σ. 6.

[6] Εσφαλμένες, άδικες αποφάσεις ή και χρονοβόρες διαδικασίες.

[7] δεν είναι, εξάλλου, τυχαίο ότι η χαλάρωση της διαδικασίας, λαμβάνει χώρα, συνήθως, σε περιόδους τυραννίας. Κατά την ρήση του Rudolph von Jhering “Die Form ist die geschworene Feindein der Willkur, die Zwilligsschwester der Greiheit” (σε ελεύθερη μτφρση: Η τυπικότητα είναι η ορκισμένη εχθρός της αυθαιρεσίας, η δίδυμη αδελφή της ελευθερίας)

[8] πηγή: http://www.equaldex.com/

[9] Μαρόκο, Αλγερία, Λιβύη, Σουδάν, Αιθιοπία, Ερυθραία, Σομαλία, Ακτή Ελεφαντοστού Νιγηρία, Καμερούν, Κογκό, Ναμίμπια και Ζάμπια.

[10] Τουρκμενιστάν, Αφγανιστάν, Ουζμπεκιστάν, Σρι Λάνκα, Ταυλάνδη, Μαλαισία, Φιλιππίνες και Βόρεια Κορέα

[11] Περού, Σουρινάμ, Παραγουάη

[12] Τσεχία, Σλοβακία, Πολωνία, Εσθονία, Λιθουανία, Λετονία

[13] Σχετικοί Νόμοι υπάρχουν στην Πορτογαλία, στο Καντόνι της Ζυρίχης

[14] χαρακτηριστικότερη η περίπτωση της τραγουδίστριας Κιμ Πέτρας, η οποία προέβη σε αλλαγή φύλου – με τη συναίνεση φυσικών των γονιών της – σε ηλικία μόλις 12 ετών.

[15] Η περίπτωση ανηλικότητας του αιτούντος δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ, αλλά, μάλλον θα ήταν προδιαγεγραμμένη η τύχη της.

[16] λαμβάνει, δηλαδή, μοναδικό αριθμό κατάθεσης.

[17] ενδ. από τις πιο πρόσφατες ΕιρΡοδ 51/2015 ΤΝΠ Νόμος

[18] ΕισΕκθ ν. 4491/2017

                    [19] Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη, Το ζήτημα της χειρουργικής και άλλων ιατρικών επεμβάσεων και αγωγών ως προϋποθέσεων για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, ΧρΙΔ 2017.561, Λελέκης Α. Διόρθωση ληξιαρχικής πράξης γέννησης τρανς ατόμων, λόγω “αλλαγής φύλου”, χωρίς ιατρικά προαπαιτούμενα, με αφορμή την ΕιρΑθ 1572/2016, ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ 2017.32.

[20] γεγονός εννοιολογικά σημαίνει κάτι που έχει γίνει, που έχει πράγματι συμβεί στο παρελθόν και διακρίνονται από γεγονότα προς σύνταξη ληξιαρχικής πράξης, υπό νομική έννοια

[21] Διάγραμμα του εισηγητή σχεδίου Μιχελάκη, ΣχεδΠο/ΝΔ, VII σελ. 61. Σόντης στην ΕρμΑΚ 37 αριθ. 8.

[22] Η έννοια του «γεγονότος» που είναι δυνατόν να  βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση κατά τη διαδικασία της εκουσίας  δικαιοδοσίας δεν έχει καμία σχέση με τα «πραγματικά περιστατικά» που διερευνώνται κατά τη διαδικασία της  αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας, αλλά αντίθετα τα γεγονότα αυτά υπό την  έννοια της 782 παρ. 1 ΚΠολΔ είναι συγκεκριμένα και ορισμένα και αφορούν  τόσο την προσωπική κατάσταση του φυσικού προσώπου (γέννηση, θάνατος, γάμος, βάπτιση κλπ.), όσο και την κατάρτιση δικαιοπραξιών προσωπικής κατάστασης (τέλεση γάμου, ονοματοδοσία), όχι όμως και την αντίστοιχη έννομη σχέση, γι’ αυτό και η απόφαση που βεβαιώνει την τέλεση γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο για την έννομη σχέση του γάμου (ΒΑΘΡΑΚΟΚΟΙΛΗΣ ό.π. στο άρθρο 782 αριθμ. 2 σελ. 502). Ζητείται δε η βεβαίωσή τους από το Δικαστήριο προκειμένου να συνταχθεί η οικεία ληξιαρχική πράξη για το λόγο ότι από  διάφορες αιτίες δεν είχε συνταχθεί και ο επιδιώκων τη σύνταξή της έχει προφανώς έννομο συμφέρον. Οποιοδήποτε άλλο γεγονός δεν είναι δυνατόν να  βεβαιωθεί με την ανωτέρω διαδικασία και με βάση την προαναφερομένη διάταξη αλλά αποτελεί πιθανόν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής κατά τη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.

[23] Μπρακατσούλας, σελ. 123, 124. Η αντίληψη ότι, σε περίπτωση ερμαφρόδιτου, διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης επιτρέπεται μόνον όταν από πλάνη είχε δηλωθεί ορισμένο φύλο ως επικρατέστερο, και όχι όταν μεταγενέστερα μεταβλήθηκε το φύλο (Δ. Μητσόπουλος – Β. Νικόπουλος – Β. Σίτης, ο.π. σελ. 28), δεν είναι πειστική. Και τούτο γιατί παραβλέπει ότι αντικείμενο της σχετικής δίκης δεν είναι η διόρθωση των σφαλμάτων της ληξιαρχικής πράξης, αλλά η δικαστική βεβαίωση ληξιαρχικών γεγονότων, δηλαδή γεγονότων, σχετικών με την αστική κατάσταση των προσώπων. Μόνον όταν ζητείται να διαγνωστούν με δύναμη δεδικασμέ­νου οι έννομες σχέσεις που απορρέουν από τα γεγονότα τούτα, τότε δεν πρόκειται για υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας, αλλά για ιδιωτική διαφορά που θα πρέπει να εισαχθεί με την προσή­κουσα διαγνωστική διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.

[24] Προς τούτο και η σχετική επισημείωση την ληξιαρχική πράξη

[25] Τσάτσος Δ., Το πρόβλημα ερμηνείας του Δικαίου, 1978, σ. 122 επ.

[26] Τριανταφύλλου – Αλμπανίδου, Το έννομο συμφέρον, σ. 103 – 105, με παρατηρήσεις Κρητικού, ΕλλΔνη 1997.699 – 703

[27] εγγ. ΑιτΕκθ ν. 4491/2017

[28] Κατά την ΕισΕκθ «Αναγράφεται ρητά ότι προϋπόθεση για το νομικό επαναπροσδιορισμό του φύλου είναι η πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα του ενδιαφερομένου, με εξαίρεση τους ανήλικους που έχουν συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας τους, εφόσον υπάρχει συναίνεση των ασκούντων τη γονική τους μέριμνα. Η άσκηση πολλών ατομικών δικαιωμάτων, εξαιτίας της σπουδαιότητάς τους, προϋποθέτει ένα «ελάχιστο» πνευματικής ωριμότητας του ατόμου. Για το λόγο αυτό ο νομοθέτης σε πολλές περιπτώσεις ορίζει, μεταξύ άλλων, ένα κατώτατο ηλικιακό όριο, προκειμένου να επιτρέψει την άσκησή τους. Εν προκειμένω, ως όριο τίθεται το 17ο έτος της ηλικίας του ενδιαφερόμενου, το οποίο ταυτίζεται με αυτό του δικαιώματος του εκλέγειν. Η ανωτέρω προϋπόθεση, τίθεται προεχόντως για την προστασία του ανήλικου προσώπου με κριτήριο το βέλτιστο συμφέρον του.

 

[29] Κοσμίδης, Η εκδίκαση των υποθέσεων Οικογενειακού Δικαίου μετά τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις, Αρμ. 52.1037 επ.

[30] http://www.protagon.gr/themata/nomiki-anagnwrisi-tis-taftotitas-fylou-44341491952

[31] Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Μεγάλη Βρετανία δεν αναφέρεται το φύλο των γονέων τέκνου, στη δε ληξιαρχική πράξη γέννησής του αναφέρονται αυτοί, ως ΓΟΝΕΑΣ Α και ΓΟΝΕΑΣ Β.

[32] Ράμμος, Εγχειρίδιον Ι, παρ. 67, σ. 148

[33] Μητσόπουλος, Η έννοια της εκούσιας δικαιοδοσίας, ΝΔ 1971.33 επ.

[34] ΤΝΠ Νόμος

[35] εγγ. Βασίλης Σωτηρόποιυλος, σχόλιο στη δημόσα διαβούλευση του ν. 4491/2017, διαθ. εδώ: http://www.opengov.gr/ministryofjustice/?p=8074

[36] ΦΕΚ Α΄87/23.7.2015

[37] Φραγκίστας Χ. Αστικόν δικονομικόν δίκαιον, Γενικό μέρος, σ. 28 -30.

[38] Αρβανιτάκης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 782, αρ. 10, σ. 1544.

[39] mutatis mutandis για όσα ισχύουν στην αίτηση εκδόσεως διαταγής πληρωμής, Ποδηματά σε Κεραμέα/Κονδύλη/ Νίκα, ΕρμΚΠολΔ ΙΙ, 2000, άρθρο 625, αρ. 4, μ.π.π.

[40] κατά τόπο, συνήθως, στη δικαστηριακή πρακτική

[41] και στο τμήμα της Εκουσίας Δικαιοδοσίας, εφόσον τηρείται τέτοιο

[42] ότι πρόκειται για αίτηση

[43] η υποχρέωση για αναγραφή ΑΦΜ θεσμοθετήθηκε το πρώτον με τον ν. 4335/2015 και δέχθηκε σφοδρή κριτική. Ήδη, όμως, τα δικαστήρια, με σχετικά αποσπασματική αντίθετη νομολογία, κατέληξαν ότι η μη αναγραφή του δεν άγει σε ακυρότητα τη διαδικαστική πράξη καταθέσεως της αιτήσεως (ΠΠρΛαμ 1/2016 ΤΝΠ Νόμος)

[44] Η κατάθεση της αίτησης από πληρεξούσιο Δικηγόρο, είναι πλέον υποχρεωτική στις υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά τα αρ. 94, ως τροποποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 ν. 4335/2015, 741 ΚΠολΔ.

[45] Η μη συνυποβολή του, κατά την ορθότερη άποψη, δεν άγει τη διαδικαστική πράξη της αιτήσεως σε απαράδεκτο, ειμή μόνο απειλεί διοικητικές κυρώσεις για το Δικηγόρο. Για τον λόγο αυτό, η Γραμματεία του Ειρηνοδικείου υποχρεούται να στείλει σχετική αναφορά στον αρμόδιο Δικηγορικό Σύλλογο.

[46] Ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α’ 208/27.9.2013)

[47] λαμβάνει, δηλαδή, μοναδικό αριθμό κατάθεσης.

[48] όπως λ.χ. οι γονείς του αιτούντος

[49] ως προάγγελος δεδικασμένου

[50] Αρβανιτάκης σε ό.π., Εισαγ. 739 – 866, αρ. 11, σ. 1459

[51] Μητσόπουλος, Μελέται γενικής θεωρίας του Δικαίου και αστικού δικονομικού δικαίου, 1983, 597 – 660.

[52] Μπέης, Ερμηνεία, Εκουσία Δικαιοδοσία, υπό άρθρο 782

[53] Αρβανιτάκης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ ΙΙ, άρθρο 781, αρ. 5, σ. 1541

[54] Κατά το αρ. 1 άρθρο πέμπτο παρ. 2 ν. 4335/2015

[55] ΑΠ 871/2003 ΕλΔνη 44.1624, ΑΠ 954/1997 ΕλΔνη 40.339, ΑΠ 351/1979 ΝοΒ 27.1427, ΕφΛαρ 609/2002 Δικογρ 2003.84, ΕφΑθ 8107/2001 ΕλΔνη 44.225, ΕφΑθ 3895/1998 ΑρχΝ 1999.427, Μπέης: ΠολΔικ. Άρθρο 68 σελ. 360 μ.π.π.

[56] Επι ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως και στην προθεσμία του αρ. 748 ΚΠολΔ.

[57] Αρβανιτάκης σε ό.π., αρθρο 742, αρ. 3, σ. 1476

[58] ΕφΑθ 7159/1986 ΕλλΔνη 1987.675

[59] Η διάταξη γνώρισε μεγάλες αντιδράσεις, καίτοι δεν απασχόλησε ιδιαίτερα την νομοπαρασκευαστική επιτροπή

[60] υπό το αρ. 216 ΚΠολΔ, Μακρίδου Κ. Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της, 1998, σ. 16 επ., Καλαβρός Κ. , Το αντικείμενο της πολιτικής δίκης I , σελ 127 επ., Νίκας Ν. , Πολιτική Δικονομία  I, σ.  427.

[61] Ράμμος, ΣχπΠολΔ VII 15)

[62] Αρβανιτάκης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ ΙΙ, 2000, Εισαγ. 739 – 866, αρ. 11, σ. 1459

[63] Νίκας, Πολιτική Δικονομία ΙΙ, Σάκουλας, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2005, σ. 137, ο ίδιος, περί την συνταγματικότητα αντίστοιχων διατάξεων, Αρμ.2004.332.

[64] Μακρίδου Κ., Η αόριστη αγωγή και οι δυνατότητες θεραπείας της, 1998,  σ. 210 -222

[65] πάγια νμλγια, ενδ. ΑΠ 1510/1992 ΕλλΔνη 1994.368, ΑΠ 496/1990 ΕΕργΔ 1991.235

[66] Νίκας, ό.π., σ. 150

[67] ΑΠ 1065/2003 ΕλλΔνη 2004.84.

[68] Μακρίδου, ό.π., σ. 282

[69] κατ΄αρ. 10 ΚΠολΔ, Καμπουράκης, Ζητήματα τινά εκ του αμεταβλήτου της δικαιοδοσίας και αρμοδιότητος, ΠολΔ 45.221

[70] ΕφΛαρ 214/2004 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 371/1997 ΕλΔνη 38.1601, ΕφετΑθ 4851/1992 ΕΣυγκΔ 1994.214

[71]Κεραμεύς, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, σ. 125

[72] τα οποίο αποτελεί στοιχείο του αιτιολογικού

[73] ΜΠρΗρακλ 362/1970 Δ 2,292

[74] Κατά μία εκδοχή (Σταυρόπουλος, 2η εκδ. 782 § 2 ε σελ. 919) απλώς δεν απαιτείται να διατάσσεται ο ληξίαρχος να προχωρήσει στη σύνταξη ή διόρθωση της οικείας ληξιαρχικής πράξης. Όμως η εκδοχή αυτή, στην έκταση που αφήνει να νοηθεί ότι δεν βλάπτει τίποτε και να περιέχεται στο διατακτικό της απόφαση διαταγή προς το ληξίαρχο να συμμορφωθεί, παραβλέπει ότι έτσι θα εκδιδόταν δεσμευτική για το ληξίαρχο δικαστική επιταγή, δίχως να του έχει δοθεί προηγουμένως η δυνατότητα να ακουστεί, κάτι που θα ήταν αντίθετο με το άρθρο 20 § 1 Σ.

[75] Μπέης, ό.π.

[76] εγγ. Παρασκευόπουλος, Αυτεπάγγελτος ενέργεια του δικαστηρίου κατά τον ΚΠολΔ, ΝοΒ 1970.882 επ.

[77]Ψαρουδάκη Μ., Η μερικής αγωγή, Εφημερίς των Ελλήνων Νομικών, 2001.428

[78] Αρβανιτάκης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ ΙΙ, 2000, άρθρο 744, αρ. 1, σ. 1479.

[79] Ράμμος, Εγχερίδιον Δικονομικού Δικαίου, σ. 1964

[80] Με την τροποποίηση του ν. 4335/2015 η συμμετοχή τρίτων στην τριτανακοπή παρέχεται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, κατόπιν τηρήσεως προδικασίας

[81] εγγ. Γιαννούλης, Η ανάκλησις ή μεταρρύθμισης οριστικής απόφασης, εκδοθείσης κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, Δ 1976.516 – 522.

[82] Η δήλωση του αιτούντος ότι επιθυμεί τη διαγραφή του φύλου του και τη βεβαίωση του έτερου φύλου στην ληξιαρχική του πράξη, συνιστά διφυής πράξη δικονομικού και δικαιοπρακτικού χαρακτήρα. Ενόψει του τελευταίου, δεν μπορεί να αποκλειστεί η προσβολή της δήλωσης για ελαττώματα της βούλησης, κατ΄αρ. 140 επ. ΑΚ, για τα οποία, όμως, δεν θα γίνει λόγος.

[83] Φουντεδάκη Κ, Σάκκουλας, Υιοθεσία – Προϋποθέσεις προσβολής, Θεσσαλονίκη, 1998, σ. 174 επ.

[84] ΑιτΕκθ ν. 4491/2017

[85] Η εύρεση των οποίων στις υποθέσεις προσωπικής κατάστασης είναι δυσχερής, όπως προκύπτει και από πλείστα σχόλια διεμφυλικών προσώπων, κατά τη δημόσια διαβούλευση που προηγήθηκε του νόμου.

[86] Η οποία ισχύει και στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας ως μέτρο απόδειξης

[87] Μπεής Κ., Παρατηρήσεις στην ΜΠΠειρ 30/1996, Η διαλεκτική του δικονομικού δικαίου, σ. 542, Δ. 28.1257, Ψαρουδάκη Μ., Η μερική αγωγή, Εφημερίς των Ελλήνων Νομικών, 2001.428.

[88] Κονδύλης, ό.π., σ. 189.

[89] Σόντης στην ΕρμΑΚ 37 αριθ. 31

[90] υπό το προϊσχύσαν του ν. 344/1976 καθεστώτος, απαιτούνταν αμετάκλητη απόφαση

[91] και το δικαστή, δηλαδή, μεταγενέστερης αιτήσεως

[92] ΜΠρΗρακλ 362/1970 Δ 2,292 με σύμφωνο ενημ. σημ. Κ. Μπέη. ΜΠρΜυτ 237/1982 ΑρχΝ 34,184

[93] Μπέης, ό.π.

[94] https://www.youtube.com/watch?v=jPzWDFs3Sdw

[95] Αξίζει να σημειωθεί πως και η Επιτροπή Βιοηθικής της Εκκλησίας της Ελλάδος, κάνει λόγο για επαρκές πλαίσιο προ του ν. 4491/2017, διαθ. https://www.imml.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1856:ep-vioithikis-2&catid=151:arthra&Itemid=123 ..

Πηγή:Antimolia.gr

Lawjobs