Η κάθαρση δεν έχει αγγίξει τα δισ. (I) – Μέχρι στιγμής δεν έφθασε στις «χοντρές υποθέσεις», λέει ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Δημήτρης Παξινός

0

Συνέντευξη στη Φωτεινη Καλλιρη Συγκλονιστικές αποκαλύψεις για τη λειτουργία του θεσμού της Δικαιοσύνης, μεσούσης της κάθαρσης που επιχειρείται στους κόλπους της, κάνει ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών κ. Δημήτρης Παξινός, σε μια χειμαρρώδη συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ». «Υπήρχε ασυδοσία και μάλιστα με τη βούλα, κι ας μην απορούν κάποιοι πώς φθάσαμε ώς εδώ», λέει με παρρησία, επισημαίνοντας ότι «εάν είχε λειτουργήσει στοιχειωδώς η επιθεώρηση, αντί να απονέμει αριστεία διαγωγής, θα είχαν αποφευχθεί πολλά… Αργά αλλά σταθερά, τα σάπια κύτταρα μόλυναν και υγιή, με αποτέλεσμα μέσω της κρυφής κάμερας να φθάσουμε στην εξαχρείωση και τη γελοιοποίηση του θεσμού». Καταγγέλλει την αντίδραση ανωτάτου δικαστή, όταν του ζητήθηκε να λάβει μέτρα κατά συγκεκριμένου επίορκου λειτουργού. «Μη μας πειράζετε τους δικαστές», ήταν η απάντηση, για να οδηγηθεί αργότερα, λίγο πριν από την αποκάλυψη της δράσης του, στη μετάθεσή του στην Αθήνα, «που ως τερατούπολη, όλα τα χωνεύει». «Εχουμε φθάσει εδώ και καιρό στο έσχατο στημείο αδιαφορίας, ωχαδελφισμού και απογοήτευσης», λέει ο κ. Παξινός, εκφράζοντας την ανησυχία του, ενώ δεν διστάζει να πει ότι «υπάρχουν ανεπαρκείς δικαστές, γνωστοί στους «παροικούντες στην Ιερουσαλήμ», ίσως και πιο επικίνδυνοι από τους επίορκους». Για τον πόλεμο των «μεγαλοδικηγόρων», που μαίνεται στα τηλεοπτικά παράθυρα, τονίζει ότι πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις, που εξαιτίας της μανίας προβολής τους, θίγεται ολόκληρο το δικηγορικό σώμα. Για την πορεία της κάθαρσης εκτιμά ότι μέχρι στιγμής φαίνεται «να περιορίζεται γύρω από έναν αρχιμανδρίτη, τον Γιοσάκη, ο οποίος ασφαλώς δεν ανήκει στην κατηγορία των «χοντρών υποθέσεων», με τζίρο δισεκατομμυρίων. «Μην ξεχνάμε ότι ζούμε σε μία χώρα που σε επίπεδο διαφθοράς πλησιάζει τριτοκοσμικές χώρες», τονίζει, ενώ καταγράφοντας τα κρούσματα που εντοπίζονται σε όλο τον δημόσιο βίο, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Οι νομιμοποιήσεις κάθε είδους, παραμονές εκλογών, από αυθαίρετα μέχρι την καταπάτηση δασικών εκτάσεων και αιγιαλών που εκποιούνται, δείχνουν το μέγεθος της κρατικής παρανομίας. Δήθεν προκηρύξεις, δήθεν διαγωνισμοί, που τελικά κατακυρώνονται σε συγκεκριμένους, που όλοι οι επαΐοντες γνώριζαν από την αρχή». Φτάσαμε στο έσχατο σημείο ωχαδερφισμού και αδιαφορίας – Πού οφείλονται τα φαινόμενα διαφθοράς στους κόλπους της Δικαιοσύνης και ποιοι ενδεχομένως τα υπέθαλψαν; – Τα φαινόμενα της διαφθοράς στην ελληνική κοινωνία δεν μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστο τον χώρο της Δικαιοσύνης. Αργά αλλά σταθερά τα σάπια κύτταρα μόλυναν και υγιή, με αποτέλεσμα μέσω της κρυφής κάμερας να φθάσουμε στην εξαχρείωση των προσώπων αυτών και στη γελοιοποίηση του θεσμού. Ασφαλώς δεν φθάσαμε ξαφνικά στα φαινόμενα αυτά. Χρειάσθηκε πολύς χρόνος και πολλή προσπάθεια από τους επιφορτισμένους με τον έλεγχο ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς που δεν έβλεπαν, δεν άκουγαν, δεν μιλούσαν. Λες και ήταν από άλλο πλανήτη, από άλλη διάσταση, είχαν ή ήθελαν να έχουν την ψευδαίσθηση ότι όλα βαίνουν καλώς. Οτι η ελληνική Δικαιοσύνη κατά διαφοροποίηση από την ελληνική κοινωνία, είναι αψεγάδιαστη. Κι αυτό αφού σπανιότατα θα παραπεμπόταν στο πειθαρχικό κι ακόμα πιο σπάνια θα τιμωρούνταν δικαστής. Και πώς να τιμωρηθεί αφού οι επιθεωρητές τούς βράβευαν με άριστα και αυτά τα πιστοποιητικά άριστης διαγωγής τούς οδηγούσαν σε προαγωγές σε βάρος των πολλών και άξιων συναδέλφων τους; Και πώς να λάβουν υπ’ όψιν τις καταγγελίες Δικηγορικών Συλλόγων για τον βίο και την πολιτεία αυτών των λίγων «πλην αρίστων» επίορκων ή ανεπαρκών που εξέθεταν και διέσυραν με την προκλητική τους συμπεριφορά τη Δικαιοσύνη; «Μη μας πειράζετε τους δικαστές» ανέκραξε ανώτατος δικαστικός λειτουργός όταν του ζητήθηκε να λάβει μέτρα κατά συγκεκριμένου γνωστού επίορκου δικαστή. Εδέησε προς το τέλος, λίγο πριν από την αποκάλυψη της δράσης του από τα ΜΜΕ, να τον μεταθέσει στην Αθήνα, που ως τερατούπολη όλα τα χωνεύει. Να, λοιπόν, πώς φθάσαμε έως εδώ. Κι αυτό γιατί αν είχε λειτουργήσει στοιχειωδώς η Επιθεώρηση, και αντί να απονέμει αριστεία διαγωγής, απένεμε και ενδεικτικό με κοσμία, έστω, διαγωγή, πολλά θα είχαν αποφευχθεί. Γιατί «ο φόβος φυλάει τα έρμα». Και φόβος δεν υπήρχε. Υπήρχε ασυδοσία και μάλιστα με τη βούλα. Ας μην απορούν, λοιπόν, κάποιοι πώς φθάσαμε ώς εδώ. Ιδιαίτερα όταν αυτοί οι κάποιοι ήταν επιφορτισμένοι με τα καθήκοντα του επιθεωρητού. Γιατί δεν ήθελαν να δουν. Οπως δεν έβλεπαν τη μεγάλη πλειοψηφία που εργαζόταν για τους ανεπαρκείς. Σε αναζήτηση στοιχείων – Οι αποκαλύψεις για επίορκους δικαστές ανέδειξε ως βασικούς κρίκους στην αλυσίδα του παραδικαστικού κυκλώματος πολλούς δικηγόρους. Επιχειρείται αυτοκάθαρση και στους δικαστικούς συλλόγους; – Ολοι γνωρίζουμε ότι «κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της «Δανιμαρκίας». Απλώς δεν υπήρχαν τα αποδεικτικά στοιχεία. Συνάδελφοι που διαμαρτύρονταν για έκδοση αποφάσεων που προκαλούσαν ή και κακοποιούσαν το κοινό περί δικαίου αίσθημα, δεν ήθελαν να διαμαρτυρηθούν και να εγκαλέσουν αυτούς τους δικαστές, φοβούμενοι ότι θα μπουν στο στόχαστρό τους. Ισως ήλπιζαν ότι, σε μια άλλη περίπτωση, θα τύχαιναν της εύνοιάς τους, ως επιδείξαντες προφανώς «καλή διαγωγή». Από την άλλη πλευρά η Επιθεώρηση των δικαστηρίων ήταν ανεπαρκής και επιδείκνυε αδιαφορία, με αποτέλεσμα να συγκαλύπτει αυτές τις περιπτώσεις των κακών, επίορκων ή ανεπαρκών δικαστών, που προκαλούσαν και προκαλούν μεγάλη ζημιά. Εμείς, ως ΔΣΑ, έχουμε καλέσει τους συναδέλφους να προσκομίσουν με υπευθυνότητα ό,τι στοιχεία διαθέτουν σχετικά με δικαστικές αποφάσεις κυρίως που προκαλούν δυσλειτουργία στην απονομή της δικαιοσύνης, είτε λόγω καθυστερήσεων είτε ελλείψει αιτιολογίας ή ανεπαρκούς αιτιολογίας, είτε λόγω υπέρμετρα αυστηρών ποινών, είτε αυθαιρέτων συμπεριφορών δικαστών. Η ανακοίνωσή μας αυτή προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση και δυσαρέσκεια σε ορισμένους δικαστικούς κύκλους, οι οποίοι μας εγκαλούσαν έμμεσα για το ότι υποκαθιστούμε τα θεσμικά τους όργανα. Ουσιαστικά διαμαρτύρονταν γιατί θίξαμε την αυθεντία του θεσμού της Επιθεώρησης των δικαστών, που δεν λειτουργούσε. Στόχος μας ήταν να ευαισθητοποιήσουμε τους συναδέλφους, για να συμβάλουν στην κάθαρση στον χώρο της Δικαιοσύνης, αναλαμβάνοντας και αυτοί τις ευθύνες τους, ως συλλειτουργοί της Θέμιδος και να μην εξαντλούνται σε άτυπες διαμαρτυρίες για τη διαφθορά στον χώρο αυτό σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις. Το αποτέλεσμα δεν ήταν το προσδοκώμενο, διότι φοβήθηκαν τις συνέπειες της καταγγελίας τους, κάτι που μόνο εν μέρει ασπάζομαι. Απλώς έχουμε φθάσει εδώ και καιρό όλοι σχεδόν στο έσχατο σημείο αδιαφορίας, ωχαδελφισμού και απογοήτευσης. Κι αυτό είναι το πιο ανησυχητικό. Στον ΔΣΑ, λοιπόν, λειτουργούν τέσσερα πειθαρχικά τμήματα, όμως περιπτώσεις εμπλοκής σε παραδικαστικά κυκλώματα δεν υπάρχουν, προφανώς ελλείψει στοιχείων απ’ αυτούς που έχουν πληγεί. Αλλωστε είναι γνωστό ότι τα όσα ήλθαν στην επιφάνεια, ήρθαν με χρήση παράτυπων αποδεικτικών μέσων, που ασφαλώς κατέδειξαν το επίπεδο διαφθοράς αυτών των δικαστών, που δεν τους συνείχε κανένας φόβος, καμία ενοχή. Ακραίες ποινές – Θεωρείτε ότι η έρευνα έφθασε στο τέλος της διαδρομής της ή θα υπάρξουν κι άλλες αποκαλύψεις; – Κατ’ αρχήν πιστεύω ότι η διαδικασία της κάθαρσης με αυτήν τη μορφή πρέπει να ολοκληρωθεί το συντομότερο και να προχωρήσει σε βάθος. Μέχρι στιγμής οι έρευνες που έρχονται σε δημοσιότητα στρέφονται περί τον αρχιμανδρίτη Γιοσάκη. Δεν γνωρίζω εάν και σε ποιο βαθμό έχει επεκταθεί και σε υποθέσεις που αφορούν και άλλους τομείς του Δικαίου. Αυτό το γνωρίζουν αυτοί που έχουν επιφορτισθεί με αυτό το δύσκολο έργο, το οποίο πρέπει να ολοκληρωθεί. Είναι ήδη άμεσα ορατό, άμεσα αντιληπτό, πάντως, η ανασφάλεια και ο φόβος που διακατέχουν τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης, με εμφανή, εμφανέστατα τα σημάδια, στις επιβαλλόμενες ποινές που είναι πολύ αυστηρές και ακραίες, αφού, όπως ισχυρίζονται, με μια υπερβολική αυστηρότητα δεν κινδυνεύουν να παραπεμφθούν και να διαπομπεμφθούν. Είναι δε γεγονός ότι με αφορμή την έρευνα για το παραδικαστικό κύκλωμα διαπομπέμφθηκαν δικαστές, ακόμα και μη σχετιζόμενοι με τα κυκλώματα αυτά. Καταλήφθηκαν από φόβο οι δικαστές και άρχισαν να ερευνούν τις υποθέσεις τους και τις πιθανές διασυνδέσεις και να αποφεύγουν τις κοινωνικές σχέσεις, αλλά και τις τηλεφωνικές συνομιλίες. Θα πρέπει να κατανοήσουν, ωστόσο, ότι η εντιμότητα δεν αποδεικνύεται με την αυστηρότητα στην επιβολή των ποινών, που οδηγεί σε μια Δικαιοσύνη με μη ανθρώπινο πρόσωπο, που αναιρεί τον ίδιο της τον εαυτό τελικά, ξεσπώντας κατά των πολιτών που αναμένουν μια κρίση ορθή, δίκαιη και οπωσδήποτε όχι ισοπεδωτική. Αυτή δεν είναι δικαιοσύνη και αυτές οι ακραίες περιπτώσεις, που δεν είναι λίγες, θα πρέπει να ελέγχονται πειθαρχικά. Στίγμα από τα ΜΜΕ – Εχουν γίνει λάθη κατά το στάδιο της έρευνας; – Τα λάθη είναι ανθρώπινα, ιδιαίτερα όταν όλα τα ΜΜΕ και ιδιαίτερα ο ηλεκτρονικός Τύπος ασχολείται επί 24ώρου βάσεως και αναζητεί εναγωνίως, από κάθε πλευρά, στοιχεία για να μπορεί να ανεβάσει την τηλεθέαση, σε σημείο που να μη γνωρίζουμε τι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και τι όχι. Ποιος εμπλέκεται, ποιος λέει την αλήθεια και τι χρώμα έχει αυτή. Είδαμε να παρελαύνουν πολλά ονόματα δικαστών και δικηγόρων, που στη συνέχεια αποσύρονταν, για να έλθουν άλλα. Δικαστή να στιγματίζεται, να απαλλάσσεται στη συνέχεια από το πειθαρχικό τους όργανο και ουδείς να αποκαθιστά το όνομά του, την τιμή του, την υπόληψή του, την αξιοπρέπειά του, ως δικαστού και ανθρώπου. Πώς θα μπορέσει να δικάσει ξανά αυτός; Και πώς θα μπορέσει να δικάσει δικαστής που παραπέμφθηκε για μη υποβολή δήλωσης πόθεν έσχες (που ήταν καταχωνιασμένες από χρόνια στα αζήτητα του υπογείου του Αρείου Πάγου) και διαπομπέμφθηκε ως έχουσα δήθεν σχέση η υπόθεσή του με τα παραδικαστικά κυκλώματα. Δεν ξέρω από πού γίνονται διαρροές, πριν ακόμη λάβουν γνώση οι δικηγόροι. Ομως το θέμα, όχι μόνο από ηθικής τάξεως, παραμένει. Η Δικαιοσύνη, σε τόσο κρίσιμες περιστάσεις, οφείλει να λειτουργεί με κανόνες και ασφαλιστικές δικλίδες για τους κατηγορούμενους. Το τεκμήριο αθωότητας εξοβελίστηκε και πολλοί ήσαν και είναι οι εν δυνάμει ύποπτοι για συμμετοχή στο παραδικαστικό κύκλωμα. Και βεβαίως απαιτείται ενημέρωση του κόσμου, αλλά αφού υπάρξουν οι ενδείξεις και ολοκληρωθούν οι έρευνες. Είμαι απ’ αυτούς, είμαστε απ’ αυτούς που έχουμε συμβάλει στο μέτρο του δυνατού, στην προσπάθεια για κάθαρση στον χώρο αυτό, στην προσπάθεια για καλύτερη Δικαιοσύνη και θα εξακολουθήσουμε να στηρίζουμε κάθε τέτοια προσπάθεια, αρκεί να τηρούνται οι δικονομικοί κανόνες, να τηρούνται βασικές αρχές του δικαιικού μας συστήματος, σύμφωνα με τις οποίες, μέχρις ότου εκδοθεί δικαστική απόφαση, υπάρχει το τεκμήριο αθωότητας.