Δικαιώματα σε εκκρεμότητα

0

Του ΘΕΟΔΩΡΟΥ Π. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ Αναπληρωτή καθηγητή Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Ο Ν. 3386/2005 συνιστά το τρίτο κατά σειρά νομοθετικό εγχείρημα της τελευταίας δεκαπενταετίας στο πεδίο της μεταναστευτικής πολιτικής και φιλοδοξεί να δημιουργήσει ένα πλαίσιο άσκησης της μεταναστευτικής πολιτικής, εστιάζοντας θεωρητικά το ενδιαφέρον του στο τρίπτυχο νομιμότητα – ασφάλεια δικαιωμάτων – κοινωνική ένταξη. Διαμορφώνει νέες κατηγοριοποιήσεις και θέτει πολλαπλές προϋποθέσεις για την παραμονή των μεταναστών, ενώ επιδιώκει -κατά τη βούληση του νομοθέτη- να εξορθολογίσει το κανονιστικό πλαίσιο και να απομακρυνθεί από τη λογική των εκτάκτων παρεμβάσεων. Στην πραγματικότητα, ο νέος νόμος αποτυπώνει συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές οι οποίες ανιχνεύονται ευκρινέστερα σε τρία κυρίως πεδία: 1Στους νέους μηχανισμούς άσκησης της μεταναστευτικής πολιτικής (ενοποίηση αδειών παραμονής και εργασίας, χορήγηση άδειας από το Γ.Γ. Περιφέρειας, κλειστός αριθμός μεταναστών ανά νομό, ειδικότητα, και ιθαγένεια) 2Στον έλεγχο του χρόνου παραμονής των μεταναστών (απαγόρευση μετακίνησης του μετανάστη σε άλλο νομό πριν από την πάροδο ενός έτους, διετής παραμονή πριν από την οικογενειακή επανένωση και 3 Στην εργαλειοποίηση της κοινωνικής ένταξης των μεταναστών (προγράμματα ένταξης για όσους διαθέτουν μακρά διαμονή και συνεχή εργασία). Τα πεδία αυτά αντιστοιχούν σε ισάριθμες πηγές θεσμικών εκκρεμοτήτων, οι οποίες αφενός περιορίζουν την ασφάλεια των δικαιωμάτων των μεταναστών και αφετέρου δεν εξυπηρετούν πάντα την εφορμογή μίας οργανικής και μακροπρόθεσμης μεταναστευτικής πολιτικής. Ο Ν. 3386/2005, παρά το μεταρρυθμιστικό του χαρακτήρα, τυποποιεί δικαιώματα και υποχρεώσεις για τους μετανάστες, τα οποία ακολουθούν σε ορισμένες περιπτώσεις αντιφατικές κατευθύνσεις. Συνυπάρχουν στο νέο νόμο η αυστηρότητα των πολλαπλών υποχρεώσεων με τη δογματική αντίληψη των περιορισμένων δικαιωμάτων και τη γραφειοκρατική λειτουργία του διοικητικού ελέγχου. Και τούτο γιατί κατ’ αρχάς η διαχείριση της μεταναστευτικής ροής αντιμετωπίζει τη μετανάστευση ως ένα πρόβλημα προς επίλυση και όχι ως ένα κοινωνικό φαινόμενο συνθετικό της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας και απόλυτα συνυφασμένο με την ευρύτερη διαμόρφωση της κοινωνικής πολιτικής. Ο αναγκαίος εξορθολογισμός του κανονιστικού πλαισίου θα μπορούσε για πρώτη φορά να δημιουργήσει τις κατάλληλες ισορροπίες μεταξύ της κατοχύρωσης των δικαιωμάτων, της καταπολέμησης των πρακτικών εκμετάλλευσης των μεταναστών και της σταδιακής εξομοίωσης των δικαιωμάτων των επί μακρόν διαμενόντων με τα αυτά των ημεδαπών. Δεύτερον, η αντίληψη που υιοθετείται αποσιωπά το ζήτημα της διευκόλυνσης της μόνιμης παραμονής των μεταναστών στην Ελλάδα και της ανάγκης δημιουργίας σταθερών δομών μεταναστευτικής πολιτικής και ένταξης σε μια ανοιχτή πολυπολιτισμική κοινωνία. Η πολιτική του ανώτατου -κλειστού αριθμού μεταναστών ανά νομό και ιθαγένεια θα δημιουργήσει φαινόμενα κοινωνικού αποκλεισμού και θα ευνοήσει την εκμετάλλευση των νόμιμων και αντικανονικών μεταναστών. Η κοινωνική πραγματικότητα απέδειξε ότι οι κυκλικές παλινωδίες μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας στο πεδίο του μεταναστευτικού πληθυσμού, η διαχείριση της ανομίας και η εκμετάλλευση της υποτιμημένης και συχνά άτυπης εργασίας των μεταναστών προκάλεσαν μέχρι σήμερα μια έντονη ανασφάλεια δικαιωμάτων, και δρομολόγησαν τον κοινωνικό αποκλεισμό της δεύτερης γενιάς. Η επιχειρούμενη κοινωνική χειραγώγηση των μεταναστών συνδυάζεται μεν με την αυστηροποίηση των προϋποθέσεων παραμονής και εργασίας και την ενδεχόμενη παράταση της προσωρινότητας της διαμονής, αλλά οπωσδήποτε δεν συμβάλλει στην ομαλή ένταξη των μεταναστών. Η ίδια αυστηροποίηση, συνοδευόμενη από τον έλεγχο και την αστυνόμευση των συμπεριφορών, γεννά λειτουργίες περιθωριοποίησης, καλλιεργεί τις ανισότητες στον καταμερισμό της εργασίας και κατασκευάζει τα συγκοινωνούντα δοχεία μεταξύ μεταναστευτικής και αντεγκληματικής πολιτικής. Το σημερινό νομοθετικό πλαίσιο, αν κρίνεται θεσμικά ανεπαρκές, είναι ως προς τη διαμόρφωση ολοκληρωμένων και σταθερών δομών μεταναστευτικής πολιτικής, λειτουργικά -και όχι απλώς εργαλειακά- εντεταγμένων στην ευρύτερη κοινωνική πολιτική. Η υπαγωγή ή «ομηρία» των μεταναστών σε ένα καθεστώς πολλαπλών κατηγοριοποιήσεων και ανισοτήτων οδηγεί τελικά στον κοινωνικό αποκλεισμό και στην ανακύκλωση της κοινωνικής ανομίας. Υπό αυτή την έννοια, ίσως η λύση του προβλήματος της μεταναστευτικής πολιτικής να ταυτίζεται με το μείζον πρόβλημα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας: την ανάγκη εμπέδωσης και διεύρυνσης του κοινωνικού κράτους δικαίου. ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ Πολιτικός λόγος, κοινωνικές επιστήμες και μετανάστευση ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 10/01/2006