Επιπτώσεις από τη νέα οδηγία για τη φερεγγυότητα των ασφαλιστικών

0

Του Λεωνιδα Χατζηκωνσταντη* Οι ευρωπαϊκές ασφαλιστικές εταιρείες εισέρχονται σε μία περίοδο σημαντικών αλλαγών, καθώς οι εποπτικοί φορείς σκοπεύουν να επιβάλουν ένα πλαίσιο κεφαλαιακής επάρκειας που να βασίζεται σε μεθοδολογίες διαχείρισης κινδύνου. Συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δεσμευτεί να εισάγει την οδηγία Solvency II, η οποία είναι, υπό μία έννοια, για τις ασφαλιστικές εταιρείες ό,τι το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ για τις τράπεζες. Η επεξεργασία της οδηγίας Solvency II αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το 2008, ώστε να τεθεί σε ισχύ έως το 2010. Εν τω μεταξύ κάποιες χώρες, όπως η Ελβετία και η Μεγάλη Βρετανία, ήδη αναμορφώνουν το κανονιστικό τους πλαίσιο στην ίδια κατεύθυνση με την οδηγία Solvency II. Ελλείψεις υφισταμένου πλαισίου Aπό τα μέσα της δεκαετίας του 1990 είχε γίνει γενικά κατανοητό στην Ευρωπαϊκή Ενωση ότι το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο για τη φερεγγυότητα των ασφαλιστικών εταιρειών δεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες και εξελίξεις του κλάδου. Στις περισσότερες χώρες, παρόλο που υπήρχε η δυνατότητα παρέμβασης των εποπτικών αρχών σε περιπτώσεις εμφάνισης προβλημάτων φερεγγυότητας, δεν υπήρχε κανονιστικό πλαίσιο που να δρα προληπτικά, ώστε να αποφεύγονται τέτοιες προβληματικές περιπτώσεις. Συγκεκριμένα, τα ισχύοντα συστήματα εποπτείας δεν λάμβαναν υπόψη: – Τους ενδογενείς κινδύνους του κλάδου. – Τις αλλαγές στη δομή των κινδύνων των ασφαλιστικών εταιρειών, με βάση τις αλλαγές στην αγορά. – Την ανάγκη εφαρμογής αυστηρών προτύπων οικονομικής διαχείρισης για τον κλάδο. Δεδομένων των παραπάνω ελλείψεων και της ανάγκης ομογενοποίησης των απαιτήσεων φερεγγυότητας των ασφαλιστικών εταιρειών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, από το 1999 η Ευρωπαϊκή Ενωση αναπροσάρμοσε το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο (το οποίο έγινε γνωστό ως Solvency I), ενώ ξεκίνησε τη συνολική αναθεώρηση του κανονιστικού πλαισίου, από την οποία θα προκύψει η οδηγία Solvency II. Το νέο πλαίσιο Solvency II Σύμφωνα με τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το νέο πλαίσιο φερεγγυότητας θα έχει μεγαλύτερη ευαισθησία στους κινδύνους που αντιμετωπίζει ο ασφαλιστικός κλάδος και θα ακολουθεί την προσέγγιση των τριών πυλώνων, όπως και το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ για τις τράπεζες. Ο πυλώνας Ι στοχεύει στην εξασφάλιση των ελάχιστων κεφαλαίων που να αντανακλούν τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται μια ασφαλιστική εταιρεία. Συγκεκριμένα, προτείνονται δύο τύποι κεφαλαιακών απαιτήσεων: – Η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση (Minimum Capital Requirement – MCR), υπολογιζόμενη με βάση οικονομικά μεγέθη. – Η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας (Solvency Capital Requirement – SCR) που θα επιτρέψει σε μια ασφαλιστική εταιρεία να απορροφήσει μη αναμενόμενες ζημιές, παρέχοντας «εύλογη εξασφάλιση» προς τους ασφαλισμένους. Επισημαίνεται, βέβαια, ότι το πλαίσιο Solvency II είναι υπό διαρκή αναμόρφωση, οπότε η προσέγγιση που θα υιοθετηθεί τελικά δεν έχει οριστικοποιηθεί. Σύμφωνα με τον πυλώνα ΙΙ, οι ασφαλιστικές εταιρείες πρέπει να αποδεικνύουν την εφαρμογή αυστηρού πλαισίου διαχείρισης κινδύνων, το οποίο θα εντάσσεται στο πλαίσιο εταιρικής διακυβέρνησης της εταιρείας και θα περιλαμβάνει κατάλληλη οργανωτική δομή, μεθοδολογίες αξιολόγησης, ποσοτικοποίησης και διαχείρισης κινδύνων, καθώς και την ύπαρξη κατάλληλων ασφαλιστικών δικλίδων, όσον αφορά τα συστήματα και τις διαδικασίες με τα οποία υπολογίζονται και παρακολουθούνται οι κεφαλαιακές απαιτήσεις. Ο πυλώνας ΙΙΙ θα απαιτήσει αποτελεσματική διαφάνεια μέσω των κανονιστικών και άλλων αναφορών και αποκαλύψεων των οικονομικών καταστάσεων, σε συνδυασμό και με τις απαιτήσεις των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικών Aναφορών. Επιπτώσεις για τον ασφαλιστικό κλάδο Η οδηγία Solvency II αναμένεται να απαιτήσει σημαντικό ανασχεδιασμό του τρόπου λειτουργίας των ασφαλιστικών εταιρειών, ιδιαίτερα όσον αφορά τις περιοχές διαχείρισης κινδύνων, κατανομής κεφαλαίων και στρατηγικής ανάπτυξης χαρτοφυλακίων με βάση την απόδοση των κεφαλαίων. Η προσπάθεια αναμένεται να είναι ακόμα μεγαλύτερη για τους ομίλους που δραστηριοποιούνται σε περισσότερες χώρες. Η εφαρμογή των παραπάνω είναι βέβαιο ότι θα έχει σημαντικό κόστος και ως εκ τούτου επιβάλλεται να μην αντιμετωπισθεί ως άσκηση συμμόρφωσης με κανονιστικές απαιτήσεις και μόνο. Αντίθετα, εφόσον οι ασφαλιστικές εταιρείες αντιμετωπίσουν τη σχετική οδηγία ως ευκαιρία βελτίωσης των μεθοδολογιών, συστημάτων και διαδικασιών τους όσον αφορά τη διαχείριση κινδύνου, θα μπορέσουν να επιτύχουν οφέλη από τη μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων, του κόστους κεφαλαίων, αλλά και της γενικότερης βελτίωσης της αποτελεσματικότητάς τους. Παρόλο που η ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας αναμένεται για το 2008 και η εφαρμογή της για το 2010, δεδομένων των σημαντικών αλλαγών που θα επιφέρει το νέο πλαίσιο, οι ασφαλιστικές εταιρείες θα πρέπει από τώρα να εξετάσουν μία σειρά βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων ενεργειών, όπως: – Δημιουργία υπεύθυνης oμάδας για την παρακολούθηση των εξελίξεων όσον αφορά την οδηγία Solvency II σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Iδιαίτερα χρήσιμη θα είναι η παρακολούθηση των εξελίξεων όσον αφορά τις χώρες που ήδη προχωρούν σε εφαρμογή κανονιστικού πλαισίου που βασίζεται στη διαχείριση κινδύνων. – Διενέργεια ανάλυσης επιπτώσεων ως προς την εφαρμογή του νέου πλαισίου σε υψηλό επίπεδο. Aνασκόπηση του πλαισίου εταιρικής διακυβέρνησης, ιδιαίτερα όσον αφορά τη διαχείριση κινδύνων. – Aνάπτυξη και εφαρμογή πλαισίου διαχείρισης κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων των μεθοδολογιών αναγνώρισης, αξιολόγησης και ποσοτικοποίησης των κινδύνων. Συμπερασματικά, γίνεται πλέον κατανοητό ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες που θα κινηθούν ταχύτερα προς ένα ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων, στο οποίο θα βασισθεί ο υπολογισμός των κεφαλαιακών τους απαιτήσεων, αναμένεται να αποκομίσουν και τα μεγαλύτερα ανταγωνιστικά οφέλη. * O κ. Λ. Χατζηκωνσταντής είναι Senior Manager Τμήματος Business Risk Services της Ernst & Young Southeast Europe.