ΤΙ ΛΕΝΕ οι Ανδρέας Λοβέρδος, Κώστας Χρυσόγονος και Ιφιγένεια Καμτσίδου για τις προτεραιότητες της αναθεώρησης

0

Τρεις συνταγματολόγοι χτυπάνε καμπανάκι Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ Με μια καθαρά πολιτική κίνηση, σε μια περίοδο που είναι έκδηλη η δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης απέναντι στα κυβερνητικά μέτρα και την κατάσταση στον χώρο της οικονομίας, το βράδυ της συζήτησης για τον κρατικό προϋπολογισμό, ο πρωθυπουργός άνοιξε το θέμα της αναθεώρησης του Συντάγματος. Μια πολιτική διαδικασία, η οποία στα προηγούμενα χρόνια αξιοποιήθηκε δύο φορές, το 1986 και το 2001, κρατώντας κλειστά πολλά ζητήματα. Το πολιτικό σκηνικό, βλέπετε, είχε τη δυνατότητα να υπαγορεύει και να ακυρώνει μεταρρυθμίσεις. Τρεις καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου εξηγούν ποιες θα πρέπει να είναι οι σημερινές προτεραιότητες προκειμένου να προκύψει η αποτελεσματικότερη λειτουργία του κράτους προς όφελος των πολιτών και της χώρας. **Α. Λοβέρδος: Στο επίκεντρο η σχέση πολίτη-πολιτικής «Στο επίκεντρο της αναθεώρησης θα πρέπει να βρίσκεται ο πολίτης: η σχέση πολίτη-πολιτικής και η σχέση πολίτη-πολιτείας» παρατηρεί ο συνταγματολόγος Ανδρέας Λοβέρδος, συντονιστής Μορφωτικών Υποθέσεων της Κοιν. Ομάδας του ΠΑΣΟΚ. «Οι συνταγματικές διατάξεις που θα προκύψουν, πρέπει να είναι οι ενδεδειγμένες από πλευράς τόσο ουσίας όσο και διατύπωσης. Ως προς τα συγκεκριμένα σημεία που πρέπει να τεθούν στη συζήτηση, το ΠΑΣΟΚ θα διαμορφώσει και θα διατυπώσει συλλογικά τις απόψεις του. Από την πλευρά μου, επισημαίνω τα εξής: α) Ριζική αναθεώρηση του άρθρου 14 παρ. 9 περί βασικού μετόχου. β) Αναθεώρηση του άρθρου 14 παρ. 5 και 6 ως προς την ίδρυση ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων. Μετά τη θέση σε ισχύ της οδηγίας 2005/36 της Ε.Ε. τα παραρτήματα των ευρωπαϊκών Α.Ε.Ι. αναγνωρίζονται και, συνεπώς, κάθε καθυστέρηση δημιουργεί δυσμενή μεταχείριση των Ελλήνων και των ελληνικών νομικών προσώπων που δραστηριοποιούνται στο χώρο. γ) Αναθεώρηση του άρθρου 13 στην κατεύθυνση της ολοκλήρωσης της προστασίας των δικαιωμάτων όσων ομολογούν ετέρα, πλην της ορθόδοξης, πίστη. Η νέα ρύθμιση των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας θα σταθεροποιηθεί με την αλλαγή αυτή. δ) Αναθεώρηση του άρθρου 102 και θέσπιση πολιτικών δικαιωμάτων για τους μετανάστες ως προς την εκλογή δημάρχων και κοινοταρχών». ε) Ο ίδιος υπογραμμίζει «την κατάργηση του επαγγελματικού ασυμβίβαστου των βουλευτών (άρθρο 57 παρ. 1). Το μέτρο έχει, έως τώρα, μόνο αρνητικά αποτελέσματα. Χρήσιμοι για την πολιτική άνθρωποι της προηγούμενης Βουλής ήδη απεχώρησαν. Κι αρκετοί αποθαρρύνθηκαν στις εκλογές του 2004. Αν δεν γίνει τώρα η αλλαγή, σε λίγο η Βουλή θα αποτελείται μόνο από δημοσίους υπαλλήλους και συνδικαλιστές ή και χομπίστες-γόνους ευπόρων οικογενειών. στ) Θέσπιση Συνταγματικού Δικαστηρίου, με αρμοδιότητα τον έλεγχο ορισμένων πράξεων κρατικών οργάνων (π.χ. πρόωρη διάλυση Βουλής, αρμοδιότητες εκλογοδικείου), δίχως, όμως, την κατάργηση του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων». Ακόμη προτείνει τη «Θέσπιση μιας σειράς μέτρων υπέρ της διαφάνειας (Εθνική Επιτροπή Διαφάνειας, έλεγχος κρατικών συμβάσεων από ειδικό τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, αύξηση του ορίου παραγραφής των υπουργικών αδικημάτων, βελτίωση των διατάξεων περί συμβασιούχων, θωράκιση του ΑΣΕΠ, εξοπλισμός του ΕΣΡ και της Επιτροπής Ανταγωνισμού με νέες αρμοδιότητες κ.ο.κ.). Την περαιτέρω βελτίωση της νομο-παραγωγικής διαδικασίας της Βουλής (άρθρα 70-76) ώστε οι ασκούντες τη νομοθετική πρωτοβουλία να μην μπορούν να παρακάμπτουν τις Διαρκείς Επιτροπές της Βουλής και την επιστημονική επεξεργασία. Την καθιέρωση ελαχίστου αριθμού βουλευτών για τη λειτουργία του σώματος, κυρίως για τη διεξαγωγή ψηφοφοριών (άρθρο 67). Να εισαχθεί ο θεσμός του άμεσου (αυθημερόν) προφορικού κοινοβουλευτικού ελέγχου». **Κ. Χρυσόγονος: Ελλειψη πραγματικής αφετηρίας «Η επικείμενη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 θα είναι η τρίτη κατά σειρά (ύστερα από εκείνες του 1986 και του 2001). Το αναθεωρητικό φαινόμενο αρχίζει έτσι να προσλαμβάνει μια συχνότητα η οποία ήταν αδιανόητη έως πριν από μερικές δεκαετίες. Από την άλλη πλευρά βέβαια είναι αναμενόμενο ότι όσο συχνότερες γίνονται οι αναθεωρήσεις, τόσο περιορίζεται το βάθος τους» σημειώνει ο Κώστας Χρυσόγονος, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ. «Το κυριότερο χαρακτηριστικό τόσο της τελευταίας αναθεώρησης του 2001 όσο και της νέας, που έχει εξαγγελθεί από την πολιτική ηγεσία της χώρας και θα ολοκληρωθεί περίπου το 2008 ή το 2009, είναι η έλλειψη μιας πραγματικής πολιτικής ή θεσμικής αφετηρίας γι’ αυτές». «Η αιτία των αναθεωρήσεων είναι απλώς και μόνο η δυσαρέσκεια ή πάντως η αδιαφορία της κοινής γνώμης έναντι του υπάρχοντος κομματικού συστήματος και η επιδίωξη των δύο μεγάλων κομμάτων να της αποδείξουν ότι διαθέτουν (;) μια δυναμική ανανέωσης του κράτους και της κοινωνίας». «Ωστόσο τα (υπαρκτά μεν, αλλά σε ασύγκριτα μικρότερο βαθμό απ’ ό,τι πριν από το 1975) προβλήματα στη λειτουργία των συνταγματικών θεσμών και τα ελλείμματα στην προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων δεν οφείλονται τόσο στη διατύπωση του κειμένου του Συντάγματος όσο σε νοοτροπίες και πρακτικές ιδίως των κρατικών οργάνων, αλλά ώς ένα σημείο και των πολιτών, σχετιζόμενες με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού». «Ετσι η επίλυση των προβλημάτων και η κάλυψη των ελλειμμάτων δεν μπορεί να επιτευχθούν μέσα από μια -οσοδήποτε τολμηρή- αναθεώρηση του Συντάγματος, όταν μάλιστα αυτή ούτε προκαλείται ούτε συνοδεύεται από ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές, αλλ’ αντίθετα συντελείται μέσα σε κλίμα πολιτικής νηνεμίας». Ο ίδιος υποστηρίζει ότι εάν υπάρχει μια ουσιώδης υστέρηση του ισχύοντος συνταγματικού κειμένου, σε σχέση με τα αντίστοιχα των περισσότερων άλλων ευρωπαϊκών κρατών, αυτή είναι η έλλειψη ειδικού δικαιοδοτικού οργάνου, επιφορτισμένου με την επίλυση συνταγματικών διαφορών (όπως τα Συνταγματικά Δικαστήρια σε Γερμανία, Ισπανία και Ιταλία ή το Συνταγματικό Συμβούλιο στη Γαλλία). «Ετσι κρίσιμα ζητήματα σχετικά με τον τρόπο ανάδειξης και/ ή τις αρμοδιότητες άμεσων κρατικών οργάνων (π.χ. η "ψήφος Αλευρά" το 1985 ή ο διορισμός πρωθυπουργού το 1989) δεν μπορούν να αχθούν σε δικαιοδοτική κρίση, ώστε να εκτονωθεί η προκαλούμενη από αυτά πολιτική αντιπαράθεση. Εξάλλου η συγκέντρωση σ’ ένα τέτοιο όργανο της αρμοδιότητας για έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων θα αναβάθμιζε, όπως δείχνει η διεθνής εμπειρία, τον έλεγχο αυτόν, συντελώντας έτσι στην ταχύτερη και πληρέστερη προσαρμογή της ελληνικής έννομης τάξης στα ευρωπαϊκά πρότυπα προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων». «Ιδού λοιπόν η Ρόδος, ιδού και το πήδημα για τον αναθεωρητικό νομοθέτη». **Ιφιγ. Καμτσίδου: Κρίση αντι- προσώπευσης και αξιοπιστίας Η Ιφιγένεια Καμτσίδου, επίκουρος καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στο ΑΠΘ, εκτιμά ότι στην πρόσφατη συνταγματική ιστορία οι προτάσεις για αναθεώρηση του Συντάγματος έχουν ήδη αποτελέσει μέθοδο υπέρβασης της πολιτικής αμηχανίας του κυβερνώντος κόμματος (1985), και όχι μόνο αναπλήρωσης αδυναμιών του πολιτικού συστήματος στο σύνολό του (1994). «Ετσι, η σχετική πρωτοβουλία του πρωθυπουργού και η προθυμία της αξιωματικής αντιπολίτευσης να συμφωνήσει στην ανάγκη τροποποίησης του Συντάγματος, πριν καν παραχθούν τα αποτελέσματα της εκτεταμένης αναθεώρησης του 2001, εξηγούνται ιστορικά: οι δυσκολίες της πλειοψηφίας, μια γενικότερη κρίση αντιπροσώπευσης και αξιοπιστίας του πολιτικού λόγου και ήδη η ασφυκτική πίεση της αγοράς προτείνεται να αντιμετωπιστούν με βελτιώσεις του Συντάγματος, που, πάντως, εξασφαλίζει ώς τώρα την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος». «Εν τω μεταξύ, η κινητοποίηση της αναθεωρητικής διαδικασίας δεν αξιολογείται πλέον μόνο με όρους του εθνικού πολιτικού συστήματος». «Η αναθεώρηση του ελληνικού Συντάγματος, καθενός εθνικού Συντάγματος, αποτελεί ταυτόχρονα αναθεώρηση των κοινών συνταγματικών παραδόσεων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης και συμβολή στον πολύπλοκο διάλογο για την υιοθέτηση ενός ενιαίου Συντάγματος για την Ευρώπη». «Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των ιδιωτικών πανεπιστημίων, παρ’ ότι η ελληνική συνταγματική διάταξη που προβλέπει την οργάνωση των ΑΕΙ σε Ν.Π.Δ.Δ. έχει θεωρηθεί πως βρίσκεται σε ασυμφωνία με το κοινοτικό δίκαιο, μια προσεκτικότερη προσέγγιση του ζητήματος αναδεικνύει το ακόλουθο: ο δημόσιος (και όχι ο κρατικός όπως εσφαλμένα, ίσως υποβολιμαία, αναφέρεται) χαρακτήρας των πανεπιστημίων δημιουργεί εντάσεις με συγκεκριμένη πολιτική της Κομισιόν για την ανώτατη εκπαίδευση, που ευνοεί την αγορά. Αντίθετα, στο βαθμό που ο χαρακτήρας αυτός αποτελεί οργανωτική εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, μιας ελευθερίας θεμελιακής στα περισσότερα κράτη-μέλη της Ενωσης, εντάσσεται και στο ουσιαστικό Σύνταγμα της Ευρώπης». «Για τον λόγο αυτό, η τροποποίηση της συνταγματικής διάταξης σε μια περίοδο που οι απειλές σε βάρος των ελευθεριών δεν προέρχονται από το διαρκώς αποδυναμούμενο κράτος, αλλά από ισχυρούς και ανέλεγκτους παράγοντες της αγοράς, δεν θα επιφέρει απλώς μια -συνταγματικά ανεπίτρεπτη- απομείωση της προστασίας της ακαδημαϊκής ελευθερίας σε εθνικό επίπεδο. Θα αποστερήσει την Ε.Ε. από τη λειτουργία πανεπιστημίων ικανών να συγκροτούν ένα πεδίο συλλογικού, επιστημονικού και κοινωνικού αναστοχασμού, αναγκαίο για τη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου». Η κ. Καμτσίδου προσθέτει ότι «η αναθεώρηση του Συντάγματος κινδυνεύει ήδη να εξελιχθεί σε μέθοδο άρσης των νομικών "εμποδίων" για την προσαρμογή της χώρας στην παγκοσμιοποιούμενη οικονομία. Μπορεί, πάντως, και οφείλει να αποτελέσει την αφορμή για την επιβεβαίωση της δημοκρατικής ταυτότητας της ελληνικής πολιτείας και ως παραμέτρου των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Τόσο η διαδικασία, η εξασφάλιση δηλαδή της ουσιαστικής συμμετοχής του εκλογικού σώματος, όσο και κάποιες χρήσιμες βελτιώσεις, όπως η αποσαφήνιση του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους ή η ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, θα προσδιορίσουν εντέλει τον χαρακτήρα αυτής της βεβιασμένης μεταρρύθμισης». ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 10/01/2006