Το εγχείρημα της μεταρρύθμισης των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών – Η ΙCAP αναλύει

0

Του Κωνσταντινου Αϊβαλη* Η μεταρρύθμιση του πλαισίου λειτουργίας των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών (ΔΕΚΟ) αποτελεί μία από τις προτεραιότητες της κυβέρνησης. Ο νέος νόμος, ν. 3429, o oποίος καθορίζει την οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση και εποπτεία των ΔΕΚΟ, στοχεύει στην εξυγίανση και στον εκσυγχρονισμό τους. Ειδικότερα προβλέπεται να εφαρμοσθούν οι αρχές εταιρικής διακυβέρνησης, να εξορθολογιστεί η λειτουργία τους μέσω σύνταξης στρατηγικών και επιχειρησιακών σχεδίων και δημιουργίας διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου και αξιολόγησης, να ρυθμιστούν οι εργασιακές σχέσεις και να ορισθούν οι υποχρεώσεις τους έναντι του Δημοσίου και του κοινού. Το διακύβευμα είναι μεγάλο. Η λειτουργία και τα αποτελέσματα των ΔΕΚΟ επηρεάζουν σημαντικά ολόκληρη την οικονομία. Κατ’ αρχάς, πολλές από τις υπηρεσίες που προσφέρουν έχουν χαρακτήρα δημοσίου αγαθού, όπως π.χ. οι συγκοινωνίες, τις οποίες ο ιδιωτικός τομέας δεν μπορεί να προσφέρει επαρκώς. Επιπλέον, λόγω του μεγάλου μεγέθους του, ο τομέας των δημοσίων επιχειρήσεων επηρεάζει τη συνολική οικονομική δραστηριότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο κύκλος εργασιών των 48 ΔΕΚΟ, τα στοιχεία των οποίων εμφανίζονται στον προϋπολογισμό του 2006, αντιστοιχεί σε ποσοστό 8,8% του ΑΕΠ, ενώ οι ακαθάριστες δανειακές τους ανάγκες σε 1,5%. Καλύπτουν επίσης σημαντικό τμήμα του εταιρικού τομέα: τα κεφάλαια των 43 ΔΕΚΟ, οι οποίες έχουν δημοσιοποιήσει τα οικονομικά τους αποτελέσματα για το 2004, αντιστοιχούν σε ποσοστό 18,7% του συνολικού ενεργητικού του εταιρικού τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει όλες τις Α.Ε. και ΕΠΕ επιχειρήσεις της χώρας, ανεξαρτήτως μετοχικής σύνθεσης, και σε 9,1% των πωλήσεων. Πρέπει όμως να τονισθεί ότι η ομάδα των ΔΕΚΟ δεν είναι ομοιογενής. Υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των επιχειρήσεων των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών και των υπολοίπων. Διαφορές υπάρχουν κατ’ αρχάς ως προς τη δραστηριότητα, το μέγεθος και βεβαίως ως προς τις επιδόσεις. Θα σταθούμε στις τελευταίες. Οι επιδόσεις των έξι εισηγμένων ΔΕΚΟ διαφέρουν σημαντικά από αυτές των υπολοίπων 37. Το 2004 πέτυχαν ικανοποιητική αύξηση πωλήσεων, διεύρυναν τα μικτά κέρδη τους και παρέμειναν κερδοφόρες. Από την άλλη πλευρά, ο κύκλος εργασιών των υπολοίπων αυξήθηκε με σημαντικά χαμηλότερο ρυθμό· τα μικτά κέρδη ήταν αρνητικά και μάλιστα χειρότερα απ’ ό,τι το 2003, ενώ το καθαρό ζημιογόνο αποτέλεσμα επιδεινώθηκε σχεδόν κατά 50%. Αντίστοιχη ήταν και η εικόνα όσον αφορά τους περισσότερους βασικούς χρηματοοικονομικούς δείκτες, οι οποίοι παρουσιάζονται στον σχετικό πίνακα. Οι διαφορετικές αυτές επιδόσεις των εισηγμένων από τις υπόλοιπες ΔΕΚΟ μπορούν να αποδοθούν σε πολλούς παράγοντες: στις συνθήκες οι οποίες επικρατούν στις αγορές στις οποίες δραστηριοποιούνται οι μεν και οι δε· σε κυβερνητικές αποφάσεις για επιδότηση μερικών οιονεί δημοσίων αγαθών, οι οποίες κρατούν τις τιμές και τα έσοδα σε χαμηλά επίπεδα· στις πολιτικές μισθών οι οποίοι ακολουθήθηκαν με σκοπό να αποφευχθούν κοινωνικές συγκρούσεις· στο υψηλότερο κόστος λειτουργίας των μικροτέρων ΔΕΚΟ, λόγω αδυναμίας εκμετάλλευσης οικονομιών κλίμακος κ.ά. Ολοι αυτοί και πιθανότατα και άλλοι παράγοντες διεκδικούν σεβαστά μερίδια στην «εξήγηση» τις διαφορετικής πορείας των εισηγμένων από τις μη εισηγμένες ΔΕΚΟ. Η ειδοποιός όμως διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων είναι ότι οι πρώτες υποχρεούνται να ακολουθούν διεθνώς αποδεκτούς κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης και οι αποφάσεις των διοικήσεών τους και τα οικονομικά τους αποτελέσματα αξιολογούνται καθημερινά από τις αγορές. Η δε οικονομική αποτυχία, πολύ συχνά μάλιστα μόνον οι προσδοκίες γι’ αυτήν, έχουν άμεσες και πολύ σοβαρές συνέπειες. Αντίθετα, η πορεία και τα αποτελέσματα των μη εισηγμένων αξιολογούνται πολύ σπανιότερα και οι «κυρώσεις» είναι μικρότερης κλίμακας. Ετσι διαιωνίζονται αποτυχημένες μέθοδοι διοίκησης και λειτουργίας και εξακολουθούν να λαμβάνονται αποφάσεις χωρίς να αξιολογούνται οι συνέπειες. Η εφαρμογή συνεπώς κανόνων χρηστής εταιρικής διακυβέρνησης, η εκπόνηση, παρακολούθηση και, όταν απαιτείται, η αναθεώρηση στρατηγικών και επιχειρησιακών σχεδίων, καθώς και η πειθαρχία που επιβάλλει η έκθεση στις συνθήκες οι οποίες επικρατούν στις αγορές θα είναι αποφασιστικής σημασίας για τη βελτίωση των οικονομικών αποτελεσμάτων των μη εισηγμένων ΔΕΚΟ. Η συμβολή του ν. 3429 σ’ αυτό μπορεί να είναι καταλυτική. Η εφαρμογή των διατάξεών του θα πρετοιμάσει τις επιχειρήσεις αυτές ώστε να εκτεθούν στο μέλλον σε ανταγωνιστικές πιέσεις. Υποστηρίζεται, βεβαίως, ότι πολλές ΔΕΚΟ παρέχουν δημόσια αγαθά για τα οποία θα εξακολουθούν να απαιτούνται ενισχύσεις. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι η παραγωγή των αγαθών αυτών θα πρέπει να αποτελεί αποκλειστικότητα του Δημοσίου. Αντίθετα, η μεταρρύθμιση του καθεστώτος λειτουργίας και η έκθεση στον ανταγωνισμό με ιδιωτικές επιχειρήσεις θα έχει πολλαπλά κοινωνικά οφέλη. Το Δημόσιο πρέπει να είναι σε θέση να προμηθεύεται τις υπηρεσίες αυτές από τους περισσότερο αποτελεσματικούς παραγωγούς, ανεξαρτήτως του εάν είναι ΔΕΚΟ ή ιδιωτικές εταιρείες και να τις διαθέτει σε χαμηλότερες τιμές ούτως ώστε να ενθαρρύνει την κατανάλωσή τους. Η ύπαρξη δημοσίων αγαθών δεν θα πρέπει να αποτελέσει πρόφαση ή τροχοπέδη για τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση της οικονομικής αποτελεσματικότητας των ΔΕΚΟ και έκθεσή τους στον ανταγωνισμό. * Ο κ. Κωνσταντίνος Αϊβαλής είναι οικονομικός σύμβουλος της ICAP Στο τελευταίο τεύχος της ετήσιας έκδοσης Η Ελλάδα σε Αριθμούς, η οποία συνοδεύει τον Οικονομικό Οδηγό ICAP, και βρίσκεται στην ιστοσελίδα HYPERLINK “http://www.icap.gr” www.icap.gr παρουσιάζεται η εξέλιξη των βασικών οικονομικών μεγεθών 20.729 Α.Ε. και ΕΠΕ, οι οποίες είχαν δημοσιοποιήσει τα οικονομικά τους αποτελέσματα για το 2004 μέχρι την 10η Ιουνίου 2005. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων του χρηματοπιστωτικού τομέα παρουσιάζεται ξεχωριστά στο ίδιο τεύχος. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι εξελίξεις αυτές οφείλονται σε σημαντικό βαθμό στη βελτίωση των αποτελεσμάτων των ΕΛΠΕ.