spot_img
ΑρχικήLaw NewsΝέοι Κώδικες: Ζητήματα μετά από αναίρεση στο Δικαστήριο της παραπομπής και οι...

Νέοι Κώδικες: Ζητήματα μετά από αναίρεση στο Δικαστήριο της παραπομπής και οι θεσμοί της ποινικής διαπραγμάτευσης και ποινικής συνδιαλλαγής

(εισήγηση στο επιμορφωτικό σεμινάριο της ΕΣΔΙ της 13-14.10.2022 με τίτλο «Ζητήματα που προέκυψαν από την εφαρμογή στην πράξη των νέων Ποινικών Κωδίκων και ιδίως μετά την τροποποίησή τους με τον Ν. 4855/2021»)

Επιμέλεια: Λάμπρος Σ.Τσόγκας / Αντεισαγγελέας Εφετών Λάρισας

Οκτώβριος 2022

===Σε ό,τι αφορά το στάδιο της εκτέλεσης της ποινής ειδική μνεία πρέπει να γίνει σε δύο άρθρα του νέου ΚΠΔ και ειδικότερα στα άρθρα 565 και 163. Στο άρθρο 565 ΚΠΔ ορίζεται ότι η ποινή, που επιβλήθηκε, εξαλείφεται με την παραγραφή και με την αμνηστία. Σχετικά όμως με το ζήτημα της εξάλειψης της ποινής λόγω της παραγραφής της κατά την ανωτέρω διάταξη, για να μην ανακύπτουν ζητήματα απόδειξης πότε η απόφαση κατέστη αμετάκλητη είναι αναγκαίο να τηρείται στην πράξη η πρόβλεψη του άρθρου 163 νέου ΚΠΔ, το οποίο αποτελεί αντικατάσταση του άρθρου 162 του προϊσχύσαντος ΠΚ. Σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του άρθρου 163 ισχύοντος ΠΚ το ζήτημα της εμπρόθεσμης γνώσης (εννοείται της πληροφορίας που αφορά το επιδοθέν έγγραφο) οφείλει το δικαστήριο να το κρίνει αιτιολογημένα με την απόφασή  του για την πρόοδο ή μη της δίκης, ενώ κατά τα οριζόμενα στη δεύτερη παράγραφο του εν λόγω άρθρου τα αποδεικτικά επίδοσης καταδικαστικών αποφάσεων ουδέποτε καταστρέφονται.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι  είναι αναγκαία η δηνιουργία στις αρμόδιες δικαστικές υπηρεσίες η δημιουργία αρχείου με τα αποδεικτικά επίδοσης κάθε υπόθεσης, το οποίο πρέπει να είναι ηλεκτρονικό ενόψει των προβλέψεων στους Ν.4727/2020 και 4937/2022.

===Λόγω των πολλών μεταβολών στον Ποινικό Κώδικα και στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου προκύπτουν πρακτικά ζητήματα εκτέλεσης ποινών μετά από αναίρεση της απόφασης του Δικαστηρίου της ουσίας. Για το ζήτημα αυτό είναι διαφωτιστική η μελέτη του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Π.Μπρακουμάτσου , που έχει δημοσιευτεί στην Ποινική Δικαιοσύνη.

Ένα ζήτημα, που ανακύπτει, είναι το εξής:

Αν έλαβε χώρα αμετάκλητη καταδίκη σε βάρος του κατηγορουμένου βάσει νόμου, που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος, αλλά καταργήθηκε αργότερα, με αποτέλεσμα να μην ισχύει κατά τον χρόνο της επιμέτρησης της ποινής από το δικαστήριο της παραπομπής μετά από αναίρεση ως προς την ποινή. Έτσι στο Δικαστήριο της παραπομπής μένουν τρεις δυνατότητες:

α) Το δικαστήριο της παραπομπής να μην επιβάλει ποινή. Τούτο όμως καθιστά την απόφαση ελλιπή, αφού δεν περατώνεται η δίκη, κατ՚ άρθρο 368 ΚΠΔ, καθόσον καταδικαστική απόφαση χωρίς ποινή δεν είναι νοητή.

β) Το δικαστήριο να εφαρμόσει τον νεότερο ποινικό νόμο, που καταργεί το αξιόποινο.

γ) Το δικαστήριο δεσμευόμενο από το δεδικασμένο δηλαδή του αμετακλήτου της ενοχής, θα επιβάλει ποινή, η οποία όμως αυτοδικαίως δεν θα εκτελεσθεί, κατ՚ άρθρο 2§2 ΠΚ, από τον αρμόδιο εισαγγελέα, του άρθρου 549 ΚΠΔ ή από το αρμόδιο δικαστήριο, κατ՚ άρθρο 562 ΚΠΔ.

===Περαιτέρω είναι  σαφής η  διάκριση μεταξύ αμετακλήτου της ενοχής και αμετακλήτου της ποινής. Στο πεδίο αυτό,  η περίπτωση όπου η πράξη τιμωρείται ηπιότερα λόγω μεταβολής των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης (π.χ. εξάλειψη επιβαρυντικών περιστάσεων) διαφοροποιείται από εκείνη, που απλώς αποκλιμακώνεται η ποινική κύρωση επί το επιεικέστερο. Έτσι αν κάποιος καταδικάσθηκε για απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας σύμφωνα με το άρθρο 386§1 εδ. β΄ του προϊσχύσαντος ΠΚ και κατά της καταδικαστικής απόφασης του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκε αναίρεση από τον καταδικασθέντα, η οποία απορρίφθηκε, ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε την ενοχή, αλλά αναιρέθηκε, ως προς την ποινή αφού η αίτηση αναίρεσης αφορούσε μόνο το κεφάλαιο της ποινής, τότε το Δικαστήριο της παραπομπής, που επιλαμβάνεται της υπόθεσης μετά την ισχύ του νέου ΠΚ, θα λάβει υπόψη του ότι πλέον για την πλημμεληματική πράξη της απάτης προβλέπεται μία μόνο ποινή.   Τούτιο διότι τιμώρηση του καταδικασθέντος από το δικαστήριο της παραπομπής με βάση τον αμετακλήτως δοθέντα νομικό χαρακτηρισμό (απάτη ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας) προσκρούει στις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις (άρθρο 15 ΔΣΑΠΔ και 49 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ). Εξάλλου στην περίπτωση που το δικαστήριο της παραπομπής επιβάλλει ποινή σύμφωνα με την ισχύουσα πια διάταξη, δεν παραβιάζει τους περιορισμούς του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, καθόσον θα αρκεσθεί στην επιβολή της ηπιότερης ποινής, χωρίς να υπεισέλθει στο θέμα του αμετακλήτου της ενοχής.

===Ως προς το ανωτέρω ζήτημα έχει εκδοθεί η υπ’αριθμ. 47/2021 απόφαση του ΑΠ, σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση αυτή συντρέχει ως προς την ποινή λόγος εφαρμογής, κατά τα άρθρα 2§1 ΠΚ και 511 εδ. δ’ ΚΠΔ, της επιεικέστερης κατά τα προαναφερθέντα διάταξης του άρθρου 386§1 εδ. α’ του ισχύοντος νέου Ποινικού Κώδικα.

===Περαιτέρω  πρόβλημα ανακύπτει στην περίπτωση, που η απόφαση αναιρέθηκε ως προς το κεφάλαιο της ποινής και το δικαστήριο της παραπομπής καθ՚ υπέρβαση εξουσίας κρίνει εκ νέου την ενοχή. Έτσι στη συνέχεια είναι  εκ νέου αναιρετέα η απόφαση για υπέρβαση εξουσίας ή δεν πρέπει να εξετασθεί ο αυτεπάγγελτα εξεταζόμενος λόγος, διότι έτσι θα χειροτερεύσει τη θέση του κατηγορουμένου, κατά ρητή επιταγή των άρθρων 470 και 524 παρ. 2 ΚΠΔ;

Επί του θέματος χρήσιμες είναι οι υπ’αριθ.999/2013 και 2062/2018 αποφάσεις του ΑΠ.

Κατά την πρώτη (ΑΠ 999/2013) αν αναιρεθεί η καταδικαστική απόφαση, μόνο ως προς τη μη αναγνώριση στο πρόσωπο του καταδικασθέντος ελαφρυντικής περίστασης και συνακόλουθα και ως προς την ποινή, έχει κριθεί πλέον αμετάκλητα η ενοχή ως προς την τέλεση του εγκλήματος. Το δικαστήριο της ουσίας, στο οποίο παραπέμπεται κατά το άρθρο 519 του ΚΠΔ η υπόθεση, περιορίζεται στην αναγνώριση ή όχι της ελαφρυντικής περίστασης και στην επιβολή νέας ποινής σε περίπτωση αναγνώρισης και δεν έχει εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή του κατηγορουμένου, ως προς την τέλεση του εγκλήματος ούτε και την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω τυχόν παραγραφής. Κατά τη δεύτερη (ΑΠ 2062/2018) αν στην πιο πάνω περίπτωση το δικαστήριο της παραπομπής ερευνήσει και την ενοχή του κατηγορουμένου ως προς την τέλεση της πράξης ή την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής ,υποπίπτει στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αφού άσκησε εξουσία που δεν του δίνει ο νόμος.(ΑΠ 1915/2010). Όμως κατά τη διάταξη του άρθρου 511 εδ.α ΚΠΔ “αν κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης και εμφανιστεί εκείνος που την άσκησε (αρθρ.515), ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ,αν και δεν προτάθηκαν, τους λόγους της αναίρεσης του άρθρου 510 ΚΠΔ εκτός της σχετικής ακυρότητας. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου.” Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται η αναίρεση της απόφασης για λόγο που δεν περιέχεται στην αίτηση αναίρεσης, αλλά εξετάζεται αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, εφόσον με την παραδοχή του επέρχεται χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου (ΑΠ 1584/1986).

===Επίσης άλλο ζήτημα αποτελεί η λήψη υπόψη από το δικαστήριο παραπομπής νέων περιστατικών, που προέκυψαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου παραπομπής, εφόσον αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν για την έκδοση απόφασης επί της ποινής, για την οποία και μόνο παραπέμφθηκε η απόφαση. Η νομολογία (ΑΠ 212/2013 ΝΟΜΟΣ) αντιμετώπισε ως εξής το θέμα στην περίπτωση, που αναιρέθηκε η απόφαση του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου μόνο ως προς την απόρριψη του αιτήματος για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων και ο αναιρεσείων κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής ζήτησε την εξέταση νέων μαρτύρων υιοθετώντας τη θέση ότι το δικάσαν Εφετείο, που δίκασε εκ νέου την υπόθεση, δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε νέα εξέταση μαρτύρων για την αναγνώριση ή μη της ελαφρυντικής περίστασης, αφού το θέμα αυτό κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί το δικαστήριο αμετάκλητα για την ενοχή του κατηγορουμένου. Επομένως η αναγνώριση ή μη ελαφρυντικών θα γίνει με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που είχε δεχθεί το δικαστήριο αμετακλήτως. Η απόφαση του ΑΠ που ενδιαφέρει τόσο για το ανωτέρω ζήτημα όσο και ως προς το ότι  κατά τα μέρη της αναιρεθείσας απόφασης, για τα οποία δεν προβλήθηκαν λόγοι αναίρεσης ή οι τυχόν προβληθέντες απορρίφθηκαν από την αναιρετική απόφαση, η προσβληθείσα απόφαση κατέστη αμετάκλητη (άρθρο 546 ΚΠΔ), οπότε και δεν επιτρέπεται νέα συζήτηση επί των μερών τούτων ειναι η υπ’αριθ.212/2013. Τούτη έχει εφαρμογή και για το ζήτημα της αναγνώρισης και δεύτερου ελαφρυντικού από το Δικαστήριο της παραπομπής μετά την αναίρεση μολονότι δεν είχε προβληθεί στη δίκη της απόφασης, που αναιρέθηκε.

===Η ποινική διαπραγμάτευση μπορεί να γίνει σε όλα τα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα εξαιρουμένων μόνο των κακουργημάτων, που τιμωρούνται με ισόβια κάθειρξη, των εγκλημάτων, που τυποποιούνται στο άρθρο 187Α ΠΚ και αυτών που στρέφονται της γενετήσιας αξιοπρέπειας. Κατά τούτο διαφέρει από την ποινική συνδιαλλαγή, η οποία φορά μόνο συγκεκριμένα κακουργήματα (δηλαδή αυτά της πλαστογραφίας, ψευδούς βεβαίωσης, κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, απάτης κατά της Ε.Ε, απιστίας, λαθρεμπορίας, φοροδιαφυγής, νομιμοποίησης εσόδων από εγκλημαικές δραστηριότητες, ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης), εφόσον το αίτημα συνδιαλλαγής έγινε πριν την παραπομπή του κατηγορουμένου σε δίκη, αν όμως γίνει μετά την παραπομπή του σε δίκη η ποινική συνδιαλλαγή μπορεί να αφορά τις πλημμεληματικές μορφές των ανωτέρω εγκλημάτων . Το σημείο που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα είναι ότι με τον νέο ΠΚ καταργήθηκαν οι διατάξεις του Ν.1608/1950 και συνεπώς τα προβλεπόμενα στον Ν.1608/1950 κακουργήματα δεν τιμωρούνται πλέον με ισόβια κάθειρξη και συνεπώς μπορούν να  συμπεριληφθούν στον κατάλογο των εγκλημάτων για τα οποία είναι δυνατή η διαπραγμάτευση, πλην όμως όταν τα εγκλήματα του Ν/1608/1950 αφορούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του άρθρου 263Α του προϊσχύσαντος ΠΚ  τότε πρέπει να διευκρινιστεί ότι τούτα τα εγκλήματα είναι κατ’έγκληση διωκόμενα και συνεπώς είναι εξαιρετέα για διαπραγμάτευση.

===Για την ενεργοποίηση της ποινικής διαπραγμάτευσης απαιτείται αίτηση από τον κατηγορούμενο. Στο σημείο αυτό απαιτείται να γίνει διάκριση της διαδικασίας, που ακολουθείται όταν η αίτηση υποβάλλεται στην προδικασία με αυτή όταν η αίτηση υποβάλλεται στο ακροατήριο. Ειδικότερα όταν η δικογραφία βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας, ποινική διαπραγμάτευση μπορεί να νοηθεί μόνο όταν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη από τον Εισαγγελέα. Κατά συνέπεια η δικογραφία πρέπει να εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση ή στην προανάκριση. Μόλις γίνει η υποβολή της αίτησης η δικογραφία αν εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, επιστρέφεται από τον Ανακριτή στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και από αυτόν, αν η ποινική δίωξη αφορά κακουργήματα, υποβάλλεται στον Εισαγγελέα Εφετών. Σε περίπτωση ανάκρισης για πλημμελήμματα μόνο ή σε περίπτωση προανάκρισης ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών παραλαμβάνει τη δικογραφία και την κρατεί για τις περαιτέρω ενέργειές του. Ο αρμόδιος Εισαγγελέας μεριμνά για τον διορισμό συνηγόρου στον κατηγορούμενο, αν τούτος δεν έχει ήδη πληρεξούσιο δικηγόρο. Για να αποφανθεί ο αρμόδιος Εισαγγελέας αν η υπόθεση είναι πρόσφορη για να ακολουθηθεί η διαδικασία της ποινικής διαπραγμάτευσης πρέπει οπωσδήποτε να καλέσει ενώπιόν του τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του ή μόνο τον συνήγορό του όπως συμβαίνει στην πράξη λόγω σχετικής εξουσιοδότησης του κατηγορουμένου να εκπροσωπηθεί από τον συνήγορό του στην εν λόγω διαδικασία.

===Η καταλληλότητα της υπόθεσης για διαπραγμάτευση κρίνεται μετά από την ακρόαση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του με βάση τις συνθήκες τέλεσης της πράξης (π.χ σε περίπτωση διακίνησης ναρκωτικών  με βάση την ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, τον τρόπο της μεθοδολογίας αν δηλαδή στην πράξη συμμετείχαν και άλλα πρόσωπα, αν τηρήθηκαν σύγχρονα μέσα της τεχνολογίας για τη διακίνηση, τη συχνότητα τέλεσης, δηλαδή αν η πράξη τελέστηκε κατ’εξακολούθηση και κυρίως αν με βάση την αρχή της ηθικής απόδειξης ο κατηγορούμενος κρίνεται ότι έχει την ιδιότητα του εξαρτημένου). Οπωσδήποτε για το αν η υπόθεση είναι κατάλληλη για διαπραγμάτευση εκτός από τις συνθήκες τέλεσης της πράξης λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια τυχόν προηγούμενες καταδίκες ή τυχόν μαρτυρίες και έγγραφα της δικογραφίας, που φανερώνουν ότι ο κατηγορούμενος χαρακτηρίζεται από συμπεριφορ,  που τον εμποδίζει να συμβιώσει ειρηνικά στο κοινωνικό περιβάλλον, όπως είναι η σκληρότητα, η επιθετικότητα, η μεθοδικότητα για διάπραξη εγκλήματος, ώστε να μην είναι ανεκτό με βάση τους κανόνες της ειρηνικης κοινωνικής συμβίωσης να απολαύσει την ωφέλεια της ποινικής διαπραγμάτευσης, τότε δεν μπορεί να γίνει λόγος ευδοκίμησης της αίτησής του από τον Εισαγγελέα.

===Αν η υπόθεση κριθεί κατάλληλη για διαπραγμάτευση, τότε ο αρμόδιος Εισαγγελέας προτείνει την ποινή στον κατηγορούμενο και αν αυτός την αποδεχτεί, συντάσσεται το οικείο πρακτικό διαπραγμάτευσης. Σε αυτό αναφέρεται ο τόπος, ο χρόνος σύνταξης, η αποδιδόμενη πράξη στον κατηγορούμενο, το δικονομικό στάδιο, στο οποία εκκρεμεί η δικογραφία,  η ομολογία του κατηγορουμένου, η τυχόν προσωρινή του κράτηση, ο χρόνος έναρξής της, η καταλληλότητα της υπόθεσης για διαπραγμάτευση, η προτεινόμενη ποινή του Εισαγγελέα και ο τρόπος έκτισης της ποινής. Οπωσδήποτε βέβαια στο πρακτικό αναφέρονται η αποδοχή από την πλευρά του κατηγορουμένου του ύψους της ποινής και του τρόπου έκτισής της, ενώ στο πρακτικό ορίζεται ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου – αντίκλητός του, ο οποίος θα τον εκπροσωπήσει στο Δικαστήριο για την επικύρωση του πρακτικού. Προκειμένου να μην δημιουργείται καθυστέρηση στο Δικαστήριο της επικύρωσης του πρακτικού ή να μην γεννάται αναδίπλωση της θέσης του κατηγορουμένου είναι χρήσιμο να γίνεται μνεία στο πρακτικό διαπραγμάτευσης ότι ο κατηγορούμενος έθεσε στον αρμόδιο Εισαγγελέα όλες τις αποδείξεις, που είχε στη διάθεσή του, τους ισχυρισμούς του για την κατηγορία (που προφανώς θα αφορούν τους λόγους μειωμένης ποινής) και ότι σε καθεστώς  πλήρους ελευθερίας και κατανόησης ομολογεί την πράξη που του αποδίδεται. Για πρακτικούς λόγους είναι χρήσιμο στο πρακτικό να προσδιορίζεται η δικάσιμος και να παραιτείται της κλήτευσης και της προθεσμίας ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, ώστε να μην απαιτείται να τηρηθούν οι διατυπώσεις εισαγωγής της υπόθεσης στο Δικαστήριο για την επικύρωση του πρακτικού διαπραγμάτευσης. Μετά ταύτα ο αρμόδιος Εισαγγελέας επιστρέφει τη δικογραφία στην κύρια ανάκριση (εφόσον η υπόθεση εκκρεμούσε εκεί όταν υποβλήθηκε το αίτημα από τον κατηγορούμενο) προκειμένου να γίνει το τυπικό πέρας της κύριας ανάκρισης. Αν η υπόθεση αφορά κακούργημα, τότε μετά το πέρας της κύριας ανάκρισης από τον Ανακριτή η δικογραφία επιστρέφει στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, ο οποίος την υποβάλει στον Εισαγγελέα Εφετών για να εισαχθεί προς επικύρωση στο Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων. Ακολούθως συντάσσεται από τον Εισαγγελέα Εφετών το εισαγωγικό  έγγραφο.  Μέχρι να γίνει το τυπικό πέρας της κύριας ανάκρισης, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών είναι το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο για το χειρισμό επειγόντων δικονομικών ζητημάτων όπως εξακολούθηση ή παράταση  προσωρινής κράτησης, άρσης κατάσχεσης κλπ.

===Εκείνο, που πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα είναι αν η υπόθεση εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση για κακούργημα και το αίτημα για ποινική διαπραγμάτευση υποβληθεί πριν την λήψη απολογίας του κατηγορουμένου, τότε μπορούν να ακολουθηθούν τα εξής δικονομικά βήματα: Να ληφθεί απολογία του κατηγορουμένου, να επιβληθεί προσωρινή κράτηση ή περιοριστικοί όροι αν συντρέχουν οι σχετικοί λόγοι και ακολούθως η δικογραφία να περιέλθει στον αρομόδιο Εισαγγελέα για να κρίνει τη βασιμότητα του αιτήματος για ποινική διαπραγμάτευση. Σε αυτή την περίπτωση ο κατηγορούμενος μπορεί μόλις η υπόθεση επιστρέψει στον Ανακριτή μετά τη σύνταξη του οκείου πρακτικού διαπραγμάτευσης, να ζητήσει την άρση ή την  αντικατάσταση της προσωρινής του κράτησης ή την άρση των περιοριστικών όρων. Άλλως η δικογραφία μπορεί να επιστρέψει από τον Ανακριτή στον Εισαγγελέα πριν τη λήψη της απολογίας και στη συνέχεια ο αρμόδιος Εισαγγελέας ερχόμενος σε συμφωνία με τον κατηγορούμενο συντάσσει το σχετικό πρακτικό. Τότε θεωρείται ότι έχει περατωθεί η κύρια ανάκριση και έτσι η υπόθεση θεωρείται ότι είναι ώριμη για να εισαχθεί προς επικύρωση στο αρμόδιο Δικαστήριο. Αν όμως μετά τη σύνταξη του πρακτικού ο αρμόδιος Εισαγγελέας κρίνει ότι πρέπει να επιβληθούν περιοριστικοί όροι σε βάρος του κατηγορουμένου, τότε η δικογραφία επιστρέφει στον Ανακριτή, ο οποίος, αφού λάβει απολογία από τον κατηγορούμενο, μπορεί να εκδώσει διάταξη για περιοριστικούς όρους σύμφωνα με τις διατυπώσεις του άρθρου 283 ΚΠΔ ή να αφήσει ελεύθερο τον κατηγορούμενο κρίνοντας ότι δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής περιοριστικών όρων. Ακολούθως, αφού η διογραφία έχει επιστρέψει στον Ανακριτή, πρέπει να γίνει το τυπικό πέρας από τον Ανακριτή και μετά η δικογραφία να επιστρέψει στον αρμόδιο Εισαγγελέα για να εισαχθεί η υπόθεση στο αρμόδιο Δικαστήριο προς επικύρωση του πρακτικού διαπραγμάτευσης.

===Ως προς το πλαίσιο της ποινής, που πρέπει να λάβει υπόψη ο Εισαγγελέας Εφετών κατά τη σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης σε περίπτωση κακουργήματος, που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 έτη πρέπει να αναφερθεί ότι είναι από 2 έως 5 έτη φυλάκισης και για  κακούργημα, που τιμωρείται με κάθειρξη πάνω από 10 έτη το αντίστοιχο πλαίσιο είναι από 2  έτη έως 7 έτη κάθειρξης. Σε περίπτωση πλημμελήματος το σχετικό πλαίσιο ποινής που πρέπει να ληφθεί υπόψη από τον αρμόδιο Εισαγγελέα είναι αυτό των 10 ημερών έως 2 ετών φυλάκισης. Εκείνο, που έχει ενδιαφέρον κατά τη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, είναι ότι ο αρμόδιος Εισαγγελέας μπορεί να καλέσει για ακρόαση και τον παθόντα της πράξης και να εξαρτήσει την ευδοκίμηση της διαπραγμάτευσης από την ικανοποίηση της ζημίας, που υπέστη από τον κατηγορούμενο. Κατά συνέπεια μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο θεσμός της ποινικής διαπραγμάτευσης μπορεί έμμεσα να λειτουργήσει εντός του πλαισίου της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, που αποτελεί τρόπο διευθέτησης των ποινικών υποθέσεων κατά τα οριζόμενα στην οδηγία 2012/29 της ΕΕ,  η οποία ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με τον Ν.4778/2017.

===Αν  ο Εισαγγελέας διαπιστώσει λόγο φαινομένης συρροής, τούτο το αναφέρει στο οικείο πρακτικό και επιβάλει μόνο μία ποινή για την πράξη, που κυριαρχεί και δεν επιβάλλει ποινή για την πράξη, που απορροφάται. Επίσης ο Εισαγγελέας μπορεί να διαγνώσει την εξάρτηση του κατηγορουμένου για πράξη διακίνησης ναρκωτικών στην επιβολή της ποινής. Οι τελευταίες δύο διαπιστώσεις προκύπτουν με σαφήνεια από τη διάταξη της §4 του άρθρου 303 ΚΠΔ, σύμφωνα με το οποίο η προτεινόμενη ποινή καθορίζεται με βάση την απαξία, τις συνθήκες τέλεσης της πράξης, τον βαθμό της υπαιτιότητας καθώς και την προσωπικότητα και τους οικονομικούς όρους του κατηγορουμένου. Η σχέση απορρόφησης μιας πράξης από την άλλη, όπως επίσης η ιδιότητα του κατηγορουμένου ως εξαρτημένου αποτελούν στοιχεία, που μπορεί να διαγνώσει ο Εισαγγελέας κατά τη σύνταξη του πρακτικού ποινικής διαπραγμάτευσης παρά τη μη ανάδειξή τους από την ασκηθείσα ποινική δίωξη, αφού συνδέονται με την απαξία της πράξης και τις συνθήκες τέλεσής της.

===Περαιτέρω ζητήματα, που ανακύπτουν στην πράξη ως την εφαρμογή της ποινικής διαπραγμάτευσης είναι αυτά, που αφορούν τα όρια της εξουσίας του Δικαστηρίου, που θα επικυρώσει το σχετικό πρακτικό διαπραγμάτευσης. Το Δικαστήριο λοιπόν κατά τη διαδικασία επικύρωσης του πρακτικού πρέπει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει λόγος οριστικής παύσης ποινικής δίωξης ή λόγος απαραδέκτου αυτής. Κατά συνέπεια εξετάζει την παραγραφή της πράξης, τυχόν διαφορετικό χαρακτήρα που αυτή μπορεί να έχει δηλαδή αν η πράξη είναι πλημμέλημα πια με βάση ευμενέστερο δίκαιο και έχει υποπέσει έτσι σε παραγραφή ή εξ αρχής λόγω του εσφαλμένου νομικού της πράξης σε κακούργημα αντί για πλημμέλημα με βάση τα περιστατικά από το αποδεικτικό υλικό συντρέχει πλέον λόγος ορθού νομικού χαρακτηρισμού σε πλημμέλημα και παύσης της ποινικής δίωξης εξαιτίας της παραγραφής. Επίσης το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ακόμη πιο μειωμένη ποινή δεχόμενο περιστάσεις, που δικαιολογούν τούτο. Επιπλέον ο κατηγορούμενος παρά την ομολογία της πράξης στον Εισαγγελέα μπορεί να προβάλει στο Δικαστήριο παραδεκτώς  ισχυρισμούς όπως εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες σε περίπωση διακίνησης ναρκωτικών. Για παράδειγμα παρά την ομολογία του κατηγορουμένου σε πράξη φοροδιαφυγής, η επίκληση στο Δικαστήριο εκ των υστέρων πρακτικού δ.σ της ανώνυμης εταιρίας, που έτυχε της απαιτούμενης δημοσιότητας, με βάση το οποίο ο κατηγορούμενος δεν είχε την ιδιότητα του εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας το επίδικο διάστημα, πρέπει να τύχει εκτίμησης από το Δικαστήριο.  Πλην όμως γίνεται αντιληπτό ότι το θέμα του παραδεκτού της προβολής των ισχυρισμών διαφέρει από εκείνο της βασιμότητάς τους. Τούτο σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί ότι παραδεκτώς προβάλλονται οι ισχυρισμοί αυτοί ενώπιόν του και ακολούθως πρέπει να κρίνει για τη βασιμότητά τους. Το συμπέρασμα αυτό προκύπει από την αιτιολογική έκθεση του ΚΠΔ (βλ. σελ. 94), στην οποία αναφέρεται ότι η αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας αποτελεί βασική αρχή στο ελληνικό δικονομικό σύστημα.  Για το λόγο αυτό, όπως προαναφέρθηκε, στο πρακτικό διαπραγμάτευσης είναι χρήσιμο να γίνεται μνεία ότι ο κατηγορούμενος εισέφερε τις αποδείξεις, που είχε στη διάθεσή του ενώπιον του Εισαγγελέα και ότι κατανόησε πλήρως την κατηγορία, τα περιστατικά, που αφορούν οι αποδείξεις της δικογραφίας, έθεσε υπόψη του Εισαγγελέα τους ισχυρισμούς του και ομολόγησε ακολούθως  την τέλεση της πράξης. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η ταχεία διεκπεραίωση της διαδικασίας επικύρωσης του πρακτικού  ποινικής διαπραγμάτευσης στο Δικαστήριο και ο Εισαγγελέας βρίσκει στο θεσμό αυτό την οδό για την αποσυμφόρηση των πινακίων των δικαστηρίων. Το Δικαστήριο επικυρώνοντας το σχετικό πρακτικό, κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο επιβάλοντας στη συνέχεια σε αυτόν ποινή (που μπορεί να είναι μικρότερη από την αναφερόμενη στο πρακτικό) και διατάσσει την επιβολή των δικαστικών εξόδων σε βάρος του κατηγορουμένου. Βέβαια το Δικαστήριο μπορεί κατά τα άρθρα 2 νέου ΠΚ και  82, 99, 100 προϊσχύσαντος ΠΚ να μετατρέψει την ποινή φυλάκισης σε χρηματική, να την αναστείλει, να χορηγήσει προθεσμία για την καταβολή του ποσού της ποινής, να μετατρέψει την ποινή φυλάκισης σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, όπως επίσης μπορεί ποινή φυλάκισης, που μπορεί να ανασταλεί με το άρθρο 99 νέου ΠΚ να την αναστείλει παρά τη μη πρόβλεψη τούτου στο οικείο πρακτικό διαπραγμάτευσης. Τέλος αποφαίνεται για την αφαίρεση του χρόνου προσωρινής κράτησης και για την τύχη των κατασχεθέντων πραγμάτων.

===Αν στο πρακτικό διαπραγμάτευσης έχει ενσωματωθεί πράξη για την οποία δεν χωρεί διαπραγμάτευση, το Δικαστήριο ακυρώνει ως προς το μέρος αυτό το πρακτικό και αν είναι καθ’υλη αρμόδιο προχωρά στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης ως προς την πράξη αυτή λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη και τη διάταξη του άρθρου 119 ΚΠΔ για την κατ’εξαίρεση καθ’υλη αρμοδιότητά του, άλλως ενεργεί όπως ορίζεται στο άρθρο 120 ΚΠΔ. Μέχρι την επικύρωση του πρακτικού από το Δικαστήριο ισχύουν όλα τα δικονομικά καταναγκαστικά μέτρα σε βάρος του κατηγορουμένου.

=== Ακόμη ειδική μνεία πρέπει να γίνει για το ζήτημα του αριθμού των αιτήσεων, που ο κατηγορούμενος στην ίδια υπόθεση μπορεί να υποβάλει. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο κατηγορούμενος αν υποβάλει   αίτηση και δεν επιτεύχθηκε συμφωνία με τον αρμόδιο Εισαγγελέα, το σχετικό δικαίωμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αναλωθεί και έτσι ο κατηγορούμενος παρά την απόρριψη της αίτησης για ποινική διαπραγμάτευση μπορεί να επανέλθει με νέα σε δύο περιπτώσεις. Στην πρώτη περίπτωση όταν προέκυψαν νέες αποδείξεις, που φανερώνουν την καταλληλότητα της υπόθεσης για διαπραγμάτευση και στη δεύτερη περίπτωση όταν έχει πια μεσολαβήσει ολική ή μερική ικανοποίηση του παθόντος (αν βέβαια υπάρχει τέτοιος στην υπόθεση). Αν δεν επιτευχθεί διαπραγμάτευση του κατηγορουμένου με τον αρμόδιο Εισαγγελέα, τότε η αίτηση καταστρέφεται, όπως επίσης καταστρέφονται και τα συνημμένα με αυτήν έγγραφα και δεν αποτελεί μέρος της δικογραφίας.

===Όταν το Δικαστήριο επικυρώσει το πρακτικό διαπραγμάτευσης και κηρύξει ένοχο το κατηγορούμενο επιβάλλοντας ποινή σε αυτόν, η απόφαση είναι άμεσα εκτελεστή. Κατά συνέπεια παύουν να ισχύουν τα δικονομικά καταναγκαστικά μέτρα σε βάρος του, που είχαν επιβληθεί κατά την κύρια ανάκριση. Ο κατηγορούμενος, όπως και ο Εισαγγελέας έχουν το δικαίωμα της αναίρεσης κατά της απόφασης κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 9 του άρθρου 303 ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 505 ΚΠΔ. Οι λόγοι αναίρεσης είναι οι αναφερόμενοι στο άρθρο 510 ΚΠΔ.

===Σε ό,τι αφορά την ποινική συνδιαλλαγή (για τα εγκλήματα που αυτή μπορεί να γίνει) ο Εισαγγελέας καλεί υποχρεωτικά εκτός από τον κατηγορούμενο και τον παθόντα, στο δε οικείο πρακτικό συνδιαλλαγής εκτός από την ομολογία του κατηγορουμένου γίνεται μνεία ότι έγινε απόδοση του πράγματος στον παθόντα ή έλαβε χώρα πλήρης ικανοποίηση  της ζημίας, που προσδιορίζεται στην κατηγορία ενώ δεν υπάρχει προτεινόμενη ποινή από τον Εισαγγελέα, που να έχει αποδεχθεί ο κατηγορούμενος, αφού τούτη την επιβάλει το Δικαστήριο. Σε περίπτωση απόπειρας η ικανοποίηση του παθόντος λόγω της ηθικής του βλάβης δεν μπορεί να ξεπερνά τις 30.000 ευρώ, ενώ μπορεί να γίνει επιφύλαξη για διεκδίκηση υπερβαίνουσας αξίας στα Πολιτικά Δικαστήρια.

===Ο Εισαγγελέας, που διεκπεραιώνει τη διαδικασία της ποινικής συνδιαλλαγής, είναι ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, όταν τούτη διεκπεραιώνεται πριν την παραπομπή του κατηγορουμένου σε δίκη. Διαφορετικά αν το αίτημα γίνει μετά την παραπομπή σε δίκη ή ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να διακόψει τη συνεδρίαση και να τάξει προθεσμία έως 15 ημέρες στους διαδίκους για τη σύνταξη του πρακτικού, στο οποίο θα έχει καταγραφεί η ομολογία του κατηγορουμένου και η πλήρης ικανοποίηση του παθόντος. Το Δικαστήριο επικυρώνει το πρακτικό, κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο επιβάλλοντας ποινή, που για τις κακουργηματικές μορφές των εγκλημάτων, για τις οποίες μπορεί να γίνει συνδιαλλαγή, δεν μπορεί να είναι πάνω από δύο έτη φυλάκισης και επί επιβαρυντικών περιστάσεων πάνω από τρία έτη, ενώ στις πλημμεληματικές μορφές των εγκλημάτων δεν μπορεί να είναι πάνω από έξι και δώδεκα μήνες αντίστοιχα.

===Το Δικαστήριο έχει εξουσία να ενεργήσει σε ό,τι αφορά ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και σε ό,τι αφορά την αναζήτηση λόγων παύσης της ποινικής δίωξης και απαραδέκτου της ποινικής δίωξης, όπως ακριβώς και στη διαδικασία της πονικής διαπραγμάτευσης, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη προεκτεθεί, ενώ κατά της απόφασής του το μόνο ένδικο μέσο, που μπορεί να ασκηθεί είναι αυτό της αναίρεσης.

Πηγή:antimolia.gr

Lawjobs