Ο υπολογισμός της αξίας της συμμετοχής του εξερχόμενου ή αποκλειόμενου εταίρου από προσωπική εταιρεία

0

Γιώργος Κεφαλάς, ΜΔΕ mult., MSc.

Ο υπολογισμός της αξίας της συμμετοχής του εξερχόμενου ή αποκλειόμενου εταίρου από προσωπική εταιρεία

Περίληψη: Σύμφωνα με τον νόμο για τις προσωπικές εταιρείες (ν. 4072/2012), ο εξερχόμενος ή ο αποκλειόμενος εταίρος (πέραν της αξίωσης για αυτούσια απόδοση των αντικειμένων που είχε εισφέρει κατά χρήση) έχει καταρχήν αξίωση για καταβολή της πλήρους αξίας της συμμετοχής αυτής. Από την εφαρμογή της διάταξης αυτής γεννάται μία σειρά από ζητήματα, στα οποία το παρόν άρθρο επιχειρεί να δώσει απάντηση.

  1. Εισαγωγή

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 264 του ν. 4072/2012 «Σε περίπτωση εξόδου ή αποκλεισμού εταίρου η εταιρεία του αποδίδει αυτούσια τα αντικείμενα που είχε εισφέρει κατά χρήση». Παράλληλα, η παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην εταιρική σύμβαση, ο εξερχόμενος ή αποκλειόμενος εταίρος έχει αξίωση κατά της εταιρείας για καταβολή της πλήρους αξίας της συμμετοχής του. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση όπου εταίρος εξέρχεται από προσωπική εταιρεία ορισμένου χρόνου, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν δικαιούται να λάβει την αξία της συμμετοχής του (βλ. άρθρο 261 παρ. 3 του ν. 4072/2012). Συνεπώς, την πλήρη αξία της συμμετοχής του δικαιούται να λάβει ο εξερχόμενος από εταιρεία αορίστου χρόνου (ανεξαρτήτως συνδρομής ή μη σπουδαίου λόγου), ο εξερχόμενος από εταιρεία ορισμένου χρόνου, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος για την έξοδό του, και, τέλος, ο αποκλειόμενος από προσωπική εταιρεία εταίρος. Πώς υπολογίζεται όμως η αξία της συμμετοχής που δικαιούται να λάβει ο εταίρος από τα δικαστήρια και κατά ποιού μπορεί να στραφεί ο εταίρος για να τη ζητήσει; Επίσης, ποιος είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της αξίας της συμμετοχής και πότε καταβάλλεται αυτή στον εξερχόμενο ή αποκλειόμενο εταίρο; Στα ερωτήματα αυτά προσπαθούμε να απαντήσουμε με τις κατωτέρω σκέψεις μας.

  1. Ο υπολογισμός της αξίας της συμμετοχής του εξερχόμενου ή αποκλειόμενου εταίρου

Καταρχάς, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 264 ορίζει ότι: «Σε περίπτωση μη συμφωνίας των εταίρων ως προς την αξία συμμετοχής, η αξία που καταβάλλεται ορίζεται από το δικαστήριο το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 259 με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας». Κρίσιμη είναι, λοιπόν, καταρχήν η τυχόν συμφωνία των εταίρων. Σε περίπτωση που ο εξερχόμενος ή αποκλειόμενος και οι λοιποί εταίροι συμφωνούν ως προς το ποσό στο οποίο ανέρχεται η αξία της συμμετοχής του πρώτου, αυτός θα λάβει το ποσό αυτό κατά την έξοδο ή τον αποκλεισμό του.

Περαιτέρω, κρίσιμες οι σχετικές του προβλέψεις του καταστατικού της εταιρείας. Έτσι, το καταστατικό μπορεί να ορίζει τον τρόπο υπολογισμού της αξίας συμμετοχής του εξερχόμενου ή αποκλειόμενου εταίρου, προβλέποντας λ.χ. ότι αυτός δικαιούται να λάβει τη λογιστική μόνο αξία της συμμετοχής του ή ότι ο προσδιορισμός θα γίνεται από ανεξάρτητο πραγματογνώμονα. Το καταστατικό μπορεί, επίσης, να προβλέπει και τον τρόπο καταβολής της αξίας της συμμετοχής στον εξερχόμενο ή αποκλειόμενο εταίρο λ.χ. άμεσα ή με δόσεις, σε μετρητά ή σε είδος κλπ.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, οι εταίροι δεν συμφωνούν μεταξύ τους ως προς την αξία της συμμετοχής του εξερχόμενου ή αποκλειόμενου εταίρου ούτε υπάρχουν σχετικές διατάξεις στο καταστατικό, οπότε αναγκάζεται ο τελευταίος να προσφύγει στα αρμόδια δικαστήρια (ή και σε διαιτησία, εφόσον υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας).

Τα δικαστήρια έχουν κρίνει σχετικά ότι για τον υπολογισμό της αξίας της συμμετοχής του εξερχόμενου ή αποκλειόμενου εταίρου πρέπει να συνεκτιμάται η όλη περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας, δηλαδή το ενεργητικό αυτής τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και ειδικότερα τα περιουσιακά της στοιχεία συμπεριλαμβανομένων σε αυτά και των αξιώσεών της έναντι τρίτων και της αποτιμητέας σε χρήμα αξίας των άυλων αγαθών που απέκτησε (φήμη, πελατεία, αξία διακριτικών γνωρισμάτων κλπ.) από τη μέχρι τότε λειτουργία της, καθώς και το παθητικό της, δηλαδή τα χρέη της προς τρίτους, ενώ θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η οικονομική απόδοση της εταιρικής επιχειρήσεως τρέχουσα και προσδοκώμενη.

Συνεπώς, για τον υπολογισμό της αξίας της εταιρείας και, κατ’ επέκταση, της αξίας της συμμετοχής του εταίρου λαμβάνεται υπόψη τόσο η αξία των υλικών περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας όσο και η αξία των άυλων περιουσιακών της στοιχείων, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις επιχειρήσεων είναι και τα πλέον σημαντικά, ενώ λαμβάνονται υπόψη και οι οφειλές της εταιρείας προς τρίτους.

Οι σχετικές αποφάσεις συνήθως αναφέρουν ότι «κρίσιμο στοιχείο για τον προσδιορισμό της αξίας της εταιρικής συμμετοχής του αποχωρούντος εταίρου συνιστά καταρχήν η αγοραστική αξία αυτής κατά τον χρόνο εξόδου του εταίρου». Έτσι, η απόφαση υπ’ αριθμ. 3292/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έκρινε ότι η αξία της εταιρείας κατά τον χρόνο αποχώρησης του εταίρου ανερχόταν στο ποσό των 480.000 ευρώ, δεδομένου ότι 14 μήνες πριν υποψήφιος αγοραστής είχε προσφέρει το ποσό των 120.000 ευρώ για την αγορά ποσοστού 20% της εν λόγω εταιρείας (και, συνεπώς, η αξία του 100% της εταιρείας ανερχόταν στο ποσό των 600.000 ευρώ), αλλά στο μεσοδιάστημα επιδεινώθηκαν οι συνθήκες της αγοράς στον χώρο δραστηριοποίησης της εταιρείας. Με το σκεπτικό αυτό οδηγήθηκε στην κρίση ότι η αξία της συμμετοχής του εξερχόμενου, ο οποίος κατείχε το 37% των εταιρικών μεριδίων, ανερχόταν στο ποσό των 177.600 ευρώ (480.000Χ37%).

Σε άλλη περίπτωση, το δικαστήριο στηρίχθηκε για την κρίση του περί της αξίας της εταιρείας και άρα και της συμμετοχής του εξερχόμενου εταίρου σε ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε καταρτισθεί μεταξύ των συνεταίρων. Πράγματι, στην περίπτωση της απόφασης υπ’ αριθμ. 570/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι εταίροι είχαν συμφωνήσει με το από 3.8.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό ότι η αξία της εταιρείας ανερχόταν στο ποσό των 800.000 ευρώ. Το δικαστήριο μείωσε την αξία αυτή στο ποσό των 375.000 ευρώ, λόγω της μεσολαβήσασας, μέχρι την έξοδο του εταίρου (που έλαβε χώρα στις 25.10.2013, ήτοι τέσσερα χρόνια μετά την υπογραφή του συμφωνητικού), οικονομικής κρίσης και των λοιπών ειδικών συνθηκών, αλλά και συνυπολογίζοντας πρόστιμο που είχε επιβληθεί στην εταιρεία από το ΙΚΑ.

Περιπτώσεις, ωστόσο, όπως οι παραπάνω αποτελούν μάλλον την εξαίρεση παρά τον κανόνα. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων δεν υπάρχει ούτε προσφορά υποψήφιου αγοραστή για την απόκτηση της εταιρείας ή εταιρικών μεριδίων ούτε και προηγούμενη συμφωνία των εταίρων για την αξία της εταιρείας, οπότε το δικαστήριο καλείται να κρίνει από το μηδέν την αξία της εταιρείας και συνακόλουθα της εταιρικής συμμετοχής του εξερχόμενου ή αποκλειόμενου.

Παλαιότερα, εταίροι που είχαν εξέλθει ή αποκλειστεί από προσωπική εταιρεία και προσέφευγαν ενώπιον των δικαστηρίων, επικαλούνταν την ΠΟΛ 1055/2003, που προέβλεπε συγκεκριμένο τρόπο υπολογισμού της φορολογητέας αξίας της επιχείρησης, ο οποίος όμως, μετά τη θέση σε ισχύ από το έτος 2013 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ), πλέον δεν εφαρμόζεται. Υπό το καθεστώς ισχύος του ΚΦΕ, κρίσιμο είναι το άρθρο 42 αυτού καθώς και η ερμηνευτική ΠΟΛ 1032/2015, η οποία ως προς τον προσδιορισμό των ιδίων κεφαλαίων στις προσωπικές εταιρείες αναφέρει τα ακόλουθα: «Ως ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων που τηρούν απλογραφικά βιβλία, θα λαμβάνονται τα κεφάλαια όπως προκύπτουν από το καταστατικό ίδρυσης της εταιρείας και τις τροποποιήσεις αυτού. Επίσης, θα λαμβάνονται υπόψη τυχόν αγορές παγίων, επιδοτήσεις οι οποίες δεν έχουν συμπεριληφθεί στην αξία κτήσης των παγίων και στην κάλυψη λοιπών δαπανών, καθώς και λοιπά στοιχεία που αποδεικνύουν την αύξηση του κεφαλαίου και για τα οποία η εταιρεία δεν έχει προβεί σε τροποποίηση του καταστατικού». Ωστόσο, μόνον ενδεικτική αξία έχει η παραπάνω μέθοδος υπολογισμού, καθώς αδυνατεί να συλλάβει την άυλη αξία της επιχείρησης. Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, ακόμη και στην περίπτωση που προσδιορίζεται η φορολογητέα αξία της επιχείρησης, τα δικαστήρια συνήθως διατάσσουν τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, ώστε η αξία της εταιρείας να προσδιοριστεί με βάση τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ανωτέρω (βλ. ενδεικτικά τις αποφάσεις 25229/2013 και 6422/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την απόφαση 2806/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών).

  1. Κατά ποιου πρέπει να στραφεί ο εξερχόμενος ή αποκλειόμενος εταίρος για την καταβολή της αξίας της συμμετοχής του;

Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη στη νομολογία των δικαστηρίων, ο εξερχόμενος ή αποκλειόμενος εταίρος μπορεί να ζητήσει την καταβολή της αξίας της συμμετοχής του μόνον από την εταιρεία από την οποία αποχώρησε ή αποκλείστηκε και όχι και από τους προσωπικά ευθυνόμενους εταίρους αυτής. Υπέγγυα είναι, δηλαδή, μόνον η περιουσία της εταιρείας και όχι και η περιουσία των λοιπών εταίρων. Η γνώμη αυτή, πάντως, έχει δεχθεί μεγάλη κριτική στη θεωρία και δεν είναι αναντίλεκτη.

  1. Ο κρίσιμος χρόνος καταβολής και προσδιορισμού της αξίας της εταιρικής συμμετοχής στον εξερχόμενο ή αποκλειόμενο εταίρο

Η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 261 του ν. 4072/2012 ορίζει ότι: «Στην εταιρεία αορίστου χρόνου η αξία της συμμετοχής καταβάλλεται στον εξερχόμενο εταίρο στο τέλος της εταιρικής χρήσης». Συνεπώς, εφόσον ο εξερχόμενος και οι λοιποί εταίροι συμφωνούν ως προς την αξία της συμμετοχής του πρώτου, το αντίστοιχο ποσό πρέπει να καταβληθεί στον απερχόμενο εταίρο στο τέλος της εταιρικής χρήσης, εντός της οποίας δήλωσε την έξοδό του από την εταιρεία. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση της εταιρείας ορισμένου χρόνου, εφόσον όλοι οι εταίροι συμφωνούν ως προς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου και ως προς τον υπολογισμό της αξίας της συμμετοχής του εξερχομένου. Όχι σπάνια βέβαια ο εξερχόμενος και οι απομείναντες εταίροι δεν θα συμφωνούν ως προς την αξία της συμμετοχής, οπότε θα οδηγηθούν για τον προσδιορισμό της ενώπιον των δικαστηρίων (ή και της διαιτησίας εφόσον υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό). Στις περιπτώσεις αυτές, ο εξερχόμενος μπορεί να αξιώσει την καταβολή του αντίστοιχου ποσού μετά την έκδοση της οικείας δικαστικής απόφασης.

Αντίστοιχα, στην περίπτωση της αποβολής εταίρου από προσωπική εταιρεία, που απαιτεί πάντοτε την έκδοση σχετικής δικαστικής απόφασης, η καταβολή της αξίας της συμμετοχής προϋποθέτει την προηγούμενη έκδοση δικαστικής απόφασης που διατάσσει τον αποκλεισμό του εταίρου.

Από την άλλη πλευρά, η αξία της συμμετοχής πρέπει να προσδιοριστεί κατά τον χρόνο που συντελείται η έξοδος ή ο αποκλεισμός του εταίρου. Έτσι, στην περίπτωση της εξόδου, κρίσιμος, για τον προσδιορισμό της αξίας της εταιρείας και, κατ’ επέκταση της αξίας της συμμετοχής του εταίρου, είναι ο χρόνος που θα περιέλθει στην εταιρεία και τους λοιπούς εταίρους η δήλωση του απερχόμενου για την έξοδό του από την εταιρεία. Αντίστοιχα, στην περίπτωση του αποκλεισμού εταίρου, κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της αξίας της συμμετοχής του αποκλειόμενου είναι ο χρόνος έκδοσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που διατάσσει τον αποκλεισμό.

  1. Αντί επιλόγου

Όπως συμβαίνει με τα περισσότερα ζητήματα του ιδιωτικού δικαίου, έτσι και ο υπολογισμός της αξίας της εταιρείας και της εταιρικής συμμετοχής του εξερχόμενου ή αποκλειόμενου εταίρου είναι καταρχήν ζήτημα συμφωνίας μεταξύ αυτού και των λοιπών εταίρων και των σχετικών προβλέψεων του καταστατικού της εταιρείας. Σε περίπτωση, ωστόσο, που δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των εταίρων ούτε σχετική καταστατική πρόβλεψη – πράγμα που θα αποτελεί συνήθως τον κανόνα – το δικαστήριο (ή το διαιτητικό δικαστήριο, εφόσον έχει συμφωνηθεί προσφυγή στη διαιτησία) θα κριθεί να προσδιορίσει την αξίας της εταιρικής συμμετοχής του εξερχόμενου ή αποκλειόμενου εταίρου, σύμφωνα με τους παράγοντες που αναφέρθηκαν ανωτέρω.

O Γιώργος Κεφαλάς είναι δικηγόρος και Εταίρος στη Δικηγορική Εταιρεία «Ψαράκης & Κεφαλάς» (www.psarakislegal.com).

Σχόλια