Παραγραφή ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων βάσει Κ.Ε.Δ.Ε., της Ε. Πολίτη, Δικηγόρου LLM

0

 

Αρχικά, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η είσπραξη των κάθε αιτίας δημοσίων εσόδων ενεργείται κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ (Νομοθετικό Διάταγμα υπ’ αριθμό 356 Περί Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, ΦΕΚ Α’ 90/05-04-1974), όπως επικαιροποιήθηκε με τις διατάξεις των ν. 4224/2013, ν. 4321/2015, ν. 4336/2015, ν 4337/2015, ν. 4370/2016, ν 4472/2017, ν. 4484/2017, ν. 4512/2018 και την τελευταία κωδικοποίηση που πραγματοποιήθηκε με το Ν.4607/2019. Ως δημόσια έσοδα θεωρούνται και οι απαιτήσεις στις οποίες δικαιούχος είναι το Δημόσιο από καθολική ή ειδική διαδοχή. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ΚΕΔΕ, η είσπραξη των δημοσίων εσόδων ανήκει στην αρμοδιότητα της Φορολογικής Διοίκησης και των λοιπών οργάνων που ορίζονται με ειδικές διατάξεις για το σκοπό αυτό ή των ειδικών ταμιών, στους οποίους έχει ανατεθεί η είσπραξη ειδικών εσόδων.

Κατ’ εξαίρεση η είσπραξη των δημοσίων εσόδων μπορεί να ανατεθεί στις Τράπεζες ή σε άλλους οργανισμούς κοινής ωφέλειας ή πιστωτικούς οργανισμούς ή στα ελληνικά ταχυδρομεία (ΕΛ-ΤΑ) καθώς και σε άλλες δημόσιες αρχές. Το ίδιο ισχύει και για την είσπραξη των εσόδων των Ο.Τ.Α., ο οργανισμός εσωτερικής υπηρεσίας των οποίων προβλέπει ειδική ταμειακή υπηρεσία. Με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία της είσπραξης καθώς και ο έλεγχος για την είσπραξη αυτών.

Για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων απαιτείται νόμιμος τίτλος. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ΚΕΔΕ, νόμιμο τίτλο αποτελούν:

α)   Τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής.

β)   Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή.

γ)   Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του ΚΠολΔ.

Έχει αρκετά προβληματίσει το νομικό κόσμο, αλλά και τα δικαστήρια το ζήτημα της παραγραφής ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων οφειλετών με εταιρείες, που αποτελούν μονοπωλιακό πάροχο καθολικής υπηρεσίας που έχει μικτό χαρακτήρα παρότι οργανώνεται δηλαδή κατά τα πρότυπα της ιδιωτικής οικονομίας αποτελεί μια ανώνυμη Εταιρεία που προέρχεται από το Δημόσιο, όπως χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν η Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτευούσης Α.Ε., η Τράπεζα της Ελλάδος κοκ. Οι  εταιρείες αυτές παρέχουν υπηρεσίες με ιδιαίτερο κοινωνικό χαρακτήρα εξυπηρετώντας ειδικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος συνίσταται στην εξυπηρέτηση των πολιτών, πλην όμως δεν παύουν να είναι ανώνυμες εταιρείες. Εφαρμόζεται λοιπόν σε τέτοιες εταιρείες μικτού δηλαδή χαρακτήρα, που προέρχονται από το Δημόσιο οι διατάξεις του ΚΕΔΕ ή οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ;

Η κρατούσα νομική άποψη είναι ότι σε μικτού ή διφυούς χαρακτήρα εταιρείες που προέρχονται από το Δημόσιο, εφαρμόζεται ο Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, όπως συμβαίνει άλλωστε και με τις εφορίες ή τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης όταν γεννιούνται ζητήματα είσπραξης των απαιτήσεών τους. Ειδικότερα, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτευούσης Α.Ε. όπου στην  αιτιολογική έκθεση του ν. 3985/2011 αναφέρεται ότι η ΕΥΔΑΠ «έχει το αποκλειστικό δικαίωμα παροχής υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής» . Όπως δε είναι κοινώς γνωστό, «η συνεχής και ικανοποιητική από κάθε άποψη παροχή των υπηρεσιών αυτών είναι, κατά κυριολεξία, ζωτικής σημασίας για τα φυσικά πρόσωπα και όχι απλώς μια παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας προς αυτά».

Η ΕΥΔΑΠ Α.Ε. συνεστήθη με τον ν. 1068/1980 (Α΄190) δια της συγχωνεύσεως του «Οργανισμού Αποχετεύσεως Πρωτευούσης (ΟΑΠ)» και της «Ελληνικής Εταιρίας Υδάτων (ΕΕΥ) Αθηνών – Πειραιώς και Περιχώρων», ως αποκλειστικός φορέας παροχής υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως στις πόλεις των Αθηνών – Πειραιώς και στους πέριξ αυτών δήμους και κοινότητες, με νομική μορφή ανώνυμης εταιρείας λειτουργούσης υπό τον πλήρη έλεγχο του Ελληνικού Δημοσίου (βλ. άρθρα 1 παρ. 1, 2 παρ. 5, 5 παρ. 2, 8 παρ. 1, 19, 22 παρ. 1 και 2, 29 του ν. 1068/1980). Υπό το ως άνω νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς η ΕΥΔΑΠ Α.Ε. ήταν αποκλειστικώς αρμόδια για τη μελέτη, εκτέλεση, συντήρηση, επέκταση και ανανέωσή όλων των απαραίτητων έργων για την ύδρευση και αποχέτευση των πόλεων Αθηνών – Πειραιώς και των πέριξ αυτών δήμων και κοινοτήτων, καθώς και για τη λειτουργία, διοίκηση και εκμετάλλευση των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως (βλ. άρθρα 1 παρ.8 α΄, β΄, δ΄, 10 παρ.1 του ίδιου νόμου).  Επειδή, η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας. Τούτο ισχύει και προκειμένου για τις υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης, τις οποίες δύναται να παρέχει μια δημόσια επιχείρηση που λειτουργεί υπό νομικό καθεστώς ιδιωτικού δικαίου ως ανώνυμη εταιρεία . Η υπό τους ανωτέρω όρους εκπλήρωση της αποστολής αυτής του κράτους και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, εφ’ όσον το Σύνταγμα δεν διακρίνει σχετικά, μπορεί να επιδιωχθεί είτε με υπηρεσίες που ανήκουν οργανικά στο κράτος και στους ΟΤΑ ή με νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, στα οποία μετέχουν το κράτος ή οι ΟΤΑ, ανεξάρτητα από το ποσοστό συμμετοχής τους, είτε με νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, στα οποία δεν μετέχουν το κράτος ή οι ΟΤΑ. Επιπρόσθετα σύμφωνα με την αριθμό 975/1968 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους συνάγεται ότι οι απαιτήσεις του ΟΑΠ, πριν τη διενέργεια συγχώνευσης του, που αποτελούσε ΝΠΔΔ, για την ετήσια χρήση του δικτύου των υπονόμων της κυριότητάς του, δεν υπόκεινται στην βραχυπρόθεσμη παραγραφή αλλά στην εικοσαετή παραγραφή σύμφωνα με το άρθρο 249 Α.Κ., αρχόμενη κατά το άρθρο 251 Α.Κ. από τότε που γεννήθηκε η κάθε αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 136 του Ν. 4270/2014 (ΦΕΚ Α’ 143/28-6-2014) «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις», ορίζεται ότι  «Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν παραγράφεται πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή το αρμόδιο Τελωνείο (βεβαίωση με στενή έννοια), με την επιφύλαξη των διατάξεων περί επιβολής φόρων και λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α΄ 170). Η ρύθμιση αυτή παραμένει σε ισχύ και στην περίπτωση που καθυστερεί η βεβαίωση με στενή έννοια.».

Η εν στενή έννοια βεβαίωση επέρχεται μονό με την ταμειακή βεβαίωση του άρθρο 2 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. Για να χωρήσει νομίμως η ταμειακή (εν στενή εννοία) βεβαίωση προαπαιτείται η νόμιμη κοινοποίηση του αποσπάσματος ή της ειδοποιήσεως περί της επιβολής του δημοτικού τέλους, ακόμη και σε περίπτωση καταλογισμού βάσει δηλώσεως του υποχρέου. (ΜονΔΠρΑθ 1896/2001).

Εν προκειμένω, τα νομικά πρόσωπα που κατά σαφή ειδική νομοθετική πρόβλεψη εφαρμόζουν για την είσπραξη των απαιτήσεών τους τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, κατά τη διενεργούμενη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, προβλέπεται ειδικώς ότι τα αρμόδια όργανα των ως άνω νομικών προσώπων ενεργούν όλες τις αξιούμενες από το νόμο ενέργειες. Ειδικότερα, ως καθ’ ύλην αρμόδιο όργανο των νομικών αυτών προσώπων στο οποίο έχει ανατεθεί η αρμοδιότητα της εν στενή εννοία ταμειακής βεβαίωσης είναι ο Προϊστάμενος της εκάστοτε Υπηρεσίας Αναγκαστικής Είσπραξης, ο οποίος πράγματι διενεργεί την συγκεκριμένη διαδικασία της εν στενή εννοία ταμειακής βεβαίωσης του χρέους, όπως προκύπτει από τον σχετικό πίνακα χρεών τον οποίο υπογράφει και ο οποίος (πίνακας) συγκοινοποιήται από Δικαστικό Επιμελητή,  μαζί με την ατομική ειδοποίηση, οπότε και ολοκληρώνεται η εν στενή εννοία ταμειακή βεβαίωση της υφιστάμενης προς τα εν λόγω νομικά πρόσωπα οφειλής.

Επί του κρίσιμου γεγονότος του χρόνου παραγραφής των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων των ανωτέρω εταιρειών, καθώς και του χρόνου έναρξης αυτής καθώς και του χρόνου απόσβεσης του δικαιώματός τους προς ταμειακή βεβαίωση των οφειλών πρέπει να διευκρινιστούν τα ακόλουθα :

Α. Όσον αφορά την παραγραφή των απαιτήσεων από ληξιπρόθεσμες οφειλές: οι απαιτήσεις των ως άνω νομικών προσώπων υπόκεινται στην γενική 20ετή παραγραφή συμφώνως προς το άρθρο 249 ΑΚ και όχι σε βραχυπρόθεσμη παραγραφή, η οποία άρχεται βάσει του άρθρου 251 ΑΚ από τότε που κατέστη δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξη. Σύμφωνα δε με την απόφαση 220/2016 του Αρείου Πάγου ορίζεται ότι «οι αξιώσεις που απορρέουν από την πώληση εμπορικής επιχείρησης υπόκεινται στην γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και όχι στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 1 ΑΚ, διότι η συγκεκριμένη συναλλαγή (πώληση επιχείρησης) δεν αποτελεί “εμπόρευμα” κατά την έννοια του άρθρου 250 αριθ. 1 ΑΚ, δηλαδή κινητό πράγμα, κατάλληλο να ικανοποιήσει τις βιοτικές ανάγκες του αποδέκτη τους». Κατά συνέπεια και αναλογικά, συνάγεται ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται από τις παραπάνω εταιρείες μικτού χαρακτήρα προς όφελος του ευρύτερου κοινού δεν αποτελούν κινητό πράγμα ή εμπορική συναλλαγή με την έννοια που ορίζεται στις σχετικές διατάξεις περί πώλησης. Συμπερασματικά λοιπόν, στην βραχυπρόθεσμη πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 παρ. 1 Α.Κ., εμπίπτουν οι «αξιώσεις  των εμπόρων, των βιομηχάνων και των χειροτεχνών, για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την εκτέλεση εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν». Εμπορεύματα χαρακτηρίζονται τα πάσης φύσεως αντικείμενα του εμπορίου τα οποία πωλεί ή αγοράζει ο παραγωγός και τα οποία στη συνέχεια πωλούνται ή μεταπωλούνται σε ενδιάμεσους εμπόρους ή σε τελικούς καταναλωτές με σκοπό το οικονομικό κέρδος. Δεν αποτελεί συνεπώς εμπόρευμα η παροχή υπηρεσιών αν δεν συντρέχει παράλληλα η εμπορική ιδιότητα στο πρόσωπο των συμβαλλομένων μερών και το αντικείμενο της πώλησης το οποίο πρέπει να είναι αμιγώς εμπορικό, με αποτέλεσμα η συναλλαγή να χαρακτηριστεί στο σύνολό της ως εμπορική.

Β. Επιπλέον σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 86 του ν. 2362/1995 «Καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήψη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη…»

Προϋποθέτει δηλαδή για την αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεων των εν προκειμένω εταιρειών, η ύπαρξη νομίμου τίτλου δια της εν στενή εννοία ταμειακής βεβαίωσης της οφειλής.

Η εν στενή έννοια βεβαίωση επέρχεται μονό με την ταμειακή βεβαίωση του άρθρο 2 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. Κατά συνέπεια καμία προθεσμία παραγραφής δεν ξεκινάει εάν δεν έχει πρώτα βεβαιωθεί εν στενή εννοία η οφειλή.

Συνοψίζοντας, θα πρέπει γίνει κατανοητό ότι τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα που λειτουργούν με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας χωρίς να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας τους ως εταιρείες που ασκούν δραστηριότητες κοινής ωφέλειας, διέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και υπόκεινται ως προς τις απαιτήσεις τους στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και σε καμία περίπτωση στην εξαιρετική, βραχυπρόθεσμη πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ.

Σχόλια