Περί άρσης δικηγορικού ασυμβιβάστου και συναφών μύθων

Άρθρο του Μιχαήλ Β. Μήττα, Δικηγόρου παρ’ Εφέταις, ΥπΔΝ - Μέλος ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης

0

Με έκπληξη πληροφορηθήκαμε από ανακοίνωση της Συντονιστικής της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων ότι «αποφάσισε να συζητηθεί στην αμέσως επόμενη συνεδρίαση της Ολομέλειας το θέμα των ασυμβιβάστων προς λήψη απόφασης για τροποποίηση των σχετικών διατάξεων, αφού έλαβε υπόψη την υφιστάμενη κατάσταση στον κλάδο και τη νέα πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί». Οι παράλληλες δημόσιες τοποθετήσεις του προέδρου αυτής, βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος. Η έκπληξη οφείλεται τόσο στον τρόπο λήψης «απόφασης», χωρίς κανένα προηγούμενο διάλογο στα πλαίσια των δικηγορικών συλλόγων, όσο και στο περιεχόμενο αυτής.

Όσον αφορά λοιπόν στο περιεχόμενο, η πρόταση και οι συναφείς δημόσιες τοποθετήσεις του προέδρου του ΔΣΑ είναι ιδιαίτερα ασαφείς, αφού αφενός δεν διευκρινίζει αν αποφασίστηκε να αρθούν όλα ή κάποια από τα ασυμβίβαστα, αφετέρου δεν αποσαφηνίζει σε τι συνίσταται η έννοια της αναστολής, ήτοι της με χρονικό ορίζοντα άρσης αυτών. Είναι προφανές ότι άρση των ασυμβιβάστων με ορισμένο χρονικό διάστημα θα οδηγήσει σε πολύ μεγαλύτερα προβλήματα, αφού με την επαναφορά τους πολλοί συνάδελφοι που επέλεξαν την άσκηση ασυμβίβαστων δραστηριοτήτων, θα αναγκαστούν να τις διακόψουν. Προφανώς, αυτό είναι εύκολα αντιληπτό και σε επίπεδο Συντονιστικής, με αποτέλεσμα το μόνο ασφαλές συμπέρασμα να είναι ότι πραγματικός σκοπός της είναι η κατάργηση και όχι η αναστολή αυτών. Το συμπέρασμα αυτό επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι εν μέσω υγειονομικής κρίσης και περιοριστικών μέτρων (lockdown, αναστολή λειτουργίας επιχειρήσεων), τα οποία επικαλείται η απόφαση προς αιτιολόγηση αυτής, η πραγματοποίηση προσλήψεων ή επενδύσεων είναι απολύτως απίθανη, όπως άλλωστε προκύπτει και από την διαρκώς αυξανόμενη ανεργία. Αλλά και ο, βάσιμα υποτιθέμενος, αληθής αυτός σκοπός είναι ιδιαίτερα προβληματικός, εφόσον οδηγεί σε γενική κατάργησή τους (εδώ πρέπει κατ’ αρχήν να συνεννοηθούμε μεταξύ μας, τι εννοούμε κατάργηση, γιατί ακόμα δεν είναι σαφές).

Σύμφωνα με τον ισχύοντα Κώδικα Δικηγόρων, τα ασυμβίβαστα των δικηγόρων αφορούν περιπτώσεις (α. 7 ν. 4194/2013), μισθωτής απασχόλησης στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, άσκησης εμπορικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα ή ως διαχειριστής ή νόμιμος εκπρόσωπος εμπορικής εταιρίας (όχι όμως και τις μη εμπορικές ιδιότητες μετόχου κεφαλαιουχικής ή ετερόρρυθμου εταίρου προσωπικής εταιρίας). Κατ’ εξαίρεση δεν θεωρούνται (α. 8 ν. 4194/2013) ασυμβίβαστες δραστηριότητες εκείνες που αφορούν την διδασκαλία, την έρευνα, τις τέχνες, την συγγραφή, την δημοσιογραφία, την συμμετοχή ως εταίρος ή διαχειριστής σε μη κερδοσκοπικά νομικά πρόσωπα, τις θέσεις μετακλητών σε κυβερνητικά όργανα, τους πραγματογνώμονες ή τεχνικούς συμβούλους, του εκκαθαριστή και κάθε άλλη που δεν απαγορεύεται ρητά από το προηγούμενο άρθρο. Επί της ουσίας επιτρέπονται δραστηριότητες μη εμπορικού και μη υπαλληλικού χαρακτήρα. Εκεί όμως που τελειώνει ο νόμος, ξεκινούν οι μύθοι.

Μύθος πρώτος, τα ασυμβίβαστα έχουν μόνο συμβολικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4194/2013, «Ο δικηγόρος υπερασπίζεται το Σύνταγµα και τα ανθρώπινα δικαιώµατα. Το λειτούργηµα του δικηγόρου έχει διαµορφώσει παραδοσιακά αξίες και κανόνες. Ο δικηγόρος έχει την υποχρέωση τήρησης εχεµύθειας. Και αυτό δεν αφορά µόνο προσωπικά τον ίδιο. Η κοινωνία πρέπει να εµπιστεύεται µε την προσφυγή της σε έναν δικηγόρο ότι αυτός δεν θα προδώσει αυτή την υποχρέωση. Η κοινωνία πρέπει να εµπιστεύεται το δικηγορικό λειτούργηµα συνολικά και συλλογικά. Ο δικηγόρος δεσµεύεται από το περιεχόµενο της εντολής που αποδέχτηκε, αλλά παραµένει ανεξάρτητος. Δεν δέχεται εντολές αντίθετες µε τα νόµιµα καθήκοντά του. Δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε υπόδειξη και εντολή αντίθετη µε το νόµο ή µη συµβατή µε τη φύση του λειτουργήµατός του». Τόσο ο κανόνας όσο και ο σκοπός του έχουν απόλυτα ουσιαστικό περιεχόμενο. Αφενός, την προστασία του δικηγόρου από εξαρτήσεις έναντι τρίτου, εκτός από τον εντολέα του, η σχέση εμπιστοσύνης με τον οποίο είναι και ο μείζων λόγος ύπαρξης του επαγγέλματος, αφού τα δικαιώματα αυτού καλείται να εκπροσωπήσει ενώπιον της Δικαιοσύνης. Η προστασία αυτή συνεπάγεται και την ιδιαίτερη ρύθμιση του καθεστώτος των εμμίσθων, οι οποίοι επίσης προστατεύονται απόλυτα από την εξάρτηση προς τον πάγιο εντολέα τους, τις υποχρεώσεις ωραρίου και άλλους όρους «υπαλληλοποίησης». Αφετέρου, την αποκλειστική αφοσίωση στο λειτούργημά του, επιστημονικά και επαγγελματικά, κατά τρόπο που να διασφαλίζει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας προς το πρόσωπό του. Χωρίς καμία διάθεση υποτίμησης κανενός επαγγέλματος, είναι προφανές ότι δεν συμβάλει στο θεσμικό κύρος ενός αναπόσπαστου μέλους της δικαστικής λειτουργίας ενώπιον της κοινωνίας η παράλληλη απασχόλησή του ως διανομέα ή ως ιδιοκτήτη του μανάβικου της γειτονιάς. Τα παραδείγματα είναι μεν «τραβηγμένα». Καθόλου όμως «τραβηγμένο» δεν είναι το ενδεχόμενο σύγκρουσης συμφερόντων (πχ περίπτωσης μεσίτη – δικηγόρου). Όλα πάντως «χωράνε» σε μια γενική κατάργηση ασυμβιβάστων, αφού αυτή σημαίνει ότι μισθωτή εργασία και εμπορική δραστηριότητα επιτρέπονται συνολικά.

Μύθος δεύτερος, τα ασυμβίβαστα αφορούν άλλες εποχές και έχουν ήδη καταργηθεί στην πράξη. Εδώ υφίσταται μια εσωτερική αντίφαση. Αν το υψηλό επίπεδο αξιοπρέπειας που διέκρινε την δικηγορία στο παρελθόν είναι κάτι στο οποίο στοχεύουμε συλλογικά (νομίζω εκεί στοχεύουμε όλοι), σίγουρα η τυπική κατάργηση του τελευταίου θεσμικού αναχώματος, ακόμα και αν αυτό έχει καταστεί «κενό γράμμα», σίγουρα αποτελεί απλή επιβεβαίωση της σημερινής, υποτιμημένης, κατάστασης. Η τυπική κατάργηση των ασυμβιβάστων, άρα και της θεσμικής προστασίας του επαγγέλματος, είναι απλώς παραίτηση από κεκτημένα και διεκδικήσεις δεκαετιών.

Μύθος τρίτος, τα ασυμβίβαστα δεν υπάρχουν πουθενά αλλού. Συνήθως συγκρίνονται οι δικηγόροι με άλλα επαγγέλματα (μηχανικοί, οικονομολόγοι κλπ), τα οποία δεν διαθέτουν ασυμβίβαστα. Η συσχέτιση είναι προφανώς λάθος στην βάση των ανόμοιων περιπτώσεων που συγκρίνονται. Το σύνολο των επαγγελμάτων αυτών είναι πράγματι επιστημονικά. Όχι όμως και με όμοιο λειτουργηματικό χαρακτήρα, ο οποίος αφορά την ιδιαίτερη θέση του δικηγόρου προς εκπροσώπηση πολιτών ενώπιον της διοίκησης και της Δικαιοσύνης. Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται και από ρυθμίσεις που αποδεικνύουν την θέση του ως αμίσθου δημόσιου λειτουργού (προτεραιότητες ή ειδικές ώρες εξυπηρέτησης, απουσία υποχρέωσης εξουσιοδότησης, μονοπώλιο εκπροσώπησης στην διοίκηση και την Δικαιοσύνη, διορισμός ως δικαστικοί αντιπρόσωποι στις διάφορες εκλογές κλπ). Είναι συνεπώς τόσο εσφαλμένη η σύγκριση δικηγόρων με άλλα επιστημονικά επαγγέλματα (ως προς το θεσμικό χαρακτήρα) όσο και η σύγκριση των δικαστών με τους υπαλλήλους του δημοσίου τομέα.  Μια ορθή σύγκριση ασφαλώς θα ήταν εκείνη της θέσης των δικηγόρων στην Ελλάδα με την αντίστοιχη σε άλλη ευρωπαϊκά κράτη. Εκεί όμως η πραγματικότητα επιβεβαιώνει την δική μας θέση: τα ασυμβίβαστα αποτελούν τον συντριπτικό κανόνα (ενδεικτικά: α. 18 ν. 247/2012 στην Ιταλία, α. 6 Κώδικα Δικηγόρων στην Γαλλία, α. 21 επ. Κώδικα Δικηγόρων στην Ισπανία). Τα ίδια λέει και ο κώδικας δεοντολογίας δικηγόρων της CCBE (α. 21.2.5).

Μύθος τέταρτος, προέχει ο βιοπορισμός. Πράγματι. Βεβαίως, οι λόγοι που καθιστούν αδύνατο τον βιοπορισμό των περισσότερων εξ ημών δεν έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι δεν μπορούμε να κάνουμε «μεροκάματα» και αλλού. Στην πραγματικότητα αυτό οφείλεται πρώτιστα στην γενικότερη κακή οικονομική κατάσταση της τελευταίας 10ετίας, η οποία συνοδεύτηκε και από την ραγδαία αύξηση των οικονομικών υποχρεώσεών μας. Αυτή όμως η οικονομική κατάσταση ισχύει (ίσως είναι και χειρότερη) για όλα τα επαγγέλματα και τους μισθωτούς. Παράλληλα, όμως, οφείλεται και σε εμάς τους ίδιους. Δεν αναφέρομαι μόνο στις αμοιβές που ζητούμε από τους εντολείς, συχνά κάτω των προβλεπόμενων ελαχίστων. Αναφέρομαι κυρίως στους όρους απασχόλησης των συνεργατών, οι οποίοι δεν διασφαλίζονται καν σε συμβολικό επίπεδο από τον Κώδικα Δικηγόρων. Αν ο (συνδικαλιστικός) στόχος λοιπόν είναι η αύξηση των εισοδημάτων όσων εξ ημών αντιμετωπίζουν δυσχέρειες, γιατί να μην ξεκινήσουμε θέτοντας ελάχιστα όρια αμοιβών και στους συνεργάτες; Το ερώτημα είναι προφανώς ρητορικό, διότι ο στόχος δεν είναι αυτός, αλλά ακριβώς το αντίθετο, ήτοι η παγιοποίηση της οικονομικής επισφάλειας μεγάλης μερίδας συναδέλφων ή έστω η εύρεση εισοδημάτων από οπουδήποτε αλλού εκτός από εκείνους τους συναδέλφους που τους απασχολούν.

Το συμπέρασμα όλων αυτών είναι απλό. Κατόπιν μιας σειράς συνδικαλιστικών αποτυχιών το τελευταίο έτος, κατά το οποίο ο κλάδος έμεινε χωρίς καμία ενίσχυση εν μέσω πανδημίας, και έλλειψης ουσιαστικών ιδεών, το συγκεκριμένο όργανο αναζήτησε μια «εύκολη», για το ίδιο, διέξοδο, παρά τους κινδύνους που αυτή ενέχει. Διότι προφανώς δεν συζητούμε για μέτρο προσωρινό. Αν μάλιστα δεν πρόκειται ούτε για ήπιες και θεσμικά ίσως ανεκτές μεταβολές (πχ η παροχή δυνατότητας πολυεπαγγελματικών εταιριών ή άρση ασυμβιβάστου για ορισμένους μόνο σκοπούς, τα οποία αφορούν πιθανότατα λίγους εξ ημών), τότε πρόκειται για μια κίνηση που κινδυνεύει να καταστήσει την δικηγορία πάρεργο. Η ιδέα αυτή της Συντονιστικής οδηγεί στην πτώση του τελευταίου αναχώματος που προστατεύει το δικηγορικό επάγγελμα από την εξίσωση προς τα κάτω, που έχει ήδη επέλθει στους περισσότερους άλλους κλάδους. Αποτελεί επίσης ταφόπλακα κάθε διεκδίκησης του κλάδου, αυτοαναίρεση και ομολογία αποτυχίας της ίδιας της Συντονιστικής, καθώς, όπως όλοι θυμόμαστε, πάντοτε το επιχείρημα ήταν ο λειτουργηματικός χαρακτήρας του επαγγέλματός μας. Είναι, τέλος η περίτρανη απόδειξη ότι αν δεν έχει κανείς να προτείνει κάτι ουσιαστικό, καλύτερα να μην προτείνει τίποτα.

Μιχαήλ Β. Μήττας

Δικηγόρος παρ’ Εφέταις, ΥπΔΝ

Μέλος ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης

 

Σχόλια