Σχέση Διοικητικής με Πολιτική και Ποινική Δίκη – Η αρχή “NE BIS IN IDEM»

Άρθρο του Αντώνη Π. Αργυρού, Δικηγόρου ΑΠ

0

«Οἱ νόμοι δ᾽ οὐκ ἐῶσι δὶς πρὸς τὸν αὐτὸν περὶ τῶν αὐτῶν οὔτε δίκας οὔτ᾽ εὐθύνας οὔτε διαδικασίαν οὔτἄλλο τοιοῦτ᾽ οὐδὲν εἶναι»[1]

Η βελτίωση της απονομής δικαιοσύνης συναρτάται ευθέως με την βελτίωση του επενδυτικού κλίματος. Ο Jean-Claude Juncker είπε σε ομιλία του ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ότι «τα αποτελεσματικά συστήματα δικαιοσύνης στηρίζουν την οικονομική ανάπτυξη και υπερασπίζονται τα θεμελιώδη δικαιώματα. Αυτός είναι ο λόγος που η Ευρώπη προάγει και προασπίζει το κράτος δικαίου» [2] Η αρχή ne bis in idem (ή nοn bis in idem, όπως αλλιώς αναφέρεται) περιλαμβάνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 22.11.1984 που κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987 (ΦΕΚ Α’ 89/12.6.1987) και προβλέπει ότι «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή να καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους, για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού» Είναι κατά την άποψη μας ορθό να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα της παράλληλης πρόβλεψης διοικητικών και ποινικών κυρώσεων για την αυτή πράξη, ενόψει της αρχής ne bis in idem και όσα έχουν κριθεί από το ΕΣΔΑ[3] και το ΣτΕ[4]. Η με Aριθμό  359/2020 Απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ έκρινε ότι: «Επειδή, η αρχή ne bis in idem, η οποία κατοχυρώνεται στην προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ, αποτελεί, επίσης, γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. ΣτΕ Ολομ. 1741/2015 και τις εκεί παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ), η οποία έχει πλέον ενσωματωθεί στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης (2000/C 364/01 – στο εξής, Χάρτης) και βρίσκει πεδίο εφαρμογής σε υπόθεση όπως η παρούσα, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη της Ένωσης δεσμεύονται από τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου κατά τη θέσπιση και επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις της ενωσιακής τελωνειακής/φορολογικής νομοθεσίας (βλ. ΣτΕ Ολομ. 1741/2015, 1887/2018 επταμ.). Η ανωτέρω αρχή του ενωσιακού δικαίου και το άρθρο 50 του Χάρτη έχουν ανάλογο κανονιστικό περιεχόμενο με εκείνο του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ (βλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ., 1102-1104/2018 επταμ. και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 60-62), λαμβανομένου, ιδίως, υπόψη ότι (α) κατά τους ανωτέρω κανόνες του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου, ο “ποινικός” χαρακτήρας των διοικητικών κυρώσεων εκτιμάται βάσει κριτηρίων παρόμοιων με τα κριτήρια Engel που έχει υιοθετήσει το ΕΔΔΑ και, κατ’ ακολουθίαν, έχουν “ποινική” φύση διοικητικά πρόστιμα σημαντικού ύψους, όπως το ένδικο πολλαπλό τέλος, που επιβάλλονται για την αποτροπή και την καταστολή παραβάσεων της φορολογικής/τελωνειακής νομοθεσίας (βλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ. και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-514/15, Menci, σκ. 26-33) και (β) κατά την ως άνω γενική αρχή του ενωσιακού δικαίου και τα άρθρα 50 και 52 (παρ. 1) του Χάρτη, η εξακολούθηση διαδικασίας ή δίκης για την επιβολή τέτοιου (“ποινικής” φύσης) διοικητικού προστίμου βαίνει, κατ’ αρχήν, προδήλως πέραν των όσων απαιτούνται για την επίτευξη του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της καταπολεμήσεως της δασμοφοροδιαφυγής και της εισπράξεως των οφειλόμενων φόρων ή/και δασμών, εφόσον υπάρχει είτε αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που διαπιστώνει ότι δεν στοιχειοθετείται η επίμαχη φορολογική παράβαση (βλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ., 951/2018 επταμ. και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-596/16 και C-597/16, Di Puma & Zecca, σκ. 33-34 και 41-45, σε συνδυασμό με ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 41, 46 και 52), είτε αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία επιβλήθηκε ποινή δυνάμενη να καταστείλει τη διαπραχθείσα παράβαση κατά τρόπο αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό (βλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ., 951/2018 επταμ. και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-537/16, Garlsson Real Estate SA και άλλοι, σκ. 48 και 57-59, σε συνδυασμό με ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 41, 46 και 52).

Ειδικότερα, σε υπόθεση τελωνειακής παραβάσεως λαθρεμπορίας, όπως η παρούσα, δεν δικαιολογείται η εξακολούθηση της διοικητικής δίκης περί της επιβολής πολλαπλού τέλους, μετά την έκδοση τέτοιας αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου, ενόψει και του ότι (i) οι δύο επίμαχες “ποινικές” διαδικασίες επιδιώκουν, κατ’ αρχήν, κοινούς (και όχι πρόσθετους) σκοπούς και δεν αφορούν σε διαφορετικές όψεις της ίδιας παράνομης συμπεριφοράς (βλ. ανωτέρω σκέψη 7, σε συνδυασμό με ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-596/16 και C-597/16, Di Puma & Zecca, σκ. 42-44 και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 44-45), και (ii) το οικείο νομοθετικό πλαίσιο (βλ. ανωτέρω σκέψη 4) δεν περιέχει κανόνες (εκτός της δεσμεύσεως του διοικητικού δικαστηρίου από αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση, όσον αφορά την ενοχή του δράστη), οι οποίοι να διασφαλίζουν συντονισμό των δύο διαδικασιών, προκειμένου να μειωθεί στο απολύτως αναγκαίο η πρόσθετη επιβάρυνση που συνεπάγεται για τους καθ’ ων η σώρευση “ποινικών” διώξεων και κυρώσεων (πρβλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 52-55).»

Είναι κατά την άποψη μας ορθό να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα της παράλληλης πρόβλεψης διοικητικών και ποινικών κυρώσεων για την αυτή πράξη[5], ενόψει της αρχής ne bis in idem και όσα έχουν κριθεί από το ΕΣΔΑ και το ΣτΕ. Κατά την άποψή μας, θα ήταν προτιμότερη μια καθαρή λύση (ευθείας) αποποινικοποίησης συγκεκριμένων πράξεων (οι οποίες θα συνιστούσαν εφεξής μόνο διοικητικές κυρώσεις). Αποποινικοποίηση αδικημάτων ήσσονος σημασίας  και αντικειμένου κατωτέρου των 120.000€(όπως είναι τα πολεοδομικά, τα ασφαλιστικά, τα φορολογικά κ.λπ.) και μετατροπή τους σε διοικητικές παραβάσεις (με επιβολή αναλογικών διοικητικών κυρώσεων, π.χ. προστίμων), ώστε να αποφεύγεται ο αχρείαστος ηθικός στιγματισμός των πολιτών αλλά και υπέρμετρη επιβάρυνση των δικαστηρίων. Σε καμία περίπτωση πάντως δεν νοείται αποποινικοποίηση ορισμένων βαρύτατων συμπεριφορών (π.χ. νοθεία τροφίμων, ρύπανση θάλασσας κα) στο βαθμό που αυτές στον ποινικό νόμο τυποποιούνται ως κακουργήματα. Όμως η χρυσή τομή για ορισμένες σοβαρές περιπτώσεις (πχ. φοροδιαφυγής)θα ήταν η αναστολή της ποινικής διώξεως μέχρις ότου αποφανθεί τελεσίδικα η διοικητική δικαιοσύνη επί της υποθέσεως. Πράγματι, ακόμη και όταν θα αποδειχθεί στη διοικητική δίκη ότι τελέστηκε ορισμένη παράβαση (και προφανώς και το αντίστοιχο ποινικό αδίκημα), η ποινική καταδίκη του δράση, μετά την άρση της αναβολής ή αναστολής της ποινικής διαδικασίας, πιθανολογείται αφού κατά την νομολογία που προέκυψε με την 359/2020 Απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, κατά τη άποψη μας  δεν  θα έρχεται σε αντίθεση με την αρχή ne bis in idem.

Η διατήρηση της ισχύουσας κατάστασης της παράλληλης πρόβλεψης διοικητικών και ποινικών κυρώσεων για την αυτή πράξη οδηγεί στην υπέρμετρη καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης και σε ατιμωρησία όταν μάλιστα στη χώρα μας, τέλος, όχι σπάνια εκδικάζονται κακουργήματα μετά από 17 ή 18 χρόνια, στα όρια δηλαδή σχεδόν της εικοσαετούς τους παραγραφής, ακόμη κι όταν δεν έχει μεσολαβήσει μακρύ χρονικό διάστημα από την τέλεση του εγκλήματος μέχρι την άσκηση της ποινικής δίωξης.

[1] Δημοσθένης, περί της ατέλειας προς Λεπτίνην, 20. 147 «{Οι νόμοι δεν επιτρέπουν να υπάρχουν δύο φορές κατά του ίδιου προσώπου για τα ίδια πράγματα, ούτε δίκες, ούτε αγωγές, ούτε λογοδοσίες, ούτε διαδικασίες, ούτε άλλο παρόμοιο} (ΠΗΓΗ: ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της ΔΑΦΝΗΣ Δημητρίου ΜΑΘΙΟΥΛΑΚΗ «Η ΑΡΧΗ NE BIS IN IDEM ΚΑΙ Ο «ΔΙΑΛΟΓΟΣ» ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ» Αθήναι 2017)[2] Ομιλία για την κατάσταση της Ένωσης το 2016, η οποία εκφωνήθηκε ενώπιον του Ευρωπαϊκού  Κοινοβουλίου στις 14 Σεπτεμβρίου   2016: https://ec.europa.eu/priorities/state-union-2016_el

[3] ΕΔΔΑ Εngel και λοιποί κατά Ολανδίας, 8.6.1976, Καπετάνιος κατά Ελλάδος

[4] ΣτΕ 2067/2011 Η διοικητική διαδικασία επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας είναι αυτοτελής σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία., ΣτΕ 39/2018,[5] ΕΔΔΑ, Μαμιδάκης κατά Ελλάδας (αριθ.35533/04), απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2007,

Σχόλια