ΣτΕ 1089/21: Διαγωνισμός για πρόσληψη δικαστών των Ενόπλων Δυνάμεων – Δείκτης μάζας σώματος

0

ΣτΕ 1089/2021, 7μ.
Πρόεδρος: Δ. Σκαλτσούνης
Εισηγήτρια: Ε. Κουλεντιανού

Δικαστικοί λειτουργοί των Ενόπλων Δυνάμεων- Διαγωνισμός για πλήρωση κενών θέσεων- Έλεγχος σωματικής ικανότητας των υποψηφίων- Διατήρηση δείκτη μάζας σώματος εντός των ορίων που ισχύουν για τους στρατιωτικούς εν γένει- Δεν παραβιάζονται οι αρχές ισότητας, αξιοκρατίας και αναλογικότητας- Απορρίπτει αίτηση ακυρώσεως. Μειοψηφία.

Οι δικαστικοί λειτουργοί του δικαστικού σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων, λόγω της διττής ιδιότητάς τους ως δικαστικών λειτουργών και στρατιωτικών, ασκούν καθήκοντα τα οποία δεν είναι άσχετα προς την στρατιωτική υπηρεσία, ο δε νομοθέτης δύναται να ρυθμίσει το καθεστώς επιλογής και της υπηρεσιακής τους κατάστασής κατ’ εκτίμηση της ιδιομορφίας τους, με την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζονται οι αρχές της αξιοκρατίας, της ορθολογικής οργάνωσης της υπηρεσίας και της αναλογικότητας καθώς και η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων τους. Κατά συνέπεια, σε αρμονία προς το Σύνταγμα, η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 6 παρ. 4 του Κώδικα Δικαστικού Σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων επιτρέπει τη θέσπιση προϋποθέσεων, προσόντων και ικανοτήτων για τους υποψηφίους, που συνδέονται προς τα καθήκοντα των μελών του δικαστικού σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων και είναι απαραίτητα για την αποτελεσματική άσκησή τους. Τα προσόντα και ικανότητες επιλογής και διορισμού στις σχετικές θέσεις μπορεί να ανάγονται στην ηθική και πνευματική συγκρότηση, στην επιστημονική κατάρτιση αλλά και στη σωματική ικανότητα και υγεία των υποψηφίων, που είναι κατάλληλα και αναγκαία για την εξυπηρέτηση της αποτελεσματικής λειτουργίας του εν λόγω Σώματος υπό τις ειδικές συνθήκες της αποστολής του. Τα καθήκοντα των δικαστικών λειτουργών του δικαστικού σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων είναι αμιγώς δικαστικής ή πάντως, επί διοικητικών καθηκόντων, νομικής φύσης. Η άσκηση όμως αυτών συνδέεται και ακολουθεί το πεδίο δράσης και αποστολής των Ενόπλων Δυνάμεων, αφού συνίσταται στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στις Ένοπλες Δυνάμεις, που μπορεί να λαμβάνει χώραν σε χώρους ή τόπους δυσπρόσιτους ή σε συνθήκες πολέμου. Για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων δικαστικών λειτουργών (Παρέδρων) στο δικαστικό σώμα των Ενόπλων Δυνάμεων διενεργείται διαγωνισμός, κατά τον οποίο οι υποψήφιοι εξετάζονται γραπτά και προφορικά, παράλληλα δε κρίνεται και η σωματική ικανότητα και υγεία τους. Στο πλαίσιο της τελευταίας εξέτασης λαμβάνεται υπόψη ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) των υποψηφίων. Ο δείκτης αυτός συνιστά δείκτη σωματικής υγείας, προσδιοριζόμενος από το πηλίκο ενός δυνάμενου, με προϋποθέσεις, να μεταβληθεί σωματικού στοιχείου (βάρους), προς ένα μη μεταβλητό (ύψος), του οποίου η διατήρηση μέσα σε ορισμένα όρια θεμιτώς απαιτείται από τον νομοθέτη κατά το στάδιο εισόδου, με οποιαδήποτε ιδιότητα, στις Ένοπλες Δυνάμεις. Η προϋπόθεση ΔΜΣ για την κατάληψη θέσεων μελών του δικαστικού σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων αποτελεί μέθοδο εκτίμησης της κατάστασης της υγείας και του επιπέδου κινδύνου νόσησης και προβλημάτων υγείας, επιδέχεται δε βελτίωσης με την κατάλληλη θεραπεία ή φροντίδα. Κατά συνέπεια, η απαίτηση της συνδρομής του καθοριζομένου ΔΜΣ ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των ειδικών συνθηκών της αποστολής και της λειτουργίας του δικαστικού σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων που συνδέεται με την επιχειρησιακή δράση τους και την ακολουθεί. Λόγω δε του ειδικού συνδέσμου των δύο αυτών υπηρεσιών (στρατιωτικής και δικαστικής) δικαιολογείται η θέσπιση της εν λόγω προϋπόθεσης. Συνεπώς, η θέσπιση προσόντων σωματικής ικανότητας και υγείας, και ειδικότερα του ΔΜΣ, δικαιολογείται από αποχρώντες λόγους δημοσίου συμφέροντος και δεν παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία κατοχυρώνεται η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα κατά τον λόγο της προσωπικής αξίας και ικανότητας, ούτε τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας ή άλλη αρχή του διοικητικού δικαίου.
Αντιθέτως, σύμφωνα με τη γνώμη του Προέδρου, μιας Συμβούλου και μιας Παρέδρου, ο αποκλεισμός υποψηφίων από διαγωνισμό προς πλήρωση θέσεων δικαστικών λειτουργών του Δικαστικού Σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων για τον λόγο ότι ο ΔΜΣ υπερβαίνει το ανώτατο επιτρεπτό για τους λοιπούς κατατασσόμενους στις Ένοπλες Δυνάμεις όριο, δεν δικαιολογείται από αποχρώντες λόγους δημοσίου συμφέροντος, ούτε τελεί σε προφανή συνάφεια προς το αντικείμενο των καθηκόντων των δικαστικών λειτουργών των Ενόπλων Δυνάμεων. Τούτο διότι, ναι μεν η διττή ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού και του στρατιωτικού δικαιολογεί, κατ’ αρχήν, τη θέσπιση ειδικών προσόντων διορισμού στις θέσεις αυτές, τα οποία ανάγονται όχι μόνο στην ηθική και πνευματική συγκρότηση αλλά και στη σωματική ικανότητα των υποψηφίων, όπως είναι ο ΔΜΣ, ο οποίος επιτρεπτώς θεσπίζεται και για τους υποψηφίους δικαστικούς λειτουργούς των Ενόπλων Δυνάμεων. Η θέσπιση όμως των ορίων ΔΜΣ πρέπει να τελεί σε συνάφεια προς τα καθήκοντα των στρατιωτικών δικαστών και να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, να κινείται δε εντός των ορίων που διαγράφονται από τις αρχές της ισότητας, η οποία δεν επιτρέπει την ομοιόμορφη μεταχείριση περιπτώσεων που δεν τελούν υπό όμοιες συνθήκες, παρά μόνο για αποχρώντα λόγο δημοσίου συμφέροντος, και της αξιοκρατίας. Οι δικαστικοί λειτουργοί του Δικαστικού Σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων, παρά τη στρατιωτική τους ιδιότητα, δεν λαμβάνουν στρατιωτική εκπαίδευση, παρά μόνον εκπαίδευση συναφή με την άσκηση του δικαιοδοτικού τους έργου, αξιολογούνται δε βάσει κριτηρίων σχετιζόμενων μόνο με την άσκηση του έργου αυτού. Εξάλλου, τα καθήκοντά τους δεν σχετίζονται με την παροχή στρατιωτικής υπηρεσίας, αλλά είναι αμιγώς δικαστικής ή νομικής φύσης. Για την αποτελεσματική δε άσκηση των καθηκόντων αυτών, κατά κοινή πείρα, δεν ασκεί επιρροή τυχόν αυξημένος ΔΜΣ, στο μέτρο που δεν επηρεάζει τη σωματική υγεία, ούτε απαιτούνται για τον στρατιωτικό δικαστή σωματικές ικανότητες όμοιες προς αυτές των λοιπών στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων που ασκούν κατεξοχήν στρατιωτικά καθήκοντα αναγόμενα στην Εθνική Άμυνα της χώρας, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη η πρόβλεψη του ίδιου με τα ανωτέρω στελέχη ΔΜΣ κατά την είσοδο δικαστικού λειτουργού στο Δικαστικό Σώμα των Ενόπλων Δυνάμεων. Άλλωστε, τούτο έχει ήδη αναγνωρίσει ο νομοθέτης για τους στρατιωτικούς ιερείς, οι οποίοι, όπως και οι στρατιωτικοί δικαστές, δεν ασκούν καθήκοντα στρατιωτικής φύσης, για τους οποίους έχει θεσπίσει αυξημένο ανώτατο όριο ΔΜΣ. Συνεπώς, ρύθμιση, με την οποία αποκλείεται από διαγωνισμό για την κατάληψη των εν λόγω θέσεων υποψήφιος, του οποίου ο ΔΜΣ δεν ευρίσκεται μέσα στα οριζόμενα όρια, δεν ευρίσκει έρεισμα στο άρθρο 6 παρ. 4 του Κώδικα Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη μειοψηφούσα γνώμη ενός Παρέδρου: Ι. Οι στρατιωτικοί δικαστές δεν είναι αξιωματικοί, δεν τους παρέχεται εισαγωγική ή δια βίου στρατιωτική εκπαίδευση, δεν τελούν σε σχέση ιεραρχικής εξάρτησης με τα λοιπά στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, ΙΙ. i) η συνύπαρξη αφενός στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, που έλαβαν εισαγωγική στρατιωτική εκπαίδευση στις στρατιωτικές σχολές ή το Στράτευμα και διαρκή εκπαίδευση κατά την υπηρεσία τους, αφετέρου μη εκπαιδευθέντων στρατιωτικών δικαστών, υπέρβαρων ή μη, θα είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας προδήλως επιζήμια αν λαμβάνει χώρα υπό συνθήκες πολεμικής εμπλοκής ή προέλασης, προφύλαξης ή οπισθοχώρησης στρατιωτικών μονάδων, ii) το δίκαιο των Ενόπλων Δυνάμεων και, μάλιστα, ως ισχύει σε καιρό πολέμου, αρκεί προς επείγουσα αντιμετώπιση συμπεριφορών που αναιρούν ή δυσχεραίνουν τη συλλογική δράση των στρατιωτικών μονάδων και αποκατάσταση της καλής λειτουργίας αυτών, χωρίς την αδήριτη ανάγκη επείγουσας εφαρμογής του στρατιωτικού ποινικού δικαίου κατά το χρονικό αυτό σημείο, μετά την κατάργηση της θανατικής ποινής σε καιρό πολέμου. ΙΙΙ. Οι στρατιωτικοί ιερείς είναι, σε αντίθεση με τους στρατιωτικούς δικαστές, αξιωματικοί των Ενόπλων Δυνάμεων, συγκροτούν δε το Κοινό Σώμα Στρατιωτικών Ιερέων. Η παρουσία των τελευταίων εγγύς του πεδίου της μάχης είναι αναγκαία προς ενίσχυση του ηθικού των (θρησκευομένων) στρατιωτικών και προς παρηγορία των εχόντων ανάγκη. Παρά ταύτα, οι υποψήφιοι στρατιωτικοί ιερείς απαιτείται να μην είναι παχύσαρκοι (να μην έχουν ΔΜΣ ίσο ή ανώτερο του 35), ενώ οι υποψήφιοι στρατιωτικοί δικαστές να μην είναι υπέρβαροι (να μην έχουν ΔΜΣ ίσο ή ανώτερο του 27). Εξαιτίας τούτου, οι ρυθμίσεις περί ΔΜΣ δεν έχουν την απαιτούμενη από τις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας και της αναλογικότητας συνοχή και συστηματικότητα. IV. Η κρίση ότι “ο ΔΜΣ επιδέχεται βελτιώσεως με την κατάλληλη θεραπεία ή φροντίδα”, ώστε οι υποψήφιοι να μην έχουν σχετικό κώλυμα, δεν διατυπώνεται στις προπαρασκευαστικές εργασίες των κρίσιμων νομοθετημάτων, δεν εκφέρθηκε από τη Διοίκηση και δεν προκύπτει από μελέτες ή άλλα στοιχεία της δικογραφίας. Η κρίση δε αυτή δεν μπορεί να εκφερθεί ως γεγονός γνωστό σε όλους, δεδομένου ότι, αντιθέτως, είναι κοινώς γνωστό ότι οι προσπάθειες αποκατάστασης του ΔΜΣ σε φυσιολογικά επίπεδα, στη συντριπτική τους πλειοψηφία αποτυγχάνουν, ούτε φαίνεται να υφίσταται ακόμη τρόπος θεραπείας αποτελεσματικός και χωρίς σοβαρές παρενέργειες.

Σχόλια