spot_img
spot_img
ΑρχικήLaw NewsΣτΕ Δ 1088/2023: Απόφαση ΑΠ επί διαφωνίας για όνομα και έμβλημα πολιτικού...

ΣτΕ Δ 1088/2023: Απόφαση ΑΠ επί διαφωνίας για όνομα και έμβλημα πολιτικού κόμματος – Εκλογική διαφορά δικαιοδοσίας ΑΕΔ

spot_img

ΣτΕ 1088/2023 Δ΄ Τμ.
Πρόεδρος: Σπ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Ιω. Παπαγιάννης, Πάρεδρος

Βουλευτικές εκλογές. Διαφωνία για τη χρήση ονόματος και εμβλήματος πολιτικού κόμματος κατά την προεκλογική περίοδο. Η αμφισβήτηση της απόφασης του αρμόδιου Τμήματος του Αρείου Πάγου δημιουργεί εκλογική διαφορά η επίλυση της οποίας υπάγεται στη δικαιοδοσία του ΑΕΔ (άρ. 58 και 100 παρ. 1 περ. α Συντ και 6 περ. α ν. 345/76). Οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου που επιλύουν διαφωνίες για τη χρήση ονόματος και εμβλήματος πολιτικού κόμματος εντός ή εκτός προεκλογικής περιόδου δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως, διότι είναι πράξεις δικαστικής και όχι διοικητικής αρχής (άρ. 95 παρ. 1 περ. α Συντ.)

I. Οι πράξεις των δικαστικών αρχών, ακόμη και αν το περιεχόμενό τους δεν αφορά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας αλλά αναφέρεται σε ζητήματα διοικητικής φύσεως, δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως κατά το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α του Συντ. (βλ. ΣτΕ 1452/2019 επτ., 3773/2011 Ολομ., 611/2009 επτ., 3034/2008 Ολομ., 2190/2001 επτ., 1160/1989 Ολομ., 591/1976 Ολομ.). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ 29/2010 και 3/2005), ο νομοθέτης οργάνωσε με τις διατάξεις των άρθρ. 58 και 100 του Συντ., του ν. 345/1976 και της εκλογικής νομοθεσίας, όπως κάθε φορά ισχύει, ειδικό σύστημα επίλυσης των διαφωνιών που ανακύπτουν ως προς τη χρήση του ονόματος ή του εμβλήματος πολιτικών κομμάτων, συνασπισμών κομμάτων και άλλων εκλογικών σχηματισμών. Επί των διαφωνιών αυτών αποφαινόταν αρχικά ειδική επιτροπή συγκροτούμενη από τον Πρόεδρο, τον Εισαγγελέα και τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, καθώς και τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Εκλογών του Υπουργείου Εσωτερικών, σύμφωνα με τη σχετική ρύθμιση της εκλογικής νομοθεσίας (βλ. άρθρ. 38 του π.δ. 55/1999), όπως ίσχυσε έως την αντικατάστασή της με το άρθρ. 29 παρ. 7 του ν. 3023/2002. Η ως άνω επιτροπή, όπως είχε κριθεί (ΣτΕ 3077/2002 επτ.), αποτελούσε συλλογικό όργανο της Διοίκησης και εξέδιδε εκτελεστές διοικητικές πράξεις υποκείμενες σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με τις νεότερες όμως ρυθμίσεις της εκλογικής νομοθεσίας, αρχής γενομένης από το άρθρ. 29 παρ. 7 του ν. 3023/2002, όπως έως και σήμερα ισχύουν, η αρμοδιότητα αυτή ανατέθηκε – επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα ( ΑΕΔ 3/2005) – στο αρμόδιο για την εκλογική διαδικασία Τμήμα (Α1) του Αρείου Πάγου (ως υπόθεση ήδη της εκούσιας δικαιοδοσίας). Οι εν λόγω διαφωνίες επιλύονται από το Τμήμα αυτό είτε ανακύπτουν εντός της προεκλογικής περιόδου, με βάση τις υποβαλλόμενες εκλογικές δηλώσεις του ονόματος και του εμβλήματος των κομμάτων, είτε εκτός προεκλογικής περιόδου, όταν η διαφωνία ανακύπτει με βάση τις ιδρυτικές δηλώσεις των κομμάτων που υποβάλλονται οποτεδήποτε. Η απόφαση, ειδικότερα, του αρμοδίου Τμήματος του Αρείου Πάγου που εκδίδεται επί διαφωνίας για τη χρήση ονόματος ή εμβλήματος κατά την προεκλογική περίοδο αποτελεί προπαρασκευαστική πράξη της εκλογής. Η απόφαση αυτή δεν υπόκειται μεν σε αυτοτελή προσβολή με ένσταση ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, διότι συγχωνεύεται, όπως και η απόφαση του ίδιου Τμήματος για την ανακήρυξη των υποψηφιοτήτων, στην τελική πράξη της εκλογικής διαδικασίας (ανακήρυξη βουλευτών και αναπληρωματικών)· με την ένσταση όμως που ασκείται από κάθε νομιμοποιούμενο πρόσωπο κατά της τελικής αυτής πράξης μπορεί να συμπροσβάλλεται και να αμφισβητείται ως προς τη νομιμότητά της και η απόφαση που επιλύει τη διαφωνία για τη χρήση του ονόματος ή εμβλήματος. Κατά συνέπεια, η αμφισβήτηση της απόφασης αυτής του Αρείου Πάγου, όταν εκδίδεται κατά την προεκλογική περίοδο, δημιουργεί εκλογική διαφορά, η επίλυση της οποίας υπάγεται στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ 29/2010). Το Δικαστήριο εξάλλου αυτό, ως αποκλειστικώς αρμόδιο κατά το Σύνταγμα (άρθρα 58 και 100 παρ. 1 περ. α) για την επίλυση του συνόλου των διαφορών που ανακύπτουν κατά την εκλογική διαδικασία, έχει την εξουσία με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και με το άρθρ. 20 παρ. 1 του Συντάγματος, να διατάσσει κάθε πρόσφορο μέτρο για τη διασφάλιση της παροχής πλήρους και αποτελεσματικής έννομης προστασίας σε κάθε θιγόμενο παράγοντα της εκλογικής διαδικασίας (πολιτικό κόμμα κλπ), συμπεριλαμβανομένης της τυχόν αναγκαίας επανάληψης της εκλογής κατά τρόπο που αυτή να μπορεί να διεξαχθεί, χωρίς να επηρεάζεται από τη διαπιστωθείσα παράβαση.
ΙΙ. Οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες επιλύουν διαφωνίες για τη χρήση ονόματος ή εμβλήματος πολιτικού κόμματος εντός ή εκτός προεκλογικής περιόδου δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, διότι είναι πράξεις δικαστικής και όχι διοικητικής αρχής. Ως εκ τούτου, η κρινόμενη αίτηση ασκείται απαραδέκτως.
III. Οι ισχυρισμοί των αιτούντων α) ότι η αίτηση αυτή επιβάλλεται να εκδικαστεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, διότι η προβλεπόμενη από το άρθρ. 38 του π.δ. 26/2012 διαδικασία υπεράσπισης του καθ’ ου η προσφυγή πολιτικού κόμματος ενώπιον του Αρείου Πάγου είναι αντίθετη στα άρθρ. 20 παρ. 1 του Συντ. και 6 της ΕΣΔΑ ως μη εξασφαλίζουσα αποτελεσματική δικαστική προστασία, β) ότι σε κάθε περίπτωση, μία εκλογική δίκη ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου θα απέβαινε στην πράξη αλυσιτελής γι’ αυτούς λόγω της εξαιρετικής δυσχέρειας να αποδείξουν, φέροντας το σχετικό βάρος, ότι ο αποκλεισμός ενός μικρού κόμματος από τις εκλογές, όπως το αιτούν, θα μπορούσε να επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα, οπότε και μόνο το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο θα μπορούσε να ακυρώσει τις εκλογές και γ) ότι εντέλει δεν τους ενδιαφέρει να ακυρώσουν τις διεξαχθείσες εκλογές, αλλά μόνο να διαγνωστεί η προσβολή του δικαιώματός τους να συμμετάσχουν απορρίφθηκαν με την εξής σκέψη: οι ανωτέρω ισχυρισμοί, ακόμη και αν προβάλλονταν βασίμως, δεν θα μπορούσαν να άρουν το απαράδεκτο της προσβολής με αίτηση ακυρώσεως πράξεων δικαστικής αρχής, το οποίο απορρέει ευθέως από το Σύνταγμα (άρθρ. 95 παρ. 1 περ. α). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι η έγερση της σχετικής εκλογικής διαφοράς ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου εξασφαλίζει πλήρη και αποτελεσματική δικαστική προστασία στα θιγόμενα πρόσωπα. Τούτο δεν αναιρείται εκ του ότι για την άσκηση και εκδίκαση της ένστασης από το ανωτέρω Δικαστήριο ο νόμος θεσπίζει προϋποθέσεις, οι οποίες συνεπάγονται για τους ενισταμένους και δικονομικά βάρη (όπως το βάρος απόδειξης), σε κάθε δε περίπτωση κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων δικονομικών διατάξεων το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης υπόθεσης, ώστε να διασφαλίζεται η παροχή αποτελεσματικής έννομης προστασίας.
ΙV. Ο ισχυρισμός των αιτούντων ότι η Βουλή που προήλθε από τις εκλογές της 21.5.2023 διαλύθηκε ήδη, με συνέπεια να μην υφίσταται πλέον αντικείμενο δίκης ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου για τις παραβάσεις που έλαβαν χώρα κατά τη διαδικασία των εκλογών αυτών – πέραν του ότι για το ζήτημα αυτό μόνο αρμόδιο να αποφανθεί είναι το ίδιο το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο- απορρίφθηκε ως αλυσιτελής με την εξής σκέψη: οι εκλογικές δηλώσεις των πολιτικών κομμάτων με το συγκεκριμένο όνομα και το συγκεκριμένο έμβλημά τους δεν υποβάλλονται άπαξ, αλλά, όπως και η επίλυση των διαφωνιών που τυχόν ανακύπτουν από το αρμόδιο Τμήμα του Αρείου Πάγου, μπορεί να επαναλαμβάνονται ενόψει κάθε επικείμενης εκλογής. Ως εκ τούτου, εάν ανακύψει εκλογική διαφορά εξαιτίας οποιασδήποτε από τις επαναλαμβανόμενες αυτές δηλώσεις, αυτή θα εκδικαστεί από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο με υφιστάμενη τη Βουλή που θα προκύψει από την αντίστοιχη εκλογική αναμέτρηση.

[Απορρίπτεται η αίτηση ακυρώσεως κατά των αποφάσεων 1/2023 και 16/2023 του Α1 Πολιτικού Τμήματος του ΑΠ ως απαράδεκτη]

spot_img

Lawjobs