ΣτΕ Ολομ 1400/2022: Σύμφωνη με το Σύνταγμα η υποχρεωτικότητα εμβολιασμού στα μέλη της ΕΜΑΚ

Αρμοδίως εκδοθείσα και εντός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης πράξη του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος περί υποχρεωτικού εμβολιασμού υπαλλήλων που υπηρετούν στις Ε.Μ.Α.Κ.

0
ΣτΕ Ολομ 1400/2022
Πρόεδρος: Δ. Σκαλτσούνης, Πρόεδρος ΣτΕ
Εισηγητής: Π. Καρλή, Σύμβουλος Επικρατείας
Αρμοδίως εκδοθείσα και εντός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης πράξη του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος περί υποχρεωτικού εμβολιασμού υπαλλήλων που υπηρετούν στις Ε.Μ.Α.Κ. – Σύμφωνη με το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο – Τάσσεται προθεσμία στη Διοίκηση για τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης κανονιστικής πράξης
Με την 1400/2022 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας απορρίφθηκε, κατά τα οριστικώς κριθέντα, αίτηση ακυρώσεως της πράξης του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος με θέμα «Εμβολιασμός Υπαλλήλων που υπηρετούν στις Ειδικές Μονάδες Αντιμετώπισης Καταστροφών (Ε.Μ.Α.Κ.)». Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκαν τα εξής:
1. Με την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία ο εμβολιασμός κατά του κορωνοϊού τίθεται προσωρινώς, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ως πρόσθετη απαίτηση για την λειτουργία των ανωτέρω υπηρεσιών, εισάγεται με κριτήριο τον εμβολιασμό άμεση διάκριση μεταξύ του ένστολου προσωπικού του πυροσβεστικού σώματος, η οποία έχει συνέπειες στην υπηρεσιακή του κατάσταση και τις αποδοχές του. Ως εκ του ρυθμιστικού της αντικειμένου, η πράξη αυτή συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη κανονιστικού χαρακτήρα, όμως δεδομένου ότι δεν έχει δημοσιευθεί στην ΕτΚ, ενώ δεν προβλέπεται από τις νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις που αφορούν το Πυροσβεστικό Σώμα άλλος ειδικότερος τρόπος δημοσίευσης, η προσβαλλόμενη πράξη δεν έχει τύχει νόμιμης δημοσίευσης.
2. Το δικαίωμα στην υγεία αναγνωρίζεται στο Σύνταγμα τόσο ως ατομικό όσο και ως κοινωνικό δικαίωμα. Επομένως, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο η δημόσια υγεία, όπως είναι η κατάσταση πανδημίας λόγω της εμφάνισης νέου μολυσματικού ιού, που διακρίνεται για την υψηλή και ταχεία μεταδοτικότητά του και την πιθανότητα πρόκλησης σοβαρών προβλημάτων υγείας στα άτομα τα οποία προσβάλλει δημιουργώντας ακόμα και κίνδυνο για τη ζωή τους, το Κράτος οφείλει να λάβει όλα τα κατάλληλα και απαραίτητα μέτρα για τον περιορισμό της διάδοσης της ασθένειας και, κατ΄επέκταση, την μείωση της πίεσης των υπηρεσιών υγείας, οι δε πολίτες έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν την πραγμάτωση της σχετικής υποχρέωσης του Κράτους. Τα μέτρα αυτά μπορεί μεν να συνιστούν ακόμα και σοβαρή επέμβαση στην απόλαυση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως είναι η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, η ελευθερία κίνησης και η ιδιωτική του ζωή, πλην η επέμβαση αυτή είναι συνταγματικώς ανεκτή τηρουμένης και της αρχής της αναλογικότητας, όταν τούτο επιβάλλεται από αποχρώντες λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας. Στα μέτρα αυτά εντάσσεται και ο υποχρεωτικός εμβολιασμός, ο οποίος διενεργείται με σκοπό τον περιορισμό της διάδοσης του ιού, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, και την βαθμιαία εξάλειψή του, την προστασία και διατήρηση των παρεχόμενων δημοσίων υπηρεσιών υγείας για την θεραπεία των ασθενών και  την εξασφάλιση της λειτουργίας νευραλγικών υπηρεσιών από την αναταραχή λόγω των συνεπειών από την εξάπλωση της μόλυνσης, πάντοτε χάριν της  προστασίας την υγείας και, εντεύθεν, της ζωής των πολιτών. Το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού, καθ’ εαυτό, συνιστά σοβαρή μεν παρέμβαση στο δικαίωμα του αυτοκαθορισμού, πλην η παρέμβαση αυτή είναι συνταγματικώς ανεκτή, εφόσον: α)  προβλέπεται από ειδική νομοθεσία, η οποία λαμβάνει υπόψη τα κρατούντα σχετικώς έγκυρα και τεκμηριωμένα επιστημονικά, ιατρικά και επιδημιολογικά πορίσματα, προσδιορίζει την κατηγορία των προσώπων στους οποίους αφορά ο εμβολιασμός και τις συνέπειες σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους, β) επιβάλλεται χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις, είτε αφορά κατηγορία πολιτών ή τον γενικό πληθυσμό, γ) παρέχεται δυνατότητα εξαίρεσης, στις περιπτώσεις  όπου ο εμβολιασμός αντενδείκνυται και δ) το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού λαμβάνεται για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα και επανεξετάζεται περιοδικώς από τα αρμόδια κρατικά όργανα υπό το φως των επίκαιρων επιδημιολογικών δεδομένων και την εξέλιξη των έγκυρων επιστημονικών παραδοχών. Η ως άνω παρέμβαση εφ’ όσον δεν θίγει  τον πυρήνα του θεμελιώδους δικαιώματος του αυτοκαθορισμού και κρίνεται, σύμφωνα με τις κρατούσες επιστημονικές παραδοχές, κατάλληλη, αναγκαία και εν στενή εννοία ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό κατόπιν στάθμισης του κόστους και του οφέλους, είναι σύμφωνη με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Κατά τον καθορισμό των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας, κατά την λήψη των οποίων σταθμίζονται ιατρικής φύσεως δεδομένα, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της πανδημίας και των λαμβανομένων μέτρων στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Χώρας, ο νομοθέτης (κοινός και κανονιστικός) διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως ως προς την καταλληλότητα και την αναγκαιότητά τους, που, κατά τα ανωτέρω, οφείλει να στηρίζεται σε επιστημονικά δεδομένα και, συνεπώς, ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στην κρίση εάν η θεσπιζόμενη ρύθμιση είτε είναι προδήλως απρόσφορη είτε υπερβαίνει προδήλως το απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο. Τέλος, δοθέντος ότι τα κατοχυρούμενα στο Σύνταγμα και στις διεθνείς συνθήκες ατομικά δικαιώματα πραγματώνονται στο πλαίσιο του κοινωνικού συνόλου, εντός της οργανωμένης πολιτείας, ανακύπτει από το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος η υποχρέωση του ατόμου, επιδεικνύοντας την επιτασσόμενη από την διάταξη αυτή κοινωνική αλληλεγγύη, να ανέχεται, υπό τις ανωτέρω εκτεθείσες προϋποθέσεις, περιορισμούς των δικαιωμάτων του, καθώς και να μεριμνά για την διατήρηση της ατομικής του υγείας με σκοπό να μην μεταδώσει την ασθένεια σε άλλους, έτσι ώστε να γίνεται σεβαστό το ατομικό δικαίωμα των υπολοίπων στην διατήρηση της υγείας τους, αλλά και να μην επιβαρύνεται το σύστημα υγείας, η μέριμνα για την διατήρηση του οποίου στο αναγκαίο, ανάλογα με τον πληθυσμό, μέγεθος και για την απρόσκοπτη λειτουργία του αποτελούν συνταγματική υποχρέωση του Κράτους. Εξάλλου, σε περίπτωση τυχόν εμφάνισης σοβαρής βλάβης της υγείας προσώπου συνεπεία πραγματοποιήσεως του εμβολιασμού ανακύπτει εκ του άρθρου 4 παρ. 5 σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ.4 του Συντάγματος ευθύνη του Κράτους προς αποζημίωση του παθόντος, διότι στις περιπτώσεις αυτές η προκαλούμενη από τον εμβολιασμό βλάβη υπερβαίνει για τον παθόντα το εύλογο όριο ανοχής και αλληλεγγύης, το οποίο δικαιούται να αξιώνει το Κράτος χάριν του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου.
3. Με τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 13 εδ. α του ν. 4662/2020, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 4, 161 παρ. 5. 117 και 118 παρ. 6 του αυτού νόμου, που προβλέπουν τη στελέχωση και μετακίνηση προς τις ως άνω ειδικές μονάδες προσωπικού εξειδικευμένων γνώσεων, φυσικών ικανοτήτων και συγκεκριμένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, καθώς και των άρθρων 151 παρ. 1 και 161 παρ.3 του ίδιου νόμου, που προβλέπουν την κατανομή και μετακίνηση του πυροσβεστικού προσωπικού με κριτήριο τις επιχειρησιακές ανάγκες, παρέχεται στον Αρχηγό του Πυροσβεστικού Σώματος εξουσιοδότηση, στα πλαίσια της ευρείας ευχέρειας ουσιαστικής εκτίμησης των αναγκών λειτουργίας και άσκησης καθηκόντων των ανωτέρω μονάδων, να ρυθμίσει το ειδικότερο, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β του Συντάγματος, θέμα των προϋποθέσεων εύρυθμης λειτουργίας που ήθελε κρίνει, ότι, λόγω της φύσεως και της αποστολής των υπηρεσιών αυτών και της ιδιαιτερότητας των ειδικών καθηκόντων, επιβάλλεται να πληροί προσωρινά κατά την διάρκεια της πανδημίας το μετακινούμενο στις υπηρεσίες αυτές πυροσβεστικό προσωπικό. Τέτοια προϋπόθεση, διασφαλιστική της εύρυθμης και συνεχούς λειτουργίας των ανωτέρω υπηρεσιών σε περίοδο πανδημίας, είναι και ο υποχρεωτικός εμβολιασμός κατά του κορωνοϊού των υπηρετούντων στις ΕΜΑΚ τον οποίο οφείλουν αυτοί να ανέχονται ως μέρος της υποχρέωσής τους να διατηρούν καλή την κατάσταση της υγείας τους για την επιτέλεση της ιδιαίτερης αποστολής τους, όταν η πιθανότητα εξάπλωσης μεταδοτικής νόσου μπορεί να υπονομεύσει σημαντικά την επιχειρησιακή ετοιμότητα και, εντεύθεν, την εύρυθμη λειτουργία των εν λόγω νευραλγικής σημασίας μονάδων.
4. Η προσβαλλόμενη κανονιστική ρύθμιση, η οποία προσδιορίζει με σαφήνεια την κατηγορία των προσώπων στους οποίους αφορά ο εμβολιασμός, καθώς και τις συνέπειες σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους, βρίσκει νόμιμο εξουσιοδοτικό έρεισμα στην διάταξη του άρθρου 79 παρ.13 εδ.α του ν. 4662/2020, η μη αναγραφή της οποίας στο προοίμιο της πράξης δεν επηρεάζει το κύρος της. Δικαιολογείται από λόγους επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος αναγόμενους στην ανάγκη διασφάλισης, κατά την διάρκεια της πανδημίας,  της αδιάλειπτης και ακώλυτης λειτουργίας των ειδικών μονάδων του Πυροσβεστικού Σώματος, που είναι επιφορτισμένες με την αντιμετώπιση καταστροφών τόσο εντός της Επικράτειας όσο και εκτός αυτής στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας, με στόχο την προστασία της ζωής, της υγείας και της περιουσίας των πολιτών καθώς και του περιβάλλοντος. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη πράξη, καθ’ό μέρος δεν περιέχει ρυθμίσεις για τον καθορισμό συγκεκριμένου εμβολίου, τη διαδικασία διενέργειας του εμβολιασμού ή εξαίρεσης από αυτόν και για λοιπά ζητήματα που αποτελούν αντικείμενο άλλων νομοθετικών διατάξεων ενσωματώνει ως προς ζητήματα αυτά τις ισχύουσες ρυθμίσεις του ν. 4764/2020 με τις οποίες τέθηκε σε ισχύ το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών κατά του κορωνοϊού covid 19 με τα εμβόλια, για τα οποία υπάρχει θετική εισήγηση ένταξής τους στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού κατά του κορωνοϊού covid 19 από την Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Ποιότητας Ζωής του Υπουργείου Υγείας ύστερα από την προηγούμενη έγκρισή τους από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων, υιοθετώντας τα πορίσματα των οργανισμών αυτών για την ασφάλεια και αποτελεσματικότητα των εμβολίων. Yπό το ως άνω περιεχόμενό της και εν όψει του ανωτέρω επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού δημοσίου συμφέροντος, η προσβαλλόμενη ρύθμιση δεν εμπίπτει στην κατά το άρθρο 4 παρ. 3 Α (iii) περ. β΄ του ν.4675/2020 αρμοδιότητα του Υπουργού Υγείας να επιβάλλει μετά από γνώμη της ΕΕΔΥ υποχρεωτικότητα εμβολιασμού για τον (διαφορετικό από τον προκείμενο)  σκοπό της αποτροπής της διάδοσής του στην κοινότητα, ή σε κάποια άλλη εξουσιοδοτική διάταξη νόμου ισχύουσα κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης. Εξ άλλου, για την αναλογικότητα της ρύθμισης, ελήφθησαν υπόψη τα κρατούντα κατά τον κρίσιμο χρόνο (και μη ανατραπέντα) πορίσματα της ιατρικής κοινότητας, όπως είναι δημοσιευμένα από τον ΕΟΔΥ και άλλους επίσημους φορείς, με βάση τα οποία τεκμηριώνεται ότι ο εμβολιασμός μειώνει την μεταδοτικότητα και την σοβαρότητα της νόσησης και ότι τα πιθανά οφέλη για τη δημόσια υγεία από τον εμβολιασμό υπερτερούν των τυχόν ανεπιθύμητων παρενεργειών, τόσο σε επίπεδο ατόμου όσο και σε επίπεδο γενικού πληθυσμού. Εν όψει τούτων και δεδομένου ότι δεν επιβάλλεται από το Σύνταγμα ή το νόμο σύνταξη προηγούμενης ειδικής μελέτης ή άλλης τεκμηριωμένης έρευνας που να δικαιολογεί την καταλληλότητα και αναγκαιότητα της θέσπισής της, η προσβαλλόμενη ρύθμιση δεν είναι προδήλως απρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, ενώ εξάλλου η ρύθμιση αυτή, εφόσον δεν εξαναγκάζει τους αιτούντες να εμβολιαστούν, διότι διατηρούν αυτοί την επιλογή να μην το πράξουν παραμένοντας στην ενεργό υπηρεσία του Πυροσβεστικού Σώματος, δεν πλήττει τον πυρήνα του σχετικού θεμελιώδους δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού. Οι δε έννομες συνέπειες της επιλογής τους να μην εμβολιαστούν κατά την διάρκεια της πανδημίας (απομάκρυνση από τις ΕΜΑΚ με ταυτόχρονη παραμονή στην ενεργό υπηρεσία και στέρηση του συνδεόμενου με την άσκηση των συγκεκριμένων καθηκόντων ειδικού επιδόματος, ύψους 141,92 ευρώ), ως εκ του μη κυρωτικού χαρακτήρα, της φύσης, έκτασης και περιορισμένης χρονικής διάρκειάς τους, δεν είναι προδήλως δυσανάλογες σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Περαιτέρω, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων προέβη, σύμφωνα με τις διατάξεις των Κανονισμών 762/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 2004 και 507/2006 της Επιτροπής της 29ης Μαρτίου 2006, σε αυστηρό έλεγχο των εμβολίων κατά του κορωνοϊού covid 19, χωρίς να παραλειφθεί καμία από τις φάσεις επαλήθευσης της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας που απαιτούνται για την αδειοδότηση ενός φαρμάκου, με σκοπό να εγγυηθεί ότι αυτά ανταποκρίνονται στα ευρωπαϊκά πρότυπα ασφάλειας, αποτελεσματικότητας και ποιότητας και ότι είναι παρασκευασμένα και ελεγμένα σε πιστοποιημένα εργαστήρια και, συνεπώς, τα εμβόλια αυτά δεν είναι πειραματικά ή δοκιμαστικά. Οι δε άδειες κυκλοφορίας υπό αίρεση, τις οποίες τα εγκεκριμένα εμβόλια αυτά έχουν λάβει, βάσει της διαγραφόμενης από τις ανωτέρω διατάξεις διαδικασίας που δεν επινοήθηκε ad hoc για την αντιμετώπιση της τρέχουσας επιδημικής έξαρσης του νέου κορωνοϊού, τελούν υπό καθεστώς αυστηρών εγγυήσεων και συνδέονται με συγκεκριμένες υποχρεώσεις των κατόχων τους και δεν είναι ούτε προσωρινές, ούτε άδειες χρήσης έκτακτης ανάγκης (άδειες μη εγκεκριμένων εμβολίων), που κατά τις ανωτέρω διατάξεις χορηγούνται όταν δεν έχουν υποβληθεί εκτενή προκλινικά ή φαρμακευτικά δεδομένα, αλλά χορηγούνται, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, όταν υπάρχουν επαρκή αλλά όχι εκτενή κλινικά δεδομένα «υπό την προϋπόθεση ότι τα οφέλη που προκύπτουν από την άμεση διαθεσιμότητα στην αγορά του εν λόγω φαρμακευτικού προϊόντος υπερτερούν του κινδύνου λόγω του γεγονότος ότι απαιτούνται ακόμα επιπλέον δεδομένα». Εξάλλου, ναι μεν σε περιπτώσεις έλλειψης απόλυτης βεβαιότητας ως προς την ανυπαρξία μακροπρόθεσμων κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία συνδεομένων με τη χρήση ενός νέου εμβολίου η αρχή της προφύλαξης θα απαιτούσε να απαγορευθεί η χρήση του- όχι μόνο η υποχρεωτική αλλά και η οικειοθελής- όμως, σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, λόγω  πιεστικών  και μη αναβαλλόμενων αναγκών προστασίας της δημόσιας υγείας από την εμφάνιση νέου μολυσματικού και υπερμεταδοτικού ιού που προκαλεί σοβαρά προβλήματα υγείας και τον θάνατο ακόμα, όπως συμβαίνει στην παρούσα κατάσταση της πανδημίας του ιού covid 19, η αρχή της προφύλαξης λειτουργεί με αντίστροφο τρόπο σε σχέση με τον συνήθη, διότι απαιτεί να επιτρέπεται  ή και να επιβάλλεται η χρήση εμβολίων τα οποία, αν και βάσει μη εκτενών κλινικών δεδομένων, διασφαλίζουν περισσότερα οφέλη παρά κινδύνους, καθώς ο πιθανός κίνδυνος ανεπιθύμητης ενέργειας για ένα άτομο, με τη χρήση αυτού του εμβολίου, είναι πολύ μικρότερος από την πραγματική βλάβη για μια ολόκληρη κοινωνία, στην οποία δεν χρησιμοποιείται αυτό το εμβόλιο. Απορρίπτονται αντίθετοι λόγοι ακυρώσεως και ειδικότεροι ισχυρισμοί. Αντίθετη μειοψηφία 3 Συμβούλων.
5. Με την προσβαλλόμενη κανονιστική ρύθμιση δεν παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τα άρθρα 8 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 5 της Σύμβασης του Οβιέδο, οι οποίες δεν απαγορεύουν την εισαγωγή περιορισμών στο δικαίωμα του ενδιαφερομένου να μην υποβάλλεται σε ιατρικές πράξεις χωρίς την ελεύθερη συναίνεσή του, όταν οι περιορισμοί αυτοί τίθενται εντός των διαγραφομένων από την αρχή της αναλογικότητας ορίων και σταθμίσεων για την εξυπηρέτηση επιτακτικού σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ενώ, εξάλλου τα στελέχη των σωμάτων ασφαλείας, μεταξύ των οποίων και το ένστολο προσωπικό του Πυροσβεστικού Σώματος, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 4662/2020 που τους αφορούν, δεν υπόκεινται μόνον στους γενικούς περιορισμούς, τους οποίους ο νόμος επιβάλλει σε κάθε πολίτη κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους, αλλ’ υπόκεινται, επί πλέον, και σε ειδικότερους πρόσθετους περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων, οι οποίοι είναι συνταγματικώς προβλεπόμενοι (άρ. 23 παρ. 2, 56 παρ. 1-2, 29 παρ. 3 του Συντ.) ή ανεκτοί, και αν ακόμη περιστέλλουν εντονότερα τα δικαιώματά τους, καθόσον δικαιολογούνται από τη φύση της σχέσης που τους συνδέει με το κράτος και τις απορρέουσες από τη σχέση αυτή υποχρεώσεις και, πάντως, οι περιορισμοί αυτοί δεν αναιρούν, στην ουσία τους, τα ως άνω δικαιώματα. Απορρίπτονται αντίθετοι λόγοι ακυρώσεως. Ομοίως απορριπτέος ο λόγος για παραβίαση του άρθρου 3 παρ. 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, διότι το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, καθώς και ο λόγος για προσβολή της αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων (άρ. 4 παρ. 1 του Συντ. και 14 της ΕΣΔΑ), διότι δεν υφίσταται ταυτότητα συνθηκών εμβολιασμένων και μη ενόψει, ιδίως, των συνεπειών που μπορεί να έχει ο μη εμβολιασμός στην εύρυθμη λειτουργία της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας.  Μειοψήφησαν 3 Σύμβουλοι, κατά τη γνώμη των οποίων η προσβαλλόμενη ρύθμιση έχει εκδοθεί κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 5, 5 παρ. 5, 21 παρ. 3 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 5 επ. και 26 παρ. 1 της Συμβάσεως του Οβιέδο και 3 παρ. 2 του Χάρτη.
6. Μετά την απόρριψη της αίτησης ως προς τα οριστικώς κριθέντα, αναβάλλεται η οριστική κρίση επί του προεκτεθέντος ζητήματος της μη νόμιμης δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης στην ΕτΚ, και τάσσεται στη Διοίκηση προθεσμία ενός μηνός να προβεί στην εν λόγω δημοσίευση,  κατ’ εφαρμογή της διάταξης του εδ. α της παρ. 3 του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989.