Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνέχισε και το 2020 να ασκεί με εντατικούς ρυθμούς τη δικαιοδοτική του δραστηριότητα

0

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατόρθωσε, και το 2020, να διατηρήσει υψηλό επίπεδο δραστηριότητας, σε μια συγκυρία που χαρακτηρίστηκε από την εξ αποστάσεως εργασία και από τους περιορισμούς στις μετακινήσεις, λόγω των οποίων ανεστάλη η διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεων από τις 16 Μαρτίου έως τις 25 Μαΐου 2020.

Έκτοτε, υπό την αυστηρή τήρηση των υγειονομικών μέτρων, οι αίθουσες των ακροατηρίων μένουν ανοικτές για τους εκπροσώπους των διαδίκων και για το κοινό, προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και σύμφωνα με την αρχή της δημοσιότητας των συνεδριάσεων.

Η αδιάλειπτη αυτή λειτουργία κατέστη εφικτή χάρη στην ύπαρξη κατάλληλων υποδομών και σχεδίων έκτακτης ανάγκης, στην εφαρμογή αυστηρών υγειονομικών πρωτοκόλλων, σε μια στρατηγική έγκαιρου εφοδιασμού του προσωπικού με τον απαιτούμενο εξοπλισμό για την τηλεργασία και στην προσαρμογή των μεθόδων εργασίας, εντός των ορίων που επιτρέπουν οι διαδικαστικοί κανόνες.

Όπως υπογραμμίζει ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, Koen Lenaerts, «τα σχέδια έκτακτης ανάγκης τα οποία υλοποιήθηκαν σε στενή συνεργασία με τα ιδιαίτερα γραφεία των Μελών και με τις Υπηρεσίες του θεσμικού οργάνου συνέβαλαν αποφασιστικά ώστε τα δικαιοδοτικά όργανα να εξακολουθήσουν να λειτουργούν υπό όσο το δυνατόν ομαλότερες συνθήκες και να μη διακόψουν καθόλου τη δραστηριότητά τους στην υπηρεσία της ευρωπαϊκής δικαιοσύνης».

Ειδικότερα, το θεσμικό όργανο μερίμνησε ώστε να μπορούν να μετάσχουν εξ αποστάσεως στις προφορικές συζητήσεις οι εκπρόσωποι των διαδίκων (δικηγόροι και υπάλληλοι εξουσιοδοτημένοι προς εκπροσώπηση των θεσμικών οργάνων και των κυβερνήσεων των κρατών μελών) οι οποίοι δεν ήταν σε θέση να μεταβούν στο Λουξεμβούργο. Στο πλαίσιο αυτό, το θεσμικό όργανο δημιούργησε ένα ειδικό σύστημα τηλεδιάσκεψης, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα ταυτόχρονης διερμηνείας από και προς τις 24 επίσημες γλώσσες, εφόσον παραστεί ανάγκη. Το 2020, οργανώθηκαν 40 τέτοιες τηλεδιασκέψεις σε διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου και 37 ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, με τη συμμετοχή, σε ορισμένες εξ αυτών, μέχρι και τεσσάρων διαδίκων εξ αποστάσεως. Το ίδιο σύστημα συνεχίζει να χρησιμοποιείται, υπό συνθήκες πανδημίας, και στις αρχές του 2021.

Όλα τα προαναφερθέντα μέτρα επέτρεψαν, αφενός, στο Δικαστήριο και το Γενικό Δικαστήριο να εκδικάσουν υποθέσεις και να εκδώσουν αποφάσεις σε χρόνο ανάλογο με τον συνήθως απαιτούμενο, και, αφετέρου, στις Υπηρεσίες του θεσμικού οργάνου να διεκπεραιώσουν τη
μετάφραση, τη δημοσίευση και τη διάδοση στο κοινό των δικαστικών αποφάσεων και των προτάσεων των γενικών εισαγγελέων, σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης.

Αναπόφευκτα όμως τα μέτρα εγκλεισμού και οι λοιποί περιορισμοί που τέθηκαν σε εφαρμογή από τα περισσότερα κράτη μέλη με σκοπό την αναχαίτιση της εξάπλωσης της πανδημίας είχαν κάποιο αντίκτυπο στην οικονομική δραστηριότητα, όπως και στη δραστηριότητα των δικαστηρίων των κρατών μελών, με συνέπεια να μειωθεί ο αριθμός των εισερχομένων υποθέσεων. Συνολικά 1 582 υποθέσεις εισήχθησαν ενώπιον αμφότερων των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, αριθμός χαμηλότερος από το ιστορικό υψηλό του προηγούμενου έτους (1 905), αλλά παραπλήσιος με εκείνον του 2018 (1 683) και του 2017 (1 656).
Παρόμοια τάση παρατηρείται και όσον αφορά τις περατωθείσες υποθέσεις, οι οποίες ανήλθαν σε 1 540, επίδοση κατώτερη κατά 11 % σε σύγκριση με το 2019 (1739), αλλά αντίστοιχη με εκείνη του 2017 (1594), ανώτερη δε από εκείνη του 2016 (1459). Για να αξιολογηθεί το στατιστικό αυτό στοιχείο στις πραγματικές του διαστάσεις, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι επί δύο και πλέον μήνες στη διάρκεια του 2020 δεν διεξάγονταν επ’ ακροατηρίου συζητήσεις ενώπιον των δύο δικαιοδοτικών οργάνων.

Τέλος, καταγράφεται νέο ρεκόρ ως προς τη μέση διάρκεια των διαδικασιών στις υποθέσεις που περατώθηκαν το 2020, με 15,4 μήνες, γεγονός το οποίο μαρτυρεί τη διαρκή επιδίωξη του στόχου της βελτίωσης της αποδοτικότητας κατά τον χειρισμό των υποθέσεων.

Δικαστήριο

Από πλευράς υποθέσεων που εισήχθησαν (735), οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αποτελούν, όπως και τα δύο προηγούμενα έτη, την πλειονότητα των νέων υποθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού έγιναν 556 προδικαστικές παραπομπές από εθνικά δικαστήρια (έναντι 641 το 2019). Οι περισσότερες εξ αυτών προήλθαν και πάλι από τη Γερμανία (139 υποθέσεις), με την Αυστρία (50), την Ιταλία (44) και την Πολωνία (41) να ακολουθούν. Οι 131 αναιρέσεις που ασκήθηκαν το 2020 συνιστούν μεν τη δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία νέων υποθέσεων, πλην όμως ο αριθμός τους γνώρισε σημαντική πτώση (266 το 2019).
Από πλευράς υποθέσεων που περατώθηκαν, μπορεί ο αριθμός τους (792) να υπολείπεται της επίδοσης-ρεκόρ του 2019 (865), παραμένει εντούτοις αξιοθαύμαστος, δεδομένου ότι, παρά τις αντιξοότητες λόγω της πανδημίας, είναι σαφώς υψηλότερος από εκείνον του 2018 (760) και του 2017 (699).

Εξάλλου, ο αριθμός των εκκρεμών υποθέσεων ελαττώθηκε, φτάνοντας τις 1 045 στο τέλος του 2020 από 1 102 στο τέλος του 2019.

Το Δικαστήριο κατάφερε να τηρήσει τις δεσμεύσεις του αναφορικά με τη διάρκεια των διαδικασιών, η οποία, μολονότι αυξήθηκε ελαφρώς για ορισμένα μόνον είδη διαδικασίας (15,8 μήνες για τις προδικαστικές παραπομπές, αντί 15,5 μηνών το 2019), εξακολουθεί συνολικά να κινείται στα εξαιρετικά επίπεδα του 2019.

Σχόλια