Το δικαίωμα της σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορούμενου στον Κ.Π.Δ.- Α104

0

Τα δικαιώματα του υπόπτου και του κατηγορουμένου μετά τις νέες τροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής δικονομίας τον Δεκέμβριο του 2019 ρυθμίζονται στις διατάξεις των άρθρων 89 έως 106. Η θέση και ο ρόλος των προσώπων αυτών, ως διαδίκων και κυρίων υποκειμένων της δίκης που συμπράττουν στην εξέλιξη της, εκφράζουν τις σύγχρονες αντιλήψεις δόμησης μιας δικαιοκρατούμενης  ποινικής διαδικασίας βάσει των αξιώσεων της γενικότερης Ευρωπαϊκής δικαιοταξίας (οδηγίες 2013/48/ΕΕ και 2016/343/ΕΕ , Νομολογία του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ.) Έτσι, σύμφωνα με τις παραδοχές του ΕΔΔΑ, τα εν λόγω δικαιώματα είναι αναγνωρισμένοι διεθνείς κανόνες δικαίου που βρίσκονται στην «καρδιά» της έννοιας της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου, προστατεύουν τον κατηγορούμενο από αθέμιτες πιέσεις και τον λεγόμενο αστυνομικό εξαναγκασμό σε αυτοενοχοποιητικές δηλώσεις εν απουσία του συνηγόρου του, και έτσι  συμβάλλουν ουσιαστικά στην αποφυγή λαθών καθ’ όλη τη διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης.

Περαιτέρω όμως, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία που αποδίδει το ΕΔΔΑ στο εν λόγω δικαίωμα, ανακύπτει ο προβληματισμός του επιτρεπτού ή μη της αξιοποίησης της σιωπής του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, δεδομένου ότι η αξιοποίησή της, έστω και υπό την μορφή της εξαγωγής από το Δικαστή αρνητικών συμπερασμάτων, συνιστά ένα βαρύτατο περιορισμό του ίδιου του δικαιώματος.

Κατά τη νέα διάταξη του άρ. 104 παρ. 1 ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης, σε κάθε εξέταση του. Στη συνέχεια της διάταξης εισάγεται ρητά στην παρ. 3, με την πρόβλεψη ότι «η άσκηση δικαιώματος σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης δεν μπορεί να αξιοποιηθεί σε βάρος των υπόπτων και των κατηγορουμένων, μια αποδεικτική απαγόρευση αξιοποίησης, η τυχόν παράβλεψη της οποίας επισύρει την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας ( λόγω προσβολής του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (άρθ. 6 ΕΣΔΑ). Ωστόσο, κατοχυρώνεται, συνάμα,  στην παρ. 2 για λόγους οριοθέτησης της απαγόρευσης, και του πεδίου εφαρμογής της, «ότι η άσκηση του δικαιώματος μη αυτοενοχοποίησης  δεν εμποδίζει σε κάθε περίπτωση τη συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων που υπάρχουν από τις εκάστοτε διωκτικές αρχές, ανεξάρτητα από τη βούληση των υπόπτων ή των κατηγορουμένων». Η παρούσα οριοθέτηση προκύπτει άλλωστε από τη διατύπωση του άρθ. 7 της οδηγίας 2016/343/ΕΕ για το τεκμήριο της αθωότητας.

Στον Κ.Π.Δ. το δικαίωμα της σιωπής κατοχυρωνόταν αρχικά ως αυτοτελές δικαίωμα στο άρθ. 273 παρ.2 εδ. β΄, σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να αρνηθεί να απαντήσει, ενώ ήδη στο σημερινό πλαίσιο του νέου 104 Κ.Π.Δ., αυτό έχει περιβληθεί από μια πανηγυρική διατύπωση. Σ’ αυτό το σημείο κρίνεται αναγκαίο να αναφερθεί ότι το δικαίωμα αυτό, ως προέκταση του ευρύτερου δικαιώματος της προσωπικότητας, βρίσκει επαρκή συνταγματική θεμελίωση και στις διατάξεις των άρθ. 5 παρ. 1, άρθ. 2 παρ. 1 σχετικά με την αξία του ανθρώπου και το άρθρο 7 παρ. 2  αναφορικά με την απαγόρευση των βασανιστηρίων. Ακόμη, το δικαίωμα της δικαστικής ακρόασης του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος σχετίζεται άμεσα με το εξετασθέν δικαίωμα του κατηγορουμένου, καθώς το άτομο που κατηγορείται έχει δικαίωμα να ακουστεί και να καταθέσει όσα επιθυμεί το ίδιο, χωρίς να επέμβει κάποιος τρίτος στη βούληση του, παρέχεται δε σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, ήτοι στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, της προανάκρισης, της κύριας ανάκρισης, στις έκτακτες διαδικασίες και στην επιβολή μέτρων. Διαφέρει, ωστόσο, με το δικαίωμα σιωπής, καθώς το πρώτο αποτελεί ενεργητικό δικαίωμα, ενώ το δικαίωμα σιωπής παθητικό. Το δικαίωμα στη μη αυτοενοχοποίηση τώρα, θεωρείται και ενεργητικό και παθητικό, καθώς άλλοτε το άτομο χρειάζεται να «ενεργήσει» και να καταθέσει ότι επιθυμεί και άλλοτε κρατάει μία «παθητική» στάση και δεν ομολογεί τίποτα όπως στην πρόσφατη περίπτωση με το βιτριόλι. Επιπροσθέτως, το δικαίωμα της δικαστικής ακρόασης στην ποινική δίκη (20 Συντ.), εμπεριέχει εκτός από το δικαίωμα μη αυτονοεχοποίησης που αναφέραμε, τα επιμέρους δικαιώματα της παραστάσεως (άρθ. 99 ΚΠΔ) , του διορισμού συνηγόρου (άρθ.92 ΚΠΔ), της ενημέρωσης (άρθ. 95 ΚΠΔ), της διεξαγωγής αποδείξεως (άρθ. 102 ΚΠΔ) και της υποβολής ερωτήσεων (αρθ. 94 ΚΠΔ).

Επομένως το δικαίωμα  στη μη αυτοενοχοποίηση όπως κατοχυρώνεται σήμερα στην κοινή  διάταξη με το δικαίωμα σιωπής αποτελεί αδιαμφισβήτητα, μιας μορφής εγγύηση για τον κατηγορούμενο –ύποπτο, καθώς παρέχει σ’ αυτόν την ασφάλεια που χρειάζεται ως προς το ότι θα αντιμετωπισθεί με δικαιότητα και οτιδήποτε λεχθεί από αυτόν, δεν θα αντιστραφεί έπειτα κατά αυτού. Επιπροσθέτως, πρέπει να σημειωθεί ότι το δικαίωμα αυτό αποτελεί και αυτοτελές δικονομικό δικαίωμα αυτού που κατηγορείται, το οποίο βρίσκεται σε σχέση επαλληλίας με το δικαίωμα σιωπής. Αυτό προκύπτει σαφώς και από το ότι τελεί σε πλήρη συνάφεια και με το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, καθώς ο κατηγορούμενος είναι αθώος μέχρι να αποδειχθεί τελεσιδίκως ότι είναι ένοχος και σε κάθε  διαδικασία εξέτασης του είτε αυτή αφορά κατάθεση είτε απολογία του, όσα διατυπωθούν από αυτόν, αποτελούν απλώς στοιχεία, τα οποία δεν δύναται να τον επιβαρύνουν και να τον αυτοενοχοποιήσουν.

Η εν λόγω διάταξη κρίθηκε ως αναγκαία και θεσπίστηκε αυτοτελώς στην αναδιαμόρφωση του Κ.Π.Δ. διότι, μέχρι πρότινος, αποτελούσε συχνότατο φαινόμενο, κατά τη διάρκεια διαδικασιών, όπως η διοικητική εξέταση, ο ύποπτος να καταθέτει με πλήρη ελευθερία τα γεγονότα και ακολούθως, χωρίς τη συγκατάθεση του, αυτά να λαμβάνονται υπόψη, σε βάρος του και στην ποινική δίκη, χωρίς αυτός να έχει τη δυνατότητα να τα αντικρούσει.

Έτσι, η επιλογή του υπόπτου ή του κατηγορούμενου να κάνει χρήση του δικαιώματος σιωπής ή του δικαιώματος της μη αυτοενοχοποίησης, δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση  να θεωρείται  ως μέσο απόδειξης της ενοχής του, αλλά ως ένας νόμιμα κατοχυρωμένος τρόπος υπεράσπισης της θέσης του. Η σιγή αυτή δε, όπως προβλέπεται στο άρθ. 104 του Κ.Π.Δ. δεν αφήνει περιθώρια ερμηνείας της ως ομολογία της ενοχής του υπόπτου – κατηγορουμένου αλλά και η απολογία του, όταν αυτή υπάρξει, δεν αποτελεί μόνο μέσο απόκρουσης της κατηγορίας σε βάρος του, αλλά αξιολογείται ταυτοχρόνως από τον δικαστικό λειτουργό ως μέσο απόδειξης, κατευθύνοντας τον, να κρίνει ελεύθερα όσα καταθέσει ο κατηγορούμενος με τη θέληση του. Για το ορθόν της διαδικασίας, πρέπει πάντοτε  να γνωστοποιείται στον ύποπτο – κατηγορούμενο πως διαθέτει το δικαίωμα για διορισμό συνηγόρου βάσει των άρθρων 91 και 92 Κ.Π.Δ., καθώς και το παρόν δικαίωμα, ήτοι να μην απαντήσει ή να εκθέσει ό,τι νομίζει ο ίδιος πως είναι συμφέρον για εκείνον. Αφού τηρηθούν όλα τα παραπάνω τα οποία αποτελούν εγγυητικούς παράγοντες του ποινικού δικαιικού μας συστήματος, ο δικαστής δύναται να αναζητήσει μέσω του αποδεικτικού υλικού που έχει συγκεντρωθεί και της απολογίας του κατηγορουμένου, τα στοιχεία που θα τον οδηγήσουν στην ουσιαστική αλήθεια των γεγονότων σεβόμενος όμως, προσηκόντως τη σιωπή του κατηγορούμενου, τις συγκινήσεις και την ταραχή του, χωρίς να διακατέχεται από προκαταλήψεις, μεροληψίες και έτσι τελικώς να οδηγείται σε ασφαλή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών μέχρι και το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας.

Χλόη Δ. Θεοδωρίδου, Δικηγόρος Δ.Σ. Καβάλας, Πτυχιούχος Τμήματος Πολιτικών Επιστήμων Δ.Π.Θ., Μεταπτυχιακή φοιτήτρια Τμήματος Οικονομικού Ποινικού Δικαίου Α.Π.Θ

Σχόλια