Ζητήματα παραγραφής στα εγκλήματα φοροδιαφυγής, του Ιωάννη Β. Σαμέλη

0

Τα εγκλήματα φοροδιαφυγής, όπως προβλέπονται στο άρθρο 66 του ν.4174/2013 [Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας] πολύ συχνά αποτελούν αντικείμενο ειδικής μελέτης, καθώς έχουν διαφορετικό χρόνο εκκίνησης του χρόνου παραγραφής τους. Και τούτο διότι, με βάση την ειδική διάταξη του άρθρου 68§2 του ως άνω νόμου, ο χρόνος εκκίνησης της παραγραφής οριζόταν ως εξής  «…[2. Η παραγραφή των εγκλημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής.]…».

Τούτο είχε ως αποτέλεσμα το σημείο εκκίνησης της ποινικής προδικασίας να συμπίπτει με την ολοκλήρωση της φορολογικής προδικασίας από την ελεγκτική αρχή, με την θεώρηση του ελεγκτικού πορίσματος, την έκδοση οριστικών καταλογιστικών πράξεων και την ταυτόχρονη οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, συνήθως στην λήξη της πενταετίας από την υποβολή της σχετικής φορολογικής δήλωσης ή της έκδοσης/λήψης εικονικών τιμολογίων. Σε αρκετές περιπτώσεις αυτό μπορούσε να λάβει χώρα και στην λήξη της δεκαετίας, εφόσον ο φορολογικός έλεγχος έκρινε ότι υπήρχαν «συμπληρωματικά στοιχεία» που ήλθαν εις χείρας του μετά την πενταετία, και δικαιολογούσαν την παράταση του χρόνου φορολογικής παραγραφής, από πενταετή σε δεκαετή.

Με τον νόμο 4745/2020, που ρυθμίζει πληθώρα νομικών θεμάτων, και συγκεκριμένα με την διάταξη του άρθρου 92 του Ν. 4745/2020 ορίζεται ότι «…Κατάργηση της παρ. 3 του άρθρου 55 και της παρ. 2 του άρθρου 68 του ν. 4174/2013 περί αδικημάτων φοροδιαφυγής Η παρ. 3 του άρθρου 55 και η παρ. 2 του άρθρου 68 του ν. 4174/2013 (Α` 170) καταργούνται…»,  με αποτέλεσμα να καταργηθούν οι ειδικές διατάξεις για διαφοροποίηση του χρόνου έναρξης της ποινικής παραγραφής από τον αντίστοιχο χρόνο τέλεσης της πράξης, ήτοι της υποβολής ανακριβούς δήλωσης Φόρου Εισοδήματος, ΦΠΑ και έκδοσης ή λήψης και καταχώρισης εικονικών τιμολογίων.

Ως εκ τούτου, με την ως άνω διάταξη επανερχόμαστε και για τα εγκλήματα φοροδιαφυγής που τελέστηκαν έως την έκδοση του ως άνω νόμου, στις διατάξεις των άρθρων 111§1 και 3, και 112 ΠΚ  που ορίζουν ότι το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 113§2 του ίδιου κώδικα, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 §1 του Ν. 4619/2019 κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ), «Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου», ενώ κατά τον προϊσχύοντα Ποινικό Κώδικα  «αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις». Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (ΟλΑΠ 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Ως εκ τούτου, καθίσταται σαφές ότι η τέλεση των εγκλημάτων φοροδιαφυγής δεν υπάγεται πλέον στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 68§2 του Ν. 4174/2013, ως προς την ημερομηνία έναρξης της παραγραφής του ποινικού αδικήματος, αλλά στις γενικές και συνταγματικώς παραδεδεγμένες διατάξεις των άρθρων 2, 111-113 ΠΚ, και γι’ αυτό γεννώνται ζητήματα παραγραφής, ήτοι ζήτημα αμιγώς ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, για την συντριπτική πλειοψηφία των εκκρεμών ποινικών δικογραφιών, τουλάχιστον σε βαθμό πλημμελήματος.

Η εξέλιξη αυτή προφανώς δεν αποτελούσε βουλητικό αντικείμενο της νομοθετικής εξουσίας, η οποία έσπευσε εντός ολίγων ημερών να νομοθετήσει προς την αντίθετη κατεύθυνση, επαναφέροντας την διαφοροποίηση του χρόνου έναρξης της ποινικής παραγραφής στο άρθρο 163 του ν.4764/2020 ως τροποποίηση του άρθρου 55Α του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ορίζοντας ότι «…2. Η παραγραφή των εγκλημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από το πέρας του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου η Φορολογική Διοίκηση μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 36, να προβεί σε έκδοση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, εκτός κι αν έχει ήδη εκδοθεί τέτοια πράξη, οπότε η παραγραφή των ως άνω εγκλημάτων αρχίζει από την έκδοση της πράξης αυτής.», πλην όμως η διάταξη αυτή ως δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο και την διάταξη του άρθρου 2§1 Π.Κ. προφανώς και δεν καταλαμβάνει τα εγκλήματα φοροδιαφυγής που τελέστηκαν μέχρι την έκδοση του ν.4764/2020.

Συμπερασματικώς, με την νομοθέτηση του ν.4745/2020 άνοιξε μια μεγάλη νομική συζήτηση ως προς την βουλητική ή γραμματική ερμηνεία της διάταξης που κατήργησε την έναρξη του χρόνου παραγραφής των εγκλημάτων φοροδιαφυγής, αναμένεται δε και αντίστοιχη τροφοδότησή της από την νομολογία που θα παγιωθεί. Άποψη του γράφοντος είναι ότι η ερμηνεία που τελικώς θα επικρατήσει είναι αυτή της ευμενέστερης αντιμετώπισης του κατηγορουμένου με έναρξη του χρόνου παραγραφής αντίστοιχη με αυτήν του χρόνου τέλεσης του αντικεμενικού στοιχείου υπόστασης των εγκλημάτων φοροδιαφυγής, με αποτέλεσμα πολλές υποθέσεις πλημμεληματικού κυρίως χαρακτήρα να οδηγηθούν στην παραγραφή, ήδη δε και εν μέσω κορωνοιού τα δικαστήρια που εξετάζουν το ζήτημα αυτό, στην πλειοψηφία του συντάσσονται με την αντίστοιχη άποψη.

Σχόλια