Ισότητα ανδρών και γυναικών στην εργασία Οδ. 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 9-2-1976 (ΔΕΚ υπόθεση C-409/95)

0

O Hellmut Marschall, καθηγητής που εργάζεται στην υπηρεσία του Land Nordrhein-Westfalen (ομόσπονδου κράτους της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας, στο εξής: Land), με μισθό βαθμού Α12, υπέβαλε την υποψηφιότητά του στις 8 Φεβρουαρίου 1994 για την κατάληψη με προαγωγή της θέσης βαθμού Α13 -του καθηγητή διδάσκοντος στην πρώτη βαθμίδα της μέσης εκπαίδευσης- στο ενιαίο σχολείο του Schwerte. Μετά από σχετική απόφαση της Bezirksregierung Arusbert (αρμόδιας για προαγωγές αρχής), την θέση κατέλαβε μια συνυποψήφια του Marschall, ιδίων προσόντων και καταλληλότητος για την προς πλήρωση θέση με αυτόν, την οποία η Bezirksregierung Arnsberg επέλεξε -αφού πρωτύτερα πληροφόρησε τον Marschall για την πρόθεσή της να προσλάβει τη γυναίκα υποψήφια- στηριζόμενη στο άρ. 25 παρ. 5 περ. 2 του Beamtengesetz (δημοσιοϋπαλληλικού Κώδικα του Land) το οποίο ορίζει ότι: “Αν στον τομέα της αρμόδιας για τις προαγωγές αρχής οι γυναίκες που βρίσκονται στο οικείο επίπεδο θέσεως είναι λιγότερες από τους άνδρες, οι γυναίκες πρέπει να προάγονται κατά προτεραιότητα, εφόσον έχουν ίση καταλληλότητα, ικανότητα και επαγγελματική απόδοση με τους άνδρες, εκτός αν προέχουν λόγοι αναγόμενοι στο πρόσωπο ενός άνδρα υποψηφίου”. Ο Marschall υπέβαλε ένσταση την οποία η Bezirksregierung απέρριψε με απόφαση της 29ης Ιουλίου 1994, με την αιτιολογία ότι ήταν υποχρεωμένη να προαγάγει την επιλεγείσα συνυποψήφιά του, διότι σύμφωνα με τις εκθέσεις βαθμολογίας ήταν ίσων προσόντων με τον Marschall και διότι οι γυναίκες που απασχολούνταν στο βαθμό Α13 κατά το χρονικό σημείο της ανακοινώσεως κενής θέσης ήταν λιγότερες από τους άνδρες. Στη συνέχεια ο Marschall άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Gelsen-kirchen, με αίτημα να υποχρεωθεί το Land να τον προαγάγει στην επίδικη θέση, καθώς η απόφαση της Bezirksregierung, βάσει της οποίας επελέγη η συνυποψήφιά του, συνιστούσε άνιση μεταχείριση σε βάρος του, λόγω φύλου. Το Werwaltungsgericht Gelsenkirchenγια την επίλυση της διαφοράς Marschall – Land, απηύθηνε στο ΔΕΚ προδικαστικό ερώτημα κατ’ εφαρμογή του άρ. 177 Συνθ ΕΚ, ζητώντας την ερμηνεία των άρ. 2 παρ. 1 και 4 της οδ. 76/207/ΕΟΚ, του Συμβουλίου της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά στην πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, και την κρίση του για την συμφωνία ή μη της εθνικής διάταξης του άρ. 25 παρ. 5 περ. 2 του Beamtengesetz του Land με αυτά.

Β. Κυρίως Σχόλιο

1. Το άρ. 119 ΣυνθΕΚ και η οδηγία 76/207/ΕΟΚ. Το άρ. 119 παρ. 1 ΣυνθΕΚ διατυπώνει την αρχή της ισότητας των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων και επιβάλλει στα κράτη-μέλη την λήψη μέτρων με τη θέσπιση εθνικών κανόνων δικαίου για την εξασφάλιση και τη διατήρηση της εφαρμογής της αρχής, η οποία όπως το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει με την απόφαση Defrenne II της 8ης Απριλίου 1976 αποτελεί μια από τις βάσεις της Κοινότητας. Η έννοια της αμοιβής δίνεται στην παρ. 2 του άρ. 119 και περιλαμβάνει κάθε παροχή που δίδεται με τη μορφή μισθού, αποδοχών, οφέλους άμεσου ή έμμεσου, σε χρήματα ή είδος, εξαιρουμένων όμως των παροχών δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων, οι οποίες σύμφωνα με το πρωτόκολλο 2 σχετικά με το άρ. 119 ΣυνθΕΚ, δεν θεωρούνται αποδοχές. Η αρχή της ισότητας των αμοιβών για όμοια εργασία διευκρινίζεται εξάλλου στην οδ. 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών – μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών. Ωστόσο η Κοινότητα, ξεκινώντας μια νομοθετική πολιτική με σκοπό την διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών και σε άλλα ζητήματα των εργασιακών σχέσεων εκτός αυτού της αμοιβής, εξέδωσε την οδηγία 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 9ης Φεβρουαρίου 1976 περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, που αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας. Στη συνέχεια την οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Σκοπός της οδ. 76/207/ΕΟΚ, όπως προκύπτει και από το άρ. 1 παρ. 1 της οδηγίας, είναι η εφαρμογή εντός των κρατών – μελών ιδίως σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, περιλαμβανομένης και της επαγγελματικής προώθησης, της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών, που αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας, μιας από τις θεμελιώδεις αρχές του Κοινοτικού Δικαίου. Προς επίτευξη του σκοπού αυτού, η οδηγία επιβάλλει τη λήψη μέτρων “για την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα” (άρ. 2 παρ.1). Η απαγόρευση όμως κάθε διάκρισης, που επιβάλλει η οδ. 76/207/ΕΟΚ δεν είναι απόλυτη. Ο κοινοτικός νομοθέτης καθιερώνει εξαίρεση στο άρ. 2 παρ. 4 της οδηγίας, βάσει της οποίας επιτρέπονται εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες, αν και εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις λόγω φύλου, αποτελούν μέτρα η λήψη των οποίων κρίθηκε αναγκαία από τον εθνικό νομοθέτη για την εξασφάλιση της ουσιαστικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, με την άρση των ανισοτήτων που εκδηλώνονται στην πράξη και θίγουν τις ευκαιρίες κυρίως των γυναικών, στους τομείς της απασχόλησης, της επαγγελματικής εκπαίδευσης και προώθησης, και των συνθηκών εργασίας. Πράγματι, είναι σύνηθες στην αγορά εργασίας, παρά την κατοχύρωση στο Κοινοτικό Δίκαιο της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, οι εργοδότες να προτιμούν κατά την πρόσληψη ή την προαγωγή των εργαζομένων, ιδίως σε ανώτερες θέσεις της επαγγελματικής ιεραρχίας, άνδρες έναντι των γυναικών εξαιτίας διαφόρων κοινωνικών προκαταλήψεων και στερεοτύπων που αφορούν την ηλικία της γυναίκας, το ρόλο και τις ικανότητές της στον ενεργό βίο, την απόδοσή της στην εργασία σε συνδυασμό με την προσπάθειά της να αντεπεξέλθει στις οικογενειακές της υποχρεώσεις, τη μητρότητα, την αρχαιότητα κ.ά. Τέτοιες προκαταλήψεις και που έχουν διαμορφώσει συγκεκριμένα παραδοσιακά κριτήρια, ευνοϊκότερα για τους άνδρες εργαζομένους κατά την πρόσληψη ή την προαγωγή τους. Είναι επομένως σύμφωνα προς το πνεύμα και το σκοπό της οδ.76/207/ΕΟΚ, και συγκεκριμένα του άρ. 2 παρ. 4, “μέτρα που αποσκοπούν στην προώθηση της ισότητας των ευκαιριών ανδρών και γυναικών”, έστω κι αν φαίνεται ότι εισάγουν άμεσες ή έμμεσες δυσμενείς διακρίσεις εξαιτίας του φύλου .

2. Πεδίο ισχύος οδ. 76/207/ΕΟΚ

Το ζήτημα της εφαρμογής της οδ. 76/207/ΕΟΚ στις εργασιακές σχέσεις και στο δημόσιο τομέα έχει τεθεί επανειλημμένως αποτελώντας αντικείμενο προδικαστικών ερωτημάτων προς το ΔΕΚ. Δηλαδή η οδ. αυτή υπερισχύει έναντι οποιασδήποτε διαφορετικού περιεχομένου και ρυθμίσεως εθνικής διάταξης που αφορά την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών, στις εργασιακές σχέσεις στον ιδι-ωτικό τομέα. Όπως αναφέρθηκε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, η οδ. 76/207/ΕΟΚ αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση (στα θέματα της πρόσβασης στην απασχόληση, επαγγελματικής εκπαίδευσης και προώθησης κ.λπ.) της αρχής της ισότητας των αμοιβών ανδρών και γυναικών που διατυπώνεται στο άρ. 119 ΣυνθΕΚ. Συνεπώς το ζήτημα της ισχύος στο δημόσιο τομέα τίθεται ευρύτερα, τόσο για το άρ. 119 ΣυνθΕΚ, όσο και για την ειδικότερη εκδήλωσή του, την οδ. 76/207ΕΟΚ. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι θα αντέβαινε προς το σκοπό του άρ. 119 ΣυνθΕΚ, που είναι η επίτευξη ισότητας αμοιβών ανδρών και γυναικών για οποιαδήποτε όμοια εργασία, αν από το πεδίο εφαρμογής του αποκλείονταν η εργασία σεδημόσια υπηρεσία. Την άποψη αυτή διατύπωσε και το ΔΕΚ στην απόφαση Hellen Gerster κατά Freistaat Bayern (της 2-10-1997, υπόθεση C-1/95), ενώ παλαιότερα, με την απόφαση της 21ης Μαΐου 1985, Επιτροπή κατά Γερμανίας, είχε κρίνει ότι η οδ. 76/207/ΕΟΚ και η οδ. 75/117 έχουν εφαρμογή και στις εργασιακές σχέσεις στο δημόσιο τομέα. Επιπλέον, στην ίδια απόφαση το ΔΕΚ διευκρίνισε ότι οι οδηγίες αυτές και το άρ. 119 έχουν γενικό περιεχόμενο συμφυές προς την ίδια τη φύση της αρχής που καθορίζουν. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η απάντηση στο ζήτημα της εφαρμογής ή μη της οδ. 76/207/ΕΟΚ στις εργασιακές σχέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες, όπως αυτή στην οποία έθεσε υποψηφιότητα ο Marschall, θα πρέπει να είναι θετική. 3. Όρια εφαρμογής άρ. 2 παρ. 4 οδ. 76/207/ΕΟΚ Από το σκοπό της διάταξης του άρ. 2 παρ. 4 οδ. 76/207/ΕΟΚ, η οποία συνιστά παρέκκλιση από την απαγόρευση μέτρων που εισάγουν διακρίσεις βασισμένες στο φύλο, όπως αυτή προκύπτει από το άρ. 2 παρ. 1 της οδηγίας, κρίνεται απαραίτητος ο καθορισμός των ορίων εφαρμογής αυτής της παρέκκλισης. Όριο θα πρέπει να αποτελέσει η επίτευξη ισότητας ανδρών και γυναικών, στην οποία αποσκοπεί η λήψη εθνικών μέτρων συμφώνων προς το πνεύμα της διάταξης του άρ. 2 παρ. 4, που λαμβάνονται ως αντιστάθμισμα της ανισότητας που εκδηλώνεται στην πράξη στην αγορά εργασίας σε βάρος των γυναικών. Αν η εθνική ρύθμιση, ωστόσο, ευνοεί τόσο τη θέση της γυναίκας στην πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και στις συνθήκες εργασίας, ώστε να της δίνει αυτομάτως προτεραιότητα στους τομείς αυτούς, υπάρχει δυσμενής διάκριση σε βάρος των ανδρών εργαζομένων και είναι προφανές ότι δεν επιτυγχάνεται η σκοπούμενη ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών αφού το μόνο που διαφοροποιείται είναι το φύλο στο οποίο βασίζεται η διάκριση, που σε αυτή την περίπτωση θα είναι το ανδρικό (απόφαση Κalanke, της 17-10-1995, υπόθεση C-450/93). Συνεπώς μια ρύθμιση όπως η παραπάνω, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως που προβλέπει το άρ. 2 παρ. 4 καθώς, καταργώντας την ανισότητα σε βάρος των γυναικών, δημιουργεί ανισότητα σε βάρος των ανδρών.

4. Δυσμενής διάκριση – έννοια και διακρίσεις

Το Verwaltungsgericht Gelsenkirchen στο πλαίσιο της εκδίκασης της υπόθεσης Marschall κατά Land, επεσήμανε ότι ο κανόνας προτεραιότητας που προβλέπει η επίδικη εθνική διάταξη του άρ. 25 παρ. 5 περ. 2 του Beamtengesetz υπέρ των γυναικών, καθιερώνοντας την ιδιότητα της γυναίκας ως πρόσθετο κριτήριο προαγωγής, φαίνεται να συνιστά δυσμενή διάκριση βασισμένη στο φύλο, σε βάρος των ανδρών υποψηφίων, υπό την έννοια του άρ. 2 παρ. 1 οδ. 76/207/ΕΟΚ το οποίο επιβάλλει “την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα”. Στη νομολογία έχει παγιωθεί η έννοια της δυσμενούς διάκρισης, η οποία μπορεί να είναι άμεση, όταν η εφαρμογή της ρύθμισης εθνικού κανόνα δικαίου άμεσα και σαφώς θίγει ορισμένη κατηγορία πολιτών κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, ενός από τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα του ανθρώπου που κατοχυρώνονται από το Κοινοτικό Δίκαιο με τη Συνθήκη ΕΟΚ και των οποίων την προστασία οφείλει να εξασφαλίζει το ΔΕΚ, ή έμμεση όταν, παρότι το εθνικό μέτρο έχει ουδέτερη διατύπωση μη θίγοντας άμεσα ορισμένη κατηγορία, θέτει στην πράξη, κατά την εφαρμογή του, σε δυσμενή μοίρα ορισμένη κατηγορία πολιτών έναντι των υπολοίπων εξαιτίας κάποιων υφισταμένων κοινωνικών συνθηκών. Όμως, κατά πάγια νομολογία του ΔΕΚ, δεν υφίσταται έμμεση δυσμενής διάκριση στην περίπτωση που το εθνικό μέτρο που συνεπάγεται τη διαφορετική μεταχείριση, δικαιολογείται από αντικειμενικούς παράγοντες άσχετους προς οποιαδήποτε διάκριση βασισμένη στο φύλο (Υπόθεση Postumma van Damme, 280/94, 1996). Στην έννοια της διακρίσεως θα πρέπει να περιληφθεί οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, ανδρικό ή γυναικείο. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΚ, στο πεδίο εφαρμογής της οδ. 76/202/ΕΟΚ εμπίπτουν, σύμφωνα με το σκοπό της και τη φύση του υπ’ αυτήν προστατευόμενου δικαιώματος, όχι μόνο διακρίσεις που οφείλονται στο γεγονός ότι ανήκει κάποιος σε ορισμένο φύλο, αλλά και διακρίσεις που οφείλονται στην αλλαγή φύλου κάποιου (υπόθεση Ρ. κατά S. και Cornwall County Council, 13/94, 1996, για απόλυση τρανσεξουαλικού ατόμου). Στην περίπτωση αυτή το άτομο υφίσταται δυσμενή διάκριση έναντι των ατόμων που ανήκουν στο φύλο στο οποίο εθεωρείτο ότι ανήκε πριν την αλλαγή φύλου.

5. Άποψη ΔΕΚ – Σκεπτικό απόφασης – Συσχετισμός με υπόθεση Kalanke

Το Verwaltungsgericht Gelsenkirchen υποστήριξε ότι η επίδικη διάταξη του άρ. 25 παρ. 5 περ. 2 του Beamtengesetz, συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος των ανδρών υποψηφίων, στηριζόμενο στην υπόθεση Kalanke (C-450/93 της 17-10-1995) όπου το ΔΕΚ είχε αποφανθεί ότι εθνικός κανόνας δικαίου όμοιας με την επίδικη διάταξη ρυθμίσεως, ο οποίος έδιδε αυτομάτως προτεραιότητα στις γυναίκες υποψηφίους έναντι των ανδρών συνυποψηφίων τους, συνεπαγόταν δυσμενή διάκριση που βασίζεται στο φύλο σε βάρος των ανδρών. Ωστόσο υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ της εθνικής ρύθμισης που αποτέλεσε αντικείμενο κρίσεως του ΔΕΚ στην υπόθεση Kalanke και της επίδικης. Το άρ. 25 παρ. 5 περ. 2 το Beamntengesetz δεν δίδει αυτομάτως προτεραιότητα στις γυναίκες διότι προβλέπει παρέκκλιση από την προτεραιότητα επί προαγωγής των γυναικών, αν συντρέχουν λόγοι αναγόμενοι στο πρόσωπο του άνδρα υποψηφίου. Το ΔΕΚ συνεπώς εκαλείτο να εξετάσει αν εθνικός κανόνας δικαίου με τέτοια παρέκκλιση αποσκοπούσε στην προώθηση της ισότητας των ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών υπό την έννοια του άρ. 2 παρ. 4 οδ.76/207/ΕΟΚ και επομένως δικαιολογείτο να εκδοθεί διαφορετική απόφαση από αυτή στην υπόθεση Kalanke εξαιτίας αυτής και μόνης της παρεκκλίσεως. Είναι προφανές, συγκρινόμενο και με την επίδικη ρύθμιση στην υπόθεση Kalanke, ότι το πρώτο σκέλος της επίδικης ρύθμισης υπερβαίνει τα όρια της καθιερούμενης από το άρ. 2 παρ. 4 της οδηγίας εξαιρέσεως από την αρχή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών. Η επιφύλαξη όμως που διατυπώνεται στο δεύτερο σκέλος της επίδικης ρύθμισης, αποτελεί ασφαλιστική δικλείδα μη υπέρβασης των ορίων εφαρμογής της εξαίρεσης. Δίνοντας εγγύηση στους άνδρες υποψηφίους για την αντικειμενική αξιολόγησή τους, με το να λαμβάνονται υπόψη λόγοι αναγόμενοι στο πρόσωπο του κάθε άνδρα υποψηφίου ίσων προσόντων με τη γυναίκα συνυποψηφία του, αποκλείεται επί προαγωγής η προτεραιότητα της γυναίκας, όποτε αυτή θα συνιστούσε δυσμενή διάκριση σε βάρος του άνδρα. Εξυπακούεται βέβαια ότι οι λόγοι που ανάγονται στο πρόσωπο του άνδρα υποψηφίου και κάνουν το ζυγό να κλίνει υπέρ αυτού θα πρέπει αντίστοιχα να μη συνιστούν δυσμενή διάκριση σε βάρος των γυναικών διότι πάλι θα θιγόταν η αρχή της ίσης μεταχείρισης. Ο κίνδυνος αυτός είναι έντονος δεδομένου ότι η πλειονότητα τέτοιων λόγων στηρίζεται σε παραδοσιακά κριτήρια προαγωγής. Αυτό συμβαίνει διότι σε περίπτωση ίσων προσόντων και καταλληλότητας των υποψηφίων, στοιχεία που εξασφαλίζουν ίδια ικανότητα και απόδοση στην προς πλήρωση θέση ενός άνδρα με μια γυναίκα, σχεδόν μόνο τέτοια κριτήρια μπορούν να διαφοροποιήσουν την ισοπαλία, υπέρ του άνδρα υποψηφίου. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι δεν υπερβαίνονται τα όρια εφαρμογής της εξαίρεσης του άρ. 2 παρ. 4 οδ. 76/207/ΕΟΚ από την επίδικη διάταξη, με την οποία προωθείται η ίση μεταχείριση των γυναικών σε σχέση με τους άνδρες εργαζόμενους (ισότητα ευκαιριών επί προαγωγής), με προϋπόθεση τη σύγχρονη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των ανδρών σε σχέση με τις γυναίκες εργαζόμενες. Συνεπώς το ΔΕΚ ορθώς έκρινε ότι το άρ. 2 παρ. 1 και 4 της οδ. 76/207/ΕΟΚ δεν απαγορεύει την εθνική ρύθμιση του άρ. 25 παρ. 5 περ. 2 του Beamtengesetz, η οποία επιβάλλει στους τομείς της δημόσιας υπηρεσίας όπου οι γυναίκες είναι λιγότερες από τους άνδρες στο οικείο επίπεδο θέσεως, την προαγωγή κατά προτεραιότητα των γυναικών υποψηφίων, εφόσον οι υποψήφιοι διαφορετικού φύλου έχουν ίσα προσόντα, εκτός αν προέχουν λόγοι αναγόμενοι στο πρόσωπο ενός άνδρα υποψηφίου. Ωστόσο η εθνική ρύθμιση θα πρέπει αφενός να εγγυάται στους άνδρες την αντικειμενική αξιολόγηση των υποψηφιοτήτων λαμβανομένων υπόψη όλων των κριτηρίων που αφορούν το πρόσωπο των ανδρών υποψηφίων, αφετέρου να διασφαλίζει ότι τα κριτήρια αυτά δεν επάγονται δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος των γυναικών υποψηφίων.

6. Συμπέρασμα

Το αιτούν δικαστήριο οφείλει να αποφασίσει, ως προς την διαφορά Marschall-Land, συμφώνως προς την προδικαστική απόφαση του ΔΕΚ (η δεσμευτικότητα της προδικαστικής αποφάσεως για την εκκρεμή δίκη γίνεται γενικώς δεκτή απότα εθνικά δικαστήρια όλων των κρατών – μελών) καθώς μια διαφορετική απόφαση θα διακινδύνευε την ενότητα της εφαρμογής σε όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας της οδ. 76/207/ΕΟΚ. Την ανάγκη αυτή εναρμόνισης της νομοθεσίας των κρατών μελών ως προς την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών επισημαίνει και η οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Φεβρουαρίου 1975 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών. Η οδ. 76/207/ΕΟΚ, το άρ. 119 ΣυνθΕΚ, η οδ. 79/7/ΕΟΚ, η οδ. 75/117/ΕΟΚ αποτελούν σημαντικά νομοθετικά βήματα προς την επίτευξη της ουσιαστικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα κράτη – μέλη της Κοινότητας. Η ανάγκη όμως διασφάλισης και προαγωγής της αρχής, σε συνδυασμό με την πολυπλοκότητα και την ανάπτυξη των σύγχρονων εργασιακών σχέσεων, επιβάλλει τη λήψη δυναμικότερων νομοθετικών μέτρων από την Κοινότητα, όπως η διεύρυνση του ρυθμιστικού πεδίου του άρ. 119 Συνθ.ΕΚ και σε άλλα εργασιακά ζητήματα εκτός της αμοιβής ή η έκδοση οδηγιών οι οποίες θα διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής της αρχής σε όλους τους τομείς των εργασιακών σχέσεων, συγκεκριμενοποιώντας το περιεχόμενο της προς την κατεύθυνση της πλήρους νομοθετικής κατοχύρωσης, στο πλαίσιο Κοινοτικού και Εθνικών Δικαίων, της αρχής της ισότητας με σκοπό την εξάλειψη των διακρίσεων και των κοινωνικών ανισοτήτων μεταξύ ανδρών και γυναικών στους κόλπους της Κοινότητας.

Νομολογία ΔΕΚ

1. Απόφαση “Kalanke” της 17-10-1995, υπόθεση C-450/93.
2. Απόφαση “Y.M. Posthuma van Damme κ.λ.π. κατά Bestuur van de Bedrijfs-vereniging voor Detailhandel, Ambachten en Huisvrouwen κ.λ.π.” της 1-2-1996, υπόθεση C-280/94.
3. Απόφαση “Joan Gillespie κ.λπ. κατά Northern Health and Social Services Board κ.λπ.”, της 13-2-1996, υπόθεση C-342/93.
4. Απόφαση “P. κατά S. και Cornwall County Council”, της 30-4-1996, υπόθεση C-13/94.
5. Απόφαση “Francina Johanna Maria Dietz κατά Stichting Thuiszorg Rotterdam”, της 24-10-1996, υπόθεση C-435/93.
6. Απόφαση “Livia Balestra κατά Instituto Nazionale della Previdenza Sociale (INPS)”, της 30-1-1997, υπόθεση C-139/95. 7. Απόφαση “The Queen κατά Secretary of State of Social Security, ex parte: Eunice Sutton”, της 22-4-1997, υπόθεση C-66/95. 8. Απόφαση “Nils Draehmpaehl κατά Urania Immobilienservice O.H.G.” της 22-4-1997, υπόθεση C-180/95. 9. Απόφαση “Hellen Gerster κατά Freistaat Bayern” της 2-10-1997, υπόθεση C-1/95. 10. Απόφαση “Brigitte Kording κατά Senator fur Finanzen”, της 2-10-1997, υπόθεση C-100/95
——————-
ΠΗΓΗ: Νομική Επιθεώρηση

Σχόλια