Το καθεστώς αδειών στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών ” Η Οδηγία 97/13 /ΕΚ*

0

Ι. Τηλεπικοινωνίες

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 η αλματώδης πρόοδος της επιστήμης στον τομέα της ηλεκτρολογίας
και μικροηλεκτρονικής έχει γίνει η βάση για μια αντίστοιχη ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών. Η επιστήμη βρήκε στον τομέα των τηλεπικοινωνιών εφαρμογές τέτοιες, που οδήγησαν στον πολλαπλασιασμό των παρεχόμενων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών,
και μάλιστα μέσω απλοποιημένων συστημάτων και σχετικά φθηνών, ώστε η νέα τεχνολογία να είναι προσιτή στο κοινό και, συνακόλουθα, εμπορικά εκμεταλλεύσιμη.
Ειδικά κατά την δεκαετία του ’90 η προϊούσα συγχώνευση και γενικά η σύγκλιση των τεχνολογιών των τηλεπικοινωνιών και
της πληροφορικής (τηλεπληροφορική) δείχνει πως η ανάπτυξη των εν λόγω τεχνολογικών-επιστημονικών τομέων δεν έχει προς
το παρόν ορατά όρια, ενώ η σημασία τους θα αυξάνει κατά τις πρώτες, τουλάχιστον, δεκαετίες του εικοστού πρώτου αιώνα,
όσο πιο προσιτές στο κοινό θα γίνονται οι υπηρεσίες και τα συστήματα που θα παρέχονται χάρη στις νέες τεχνολογίες.

Η προδιαγραφόμενη ευρεία χρήση των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, ήδη φανερή όχι μόνο στη φωνητική τηλεφωνία αλλά
και σε εφαρμογές όπως η προσπέλαση σε βάσεις δεδομένων, το διαδίκτυο (Internet), η τηλεαγορά (telemarketing) κ.ά., θα
έχει συνέπειες στις εθνικές οικονομίες αλλά και στο σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας. Κάτι τέτοιο απαιτεί τη ρύθμιση του
νομικού πλαισίου των τηλεπικοινωνιών σε νέες βάσεις, υπό το φως και της παγκοσμιοποιήσεως των αγορών.

ΙΙ. Φιλελευθεροποίηση

Η ανάπτυξη και διασπορά των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών καθιστά εκ των πραγμάτων ξεπερασμένο το καθεστώς των
κρατικών μονοπωλίων, που ίσχυσε στην Ευρώπη ως τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Στη θέση του καθιερώνεται πλέον σε
ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση το άνοιγμα των τηλεπικοινωνιακών αγορών και η απελευθέρωση των σχετικών υπηρεσιών,
δηλαδή η φιλελευθεροποίηση στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Επομένως, η ηγεσία της ΕΕ, κάνοντας μια πολιτική επιλογή
προς την κατεύθυνση της φιλελευθεροποιήσεως , φαίνεται πως ακολούθησε, τουλάχιστον στον τομέα των τηλεπικοινωνιών,
τη ροή των πραγμάτων.
Η φιλελευθεροποίηση στις τηλεπικοινωνίες συνεπάγεται βεβαίως εξαφάνιση των μονοπωλίων.
Ταυτόχρονα όμως, για να μην επικρατήσει ο νόμος της ζούγκλας, θεσμοθετείται πλέγμα νομικών ρυθμίσεων για την τήρηση
των κανόνων του ελεύθερου ανταγωνισμού και το διαχωρισμό των εμπορικών από τις ρυθμιστικές αρμοδιότητες των οργανισμών τηλεπικοινωνιών (ΟΤ), με ανάθεση των τελευταίων σε ειδική εθνική κανονιστική αρχή ? με άλλα λόγια, κατάργηση των παλαιών μονοπωλιακών ρυθμίσεων (απορρύθμιση-deregulation) με ταυτόχρονη θεσμοθέτηση νέων, για την ανταγωνιστική λειτουργία της απελευθερωμένης αγοράς (επαναρρύθμιση-reregulation) .

ΙΙΙ. Θεσμικό πλαίσιο

Στο Προοίμιο της Διεθνούς Συμβάσεως Τηλεπικοινωνιών (Ναϊρόμπι, 1982) κατοχυρώνεται ως γενικότερη αρχή το κυριαρχικό
δικαίωμα κάθε κράτους να ρυθμίζει τα συστήματα των τηλεπικοινωνιών του. Ωστόσο, ως προς τις οικονομικές του αναφορές
και καθ’ όσον η άσκησή του έχει συνέπειες στην οικονομική ιδιωτική ζωή, πρέπει να θεωρήσουμε ότι η άσκηση του κυριαρχικού
αυτού δικαιώματος υπόκειται σε περιορισμούς , όσον αφορά στις χώρες που συναποτελούν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, υπέρ
αυτής ακριβώς της -κατ’ εξοχήν οικονομικής- Κοινότητος .
Στα πλαίσια τώρα της Ευρωπαϊκής Κοινότητος το οικονομικό πρότυπο υπό το οποίο οφείλουν να αναπτύσσονται οι
τηλεπικοινωνιακές δραστηριότητες είναι δεδομένο και δηλωμένο: είναι η οικονομία της ανοιχτής αγοράς με ελεύθερο
ανταγωνισμό (άρθρο 102Α εδ. β΄ ΣυνθΕΚ ), και εξειδικεύεται με τις οικονομικές διατάξεις της Συνθήκης (άρθρα 85 επ.,
109Η-109Θ ΣυνθΕΚ κ.ά.) . Υπό το φως του σαφούς αυτού ιδεολογικοπολιτικού προσανατολισμού προς τον οικονομικό φιλελευθερισμό -τουλάχιστον εντός της Κοινότητος- και προς εφαρμογήν του στον τομέα των τηλεπικοινωνιών εκδόθηκαν από
τα κοινοτικά όργανα πλήθος πράξεων, ρυθμιστικών της νέας καταστάσεως στον εν λόγω τομέα .

Κι αυτό, γιατί το προαναφερθέν κυριαρχικό δικαίωμα κάθε κράτους να ρυθμίζει τα συστήματα των τηλεπικοινωνιών του,
παρότι υπόκειται σε περιορισμούς, δεν παύει να υφίσταται, και η άσκησή του, περιοριστική για τον ιδιώτη, επιτρέπεται -αλλά
και επιβάλλεται- ιδίως για λόγους δημοσίου συμφέροντος, πράγμα που αναγνωρίζεται και στο άρθρο 56 ΣυνθΕΚ .
Η παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών δεν είναι επομένως -ούτε μπορεί να είναι- παντελώς ελεύθερη από κρατικό έλεγχο,
αλλά αντιθέτως υπόκειται σε περιορισμούς δικαιολογούμενους από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας. Προς εξειδίκευση λοιπόν και εφαρμογή των εν λόγω περιορισμών και όσων άλλων ανάγονται στο δημόσιο συμφέρον,
η Οδηγία 97/13 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προβλέπει τη θεσμοθέτηση ενός καθεστώτος αδειών, δια του οποίου καθίσταται δυνατός ο έλεγχος, προληπτικός και κατασταλτικός, των φορέων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
Η εφαρμογή της Οδηγίας 97/13 στην Ελλάδα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ενόψει αφενός του παρεμβατικού,
αν όχι πατερναλιστικού, κρατισμού, που στη χώρα μας υπήρξε για δεκαετίες μια πραγματικότητα, και αφετέρου του νέου φιλελεύθερου συστήματος, που η Οδηγία εισάγει. Η Οδηγία 97/13 είναι χρήσιμο, θεωρητικά και πρακτικά, να εξεταστεί σε αντιπαραβολή με το ν. 2246/94 , που ρυθμίζει τη δομή και τη λειτουργία της ελληνικής τηλεπικοινωνιακής αγοράς, καθώς
και τους Κανονισμούς που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού. Διότι, σύμφωνα με την αρχή της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου , ο κοινοτικός κανόνας ισχύει χωρίς καμιά πράξη μετατροπής του σε εθνικό δίκαιο, εκτός ιεραρχίας εθνικών κανόνων, και μάλιστα κατισχύει κάθε εθνικού κανόνα με αντίθετο προς αυτόν περιεχόμενο· πράγμα που εν προκειμένω σημαίνει
ότι κάθε ρύθμιση του ν. 2246/94 και των Κανονισμών η οποία δεν συνάδει με το περιεχόμενο της Οδηγίας, είναι ανίσχυρη.
Εξάλλου, σύμφωνα με την αρχή της αμεσότητας του ευρωπαϊκού δικαίου, ο διοικούμενος δικαιούται να ζητήσει από το εθνικό
όργανο, διοικητικό ή δικαιοδοτικό, την εφαρμογή κοινοτικού κανόνα, το όργανο δε υποχρεούται να ικανοποιήσει αυτό το αίτημα,
υπό τις εξής προϋποθέσεις:

α) ο κανόνας να είναι υποχρεωτικός (όχι π.χ. ηθικοπολιτικού ή συμβουλευτικού χαρακτήρα) ,

β) η ρύθμιση, που εισάγεται μ’ αυτόν τον κανόνα, να εκτείνεται στο χώρο της κοινωνίας των ιδιωτών και να μην περιορίζεται
από τη φύση της στις διακρατικές σχέσεις, γ) η ρύθμιση να είναι αρκούντως ακριβής,

δ) η ρύθμιση να είναι ανεπιφύλακτη (π.χ. έλλειψη ή παρέλευση προθεσμίας σχετικής με τη θέση της σε ισχύ) και

ε) η ρύθμιση να είναι τέλεια (να μην καταλείπεται στα εθνικά όργανα εξουσία διάπλασης της ρύθμισης, η οποία (εξουσία)
να μπορεί να χαρακτηριστεί πολιτική, κυριαρχική) . Οι Οδηγίες γενικά, επειδή απευθύνονται στα κράτη-μέλη και όχι στους
ιδιώτες, ισχύουν μεν ως προς τα κράτη ως κανόνες δικαίου (αδιαμεσολάβητο μετατροπής), ως προς τους ιδιώτες όμως ισχύουν
μόνον εφόσον χωρήσει προηγουμένως εθνική πράξη μετεγγραφής τους.
Ωστόσο, η έλλειψη του αδιαμεσολάβητου μετεγγραφής δεν εμποδίζει τους διοικουμένους να επικαλεστούν μια Οδηγία,
υπό τον όρο ότι πληροί τις προϋποθέσεις αμεσότητας, που αναφέρονται παραπάνω, και εφόσον αυτή είτε έχει μετεγγραφεί
κακώς ή κατά αποκλίνουσα ερμηνεία των διατάξεών της είτε δεν έχει μετεγγραφεί αλλά έχει παρέλθει η προθεσμία, που
παρέχουν τα κοινοτικά όργανα στα εθνικά για τη μετεγγραφή της .

Η Οδηγία 97/13 έχει αμεσότητα με την έννοια του επικλητού, παρότι οι διατάξεις της δεν έχουν ακόμη μετεγγραφεί (η έκδοση
του σχετικού προεδρικού διατάγματος αναμένεται), εφόσον έχει παρέλθει από 31.12.1997 η προθεσμία μετεγγραφής, που προβλέπεται στο άρθρο 25. Από τα παραπάνω εξάγεται το συμπέρασμα, ότι η Οδηγία 97/13 διατηρεί τη σημασία της, με την
έννοια ότι, στο βαθμό που το περιεχόμενο των ρυθμίσεων του εθνικού νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου έρχεται σε αντίθεση
με την Οδηγία ή δεν διαλαμβάνει περί θεμάτων, στα οποία αυτή αναφέρεται, τότε -πληρουμένων των παραπάνω προϋποθέσεων αμεσότητας- η Οδηγία οφείλει να εφαρμοστεί άμεσα από το εθνικό όργανο, του διοικουμένου δικαιουμένου άνευ ετέρου να την επικαλεστεί.
Σε τέτοια ακριβώς σημεία, ελλείψεων ή αντιθέσεως των εθνικών ρυθμίσεων προς τις κοινοτικές, εστιάζονται οι παρακάτω
αναπτύξεις. Ιδίως αναδεικνύονται περιπτώσεις υποχρεώσεων, που επιβάλλονται από την ελληνική νομοθεσία, αλλά έρχονται
σε αντίθεση με το κοινοτικό δίκαιο, ή αντιστρόφως ευνοϊκών για τους διοικουμένους ρυθμίσεων, που περιλαμβάνονται στην
Οδηγία, αλλά δεν διαλαμβάνει γι’ αυτούς η ελληνική νομοθεσία.

Β. ΟΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΑΜΕΣΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 97/13/ΕΚ

Η Οδηγία 97/13, παρότι απευθύνεται στα κράτη μέλη, δύναται να τύχει εφαρμογής, μόνο όμως ως προς τα σημεία της τα
οποία παρατίθενται στη συνέχεια. Αντίστοιχα η ελληνική νομοθεσία η σχετική με το καθεστώς αδειών και κυρίως ο ν. 2246/94
περιέχει ρυθμίσεις, οι οποίες οφείλουν να παραμεριστούν και να μείνουν ανεφάρμοστες. Παρότι η ελληνική νομοθεσία που
εξετάζεται δεν μετεγγράφει την Οδηγία, ούτε το σχετικό προεδρικό διάταγμα έχει εκδοθεί, η Οδηγία, όπως ήδη αναπτύχθηκε,
ισχύει και οφείλει να εφαρμόζεται, υπό τους όρους που ήδη εκτέθηκαν. Ι. Άρθρο 1 §2 ν. 2246/94 – Άρθρο 2 Οδηγίας 97/13/ΕΚ

Στην ως άνω διάταξη του ν. 2246/94 περιέχονται οι ορισμοί των εννοιών, που χρησιμοποιούνται γενικά από το νομοθέτη στον
τομέα των τηλεπικοινωνιών. Ανάμεσα σ’ αυτούς όμως δεν περιλαμβάνονται οι ορισμοί της “εθνικής κανονιστικής αρχής” -ή
τουλάχιστον ο προσδιορισμός της-, της “εξυπηρέτησης με μονοαπευθυντική διαδικασία” και, στο αρχικό κείμενο του νόμου,
των “βασικών απαιτήσεων”, παρότι πλήθος υποχρεώσεων επιβαλλόμενων στις τηλεπικοινωνιακές επιχειρήσεις ερείδεται
επ’ αυτών.

Προς υπηρέτηση της αρτιότητας του νόμου προστέθηκε (πλέον στοιχείο Λ΄ της §2 του άρθρου 1), με το άρθρο 12 §6
ν. 2578/1998,ο ορισμός των “βασικών απαιτήσεων”, παρμένος μάλιστα αυτούσιος από το άρθρο 2 της Οδηγίας 97/13.
Αναφορικά με τον πρώτο ορισμό, στο άρθρο 2 §2 Α ν. 2246/94 προσδιορίζεται η Γενική Γραμματεία Επικοινωνιών του
Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ως η “εθνική αρχή τηλεπικοινωνιών” κατά τη Διεθνή Σύμβαση Τηλεπικοινωνιών
(Ναϊρόμπι, 1982).

Κατά την Οδηγία όμως, εθνική κανονιστική αρχή είναι η βεβαρημένη με την εκπόνηση και τήρηση/εποπτεία των όρων των αδειών, δηλαδή για την Ελλάδα, όπως προκύπτει από το όλο νομικό πλέγμα, η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών (ΕΕΤ).

Τέλος, εξυπηρέτηση με μονοαπευθυντική διαδικασία, παρότι δεν ορίζεται ειδικότερα , φαίνεται να καθιερώνεται με το άρθρο
2 §10 του Κανονισμού Δηλώσεων (ΑπΥπΜετ&Επ 74631/95), όπου παρέχεται στους φορείς παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών
η δυνατότητα, να ζητήσουν από την ΕΕΤ επίσημη βεβαίωση με σκοπό την αναγνώριση των παρεχόμενων υπηρεσιών σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση . ΙΙ. Άρθρο 1 §4 Δ ν. 2246/94 – Άρθρο 24 Οδηγίας 97/13/ΕΚ
Στο ως άνω εδάφιο του ν. 2246/94 αναγνωρίζονται στον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος (ΟΤΕ) ειδικά και αποκλειστικά δικαιώματα, τα οποία εξειδικεύονται στο άρθρο 3 §7, ιδίως για την εγκατάσταση, λειτουργία και εκμετάλλευση του (σταθερού) δημόσιου τηλεπικοινωνιακού δικτύου (ΔΤΔ) και την παροχή φωνητικής τηλεφωνίας μέχρι την 31.12.2000 . Η εξαίρεση αυτή στην κατάργηση του τηλεπικοινωνιακού μονοπωλίου του ΟΤΕ θα γινόταν ανίσχυρη μετά την 1.1.1998, ημερομηνία της πλήρους θέσεως
σε ισχύ της Οδηγίας 97/13 , εάν η Ελλάδα δεν είχε αποσπάσει την Απόφαση 97/607/ΕΚ της Επιτροπής για μία νέα διετή προθεσμία.
Η απόφαση αυτή της Επιτροπής στηρίζεται στη σχετική δυνατότητα, που τής παρέχεται από το άρθρο 24 της Οδηγίας 97/13 .

III. Άρθρα 1 §4 Η-Θ , 3 §4 Γ θ΄, 3 §5 Β ε΄ ν. 2246/94

Οι διατάξεις αυτές θέτουν υποχρεώσεις προς τους φορείς παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και προβλέπουν την
προσάρτηση όρων στις άδειες και δηλώσεις, οι οποίοι υπαγορεύονται από την εθνική άμυνα και τη δημόσια ασφάλεια.
Η αντίθεση περιορισμών αυτών στο κοινοτικό δίκαιο θα ήταν προφανής, αν ο σχετικός έλεγχος περιοριζόταν στην Οδηγία 97/13
και το Παράρτημά της.
Η στήριξή τους πρέπει να αναχθεί, πράγμα που προβλέπεται ρητά στο τελευταίο εδάφιο του
Παραρτήματος, στο πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο, ιδίως στα άρθρα 36 και 56 ΣυνθΕΚ, που επιτρέπουν περιορισμούς
των ελευθεριών τις οποίες κατοχυρώνει η Συνθήκη, για ορισμένους λόγους δημοσίου συμφέροντος .

ΙV. Άρθρο 3 §2 Δ ν. 2246/94

Στο εδάφιο αυτό καθορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες απαιτείται χορήγηση άδειας για την παροχή τηλεπικοινωνιακών
υπηρεσιών. Οι περιπτώσεις υπό στοιχ. α΄ (χρήση σπανίων πόρων) και γ΄ (παραχώρηση ειδικών και αποκλειστικών δικαιωμάτων) βρίσκουν έρεισμα στα άρθρα 3 §3 και 7 της Οδηγίας 97/13 . Η περίπτωση β΄ όμως (εξασφάλιση από τον παρέχοντα την υπηρεσία των ουσιωδών απαιτήσεων κ.λπ.) είναι πολύ γενική και χρήζει συσταλτικής ερμηνείας. Διότι, αν εφαρμοστεί κατά γράμμα, μπορεί να επιτρέψει στη Διοίκηση να απαιτεί σε κάθε περίπτωση άδεια για την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και να μην αρκείται σε δήλωση, αφού η τήρηση των ουσιωδών απαιτήσεων μπορεί να επιβληθεί -και πράγματι επιβάλλεται- κατά την άσκηση κάθε είδους τηλεπικοινωνιακής δραστηριότητας . Πρέπει λοιπόν να περιοριστεί το εύρος της διατάξεως αυτής, ώστε να καλύπτει μόνο τις ουσιώδεις απαιτήσεις του σημείου 4 του Παραρτήματος της Οδηγίας 97/13, όπως επιτάσσεται και από το άρθρο 8 §1 της Οδηγίας, δηλαδή: την αποτελεσματική χρήση του φάσματος των ραδιοσυχνοτήτων και την αποφυγή επιβλαβών παρεμβολών μεταξύ συστημάτων ραδιοεπικοινωνιών και άλλων, την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και πολεοδομικούς και χωροταξικούς στόχους . Μόνο σ’ αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να απαιτείται προηγούμενη άδεια για την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.

V. Άρθρο 3 §4 Α εδάφιο τελευταίο ν. 2246/94

Η διάταξη αυτή ορίζει ότι “η άδεια είναι προσωπική και αμεταβίβαστη”, και θεωρείται τόσο σημαντική από τον έλληνα νομοθέτη,
που προς αποτροπή της καταστρατηγήσεως της έχουν τεθεί και οι διατάξεις του άρθρου 3 §4 Δ εδ. α΄ (απαγόρευση εκμίσθωσης, μεταβίβασης, συνεκμετάλλευσης αδείας ή αλλαγής ελέγχου της αδειούχου εταιρίας) και Ε (ανακοίνωση στην ΕΕΤ κάθε
μεταβίβασης μετοχών της αδειούχου εταιρίας άνω του 5% του εταιρικού κεφαλαίου). Τέτοιος περιορισμός δεν περιέχεται στην
Οδηγία 97/13 (θα ήταν επομένως ανίσχυρος μετά την θέση αυτής σε ισχύ), αλλά μπορεί να συναχθεί από το σημείο 4.8 του Παραρτήματος, το οποίο επιτρέπει την προσάρτηση στις άδειες όρων σχετικών με την οικονομική, διοικητική και τεχνική ικανότητα
της αδειούχου εταιρίας.
Και γενικά, με δεδομένο ότι η άσκηση οικονομικών δραστηριοτήτων στον τομέα των τηλεπικοινωνιών ισοδυναμεί -καθόσον ενέχει πραγμάτωση του δημοσίου συμφέροντος για άρτια και αποτελεσματική παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών στους πολίτες-
με μια οιονεί κατά παραχώρηση άσκηση υπηρεσίας δημοσίας ωφελείας, ιδιαίτερα όσον αφορά την εγκατάσταση, λειτουργία
και εκμετάλλευση τηλεπικοινωνιακών δικτύων και την παροχή υπηρεσιών τηλεφωνίας, νομιμοποιείται το κράτος στην επιβολή των περιορισμών αυτών.
Επιπροσθέτως λόγοι προστασίας του καταναλωτή-χρήστη των παρεχόμενων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών
και εν γένει προστασίας των συναλλαγών στον σημαντικότατο για την εθνική οικονομία τομέα των τηλεπικοινωνιών, δικαιολογούν, μαζί με τα παραπάνω, την απαγόρευση, που περιέχεται στην υπό εξέταση διάταξη, παρότι η ανεπιφυλάκτως ευθεία στήριξή της στην Οδηγία 97/13 δεν είναι δυνατή. Με απλά λόγια, δικαίως κρίνεται απ’
τον έλληνα νομοθέτη, ότι και η Διοίκηση για την παραχώρηση δικαιωμάτων σε ιδιώτες στον κυριαρχικό χώρο
των τηλεπικοινωνιών και οι πολίτες-χρήστες των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, των τόσο ζωτικών πλέον και
για την καθημερινή ζωή, σκόπιμο είναι να ξέρουν, με ποιον έχουν να κάνουν και με ποιον συναλλάσσονται.

VΙ. Άρθρα 3 §4 Β ν. 2246/94 και 2 §9 Κανονισμού Δηλώσεων – Άρθρα 2 §9, 5 §2 Οδηγίας 97/13/ΕΚ

Στο άρθρο 3 §4 Β ορίζεται η προθεσμία, μέσα στην οποία οι κρατικές αρχές οφείλουν να απαντήσουν σε αίτηση για χορήγηση άδειας: 6 μήνες, με δυνατότητα παράτασης κατά 3 μήνες με αιτιολογημένη απόφαση της ΕΕΤ . Η προθεσμία αυτή κρίνεται
πολύ μεγάλη και πρέπει να θεωρηθεί ήδη συντετμημένη από το άρθρο 9 §2 της Οδηγίας 97/13. Σ’ αυτό ορίζεται ότι η ανακοίνωση
της αποφάσεως επί της αιτήσεως για χορήγηση άδειας γίνεται το αργότερο έξι εβδομάδες από την παραλαβή της αιτήσεως,
και μόνο σε αντικειμενικώς δικαιολογημένες περιπτώσεις, ρητά οριζόμενες στο νόμο, μπορεί η προθεσμία αυτή να παραταθεί
έως τέσσερις μήνες? ειδικά επί διαδικασιών προσκλήσεως για υποβολή προσφορών, μπορεί το όριο αυτό να αυξηθεί έως τους
οκτώ μήνες. Είναι προφανές, πως η προθεσμία του άρθρου 3 §4 Β βρίσκεται μακράν των “ευλόγων χρονικών ορίων”, που είχε
κατά νου ο κοινοτικός νομοθέτης.
Επομένως το άρθρο 3 §4 Β ν. 2246/94 πρέπει να παραμεριστεί υπέρ του άρθρου 9 §2 της Οδηγίας, βάσει του οποίου και
μόνον μπορούν και οφείλουν οι εθνικές αρχές να υπολογίζουν τις σχετικές προθεσμίες.
Οι ίδιες σκέψεις καλύπτουν και τη σχέση μεταξύ των διατάξεων των άρθρων 2 §9 Κανονισμού Δηλώσεων (ΑπΥπΜετ&Επ 74631/95) και 5 §2 Οδηγίας 97/13: τηρητέα είναι η προθεσμία των 4 εβδομάδων, που επιτάσσεται από τον κοινοτικό νομοθέτη, και όχι
αυτή των 3 μηνών, την οποία προβλέπει ο Κανονισμός .

VII. Άρθρα 3 §4 Γ ιγ΄ ν. 2246/94, 4 §2 ΑπΥπΜετ&Επ 79097/95

Στην ως άνω διάταξη του ν. 2246/94 προβλέπεται η καταβολή από το δικαιούχο εγγυήσεως για την καλή εκπλήρωση των όρων
της αδείας. Η νομιμότητά της φαίνεται προβληματική. Βέβαια το άρθρο 11 της Οδηγίας 97/13 προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής τελών, τα οποία όμως να αποσκοπούν αποκλειστικά, εκτός των άλλων, στον έλεγχο και την εκτέλεση της εκάστοτε άδειας και να
είναι ανάλογα προς τις σχετικές εργασίες. Αλλά αυτοί οι σκοποί μπορούν να εξυπηρετηθούν με λιγότερο επαχθή τρόπο, όπως
με την καταβολή της συνδρομής του άρθρου 3 §4 Γ ιε΄ ν. 2246/94, οπότε η καταβολή εγγύησης παύει να είναι ανάλογη με τους επιδιωκόμενους σκοπούς και καθίσταται ως όρος της άδειας ανενεργός.
Η λειτουργία της εγγυήσεως ως ποινικής ρήτρας, η οποία θα κατέπιπτε υπέρ του Δημοσίου σε περίπτωση παραβάσεως από
τον αδειούχο όρου της άδειας, ενδεχομένως να ευθυγραμμιζόταν με το πνεύμα των άρθρων 3 (αρχές που διέπουν τις άδειες)
και 9 §4 (διαδικασίες σε περίπτωση παράβασης όρου της άδειας) της Οδηγίας, αλλά το γράμμα του άρθρου 3 §4 Γ ιγ΄ δεν
επιτρέπει μια τέτοια ερμηνεία. Άλλωστε ο έλεγχος της τηρήσεως των όρων των αδειών είναι ανατεθειμένος στην ΤΕΕ και θα
αρκούσε μια πρόσθετη χρηματική συνδρομή ανταποδοτική αυτών των υπηρεσιών.

Η στήριξη τέλος της υπό εξέταση διατάξεως στο σημείο 4.8 του Παραρτήματος της Οδηγίας 97/13, με το σκεπτικό ότι η
καταβολή εγγύησης πιστοποιεί την οικονομική ευρωστία της τηλεπικοινωνιακής επιχείρησης, προσκρούει στην εξής ένσταση:
η οικονομική ικανότητα μπορεί το ίδιο καλά να βεβαιωθεί και με εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας από
ορκωτούς ελεγκτές ή με την επιβολή όρων, όπως υψηλότατο απαιτούμενο μετοχικό κεφάλαιο, ή τέλος πάντων με άλλους
τρόπους, που κατέχει η οικονομική επιστήμη. Γι’ αυτούς τους λόγους, πρέπει η διάταξη του άρθρου 3 §4 Γ ιγ΄ ν. 2246/94,
όπως και η αντίστοιχου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 4 §2 της Αποφάσεως 79097/95, να μείνουν ανεφάρμοστες.

VIIΙ. Άρθρα 3 §4 Γ ιδ΄, 3 §5 Β η΄ ν. 2246/94

Οι διατάξεις αυτές θεσπίζουν την υποχρέωση των τηλεπικοινωνιακών επιχειρήσεων να καθορίζουν στις άδειες ή δηλώσεις τους
όρους της οικονομικής εκμεταλλεύσεως αυτών (των αδειών ή δηλώσεων). Κατ’ αυτόν τον τρόπο τίθεται υπό την κρίση της
Διοικήσεως ο οικονομικός σχεδιασμός των επιχειρήσεων. Τέτοιου είδους όρος δεν προβλέπεται στην Οδηγία 97/13 ούτε μπορεί
να στηριχτεί σε κάποιο απ’ τα σημεία του Παραρτήματός της ή στο γενικής εφαρμογής άρθρο 56 ΣυνθΕΚ.
Μόνη οδός για να περισωθεί η διάταξη θα ήταν η συστολή της, υπό την έννοια αφενός ότι το κράτος δεν “συν-καθορίζει” τους
όρους οικονομικής εκμεταλλεύσεως και αφετέρου ότι η ΕΕΤ κατά τον έλεγχο της τηρήσεως των ρυθμίσεων του νόμου περιορίζει
την εξουσία της σε μια αξιολόγηση των όρων αυτών μόνο σε σχέση με τη βιωσιμότητα της τηλεπικοινωνιακής επιχειρήσεως και
την αποτελεσματική παροχή της τηλεπικοινωνιακής υπηρεσίας, τα θέματα δηλαδή που άπτονται του δημοσίου συμφέροντος .

ΙΧ. Άρθρα 3 §4 Δ β΄ ν. 2246/94, 7-8 ΑπΥπΜετ&Επ 79097/95 – Άρθρο 9 §§4-6 Οδηγίας 97/13/ΕΚ

Στις διατάξεις αυτές προβλέπονται οι λόγοι και οι διαδικασίες ανακλήσεως και αναστολής χορηγηθείσης άδειας. Ο ν. 2246/94 προβαίνει σε πολύ γενικές ρυθμίσεις , πράγμα που βεβαίως βλάπτει τον διοικούμενο, ο οποίος μόνο να ωφεληθεί έχει από
γνωστές, διαφανείς και δημόσιες διαδικασίες κατά τη λήψη επαχθών σε βάρος του μέτρων, όπως είναι η αναστολή και η
ανάκληση άδειας.
Με δεδομένη την αδυναμία αυτή του νόμου θα όφειλε να εφαρμοστεί ευθέως η Οδηγία 97/13.
Όμως, ήδη από το 1995 με τον Κανονισμό Αδειών (ΑπΥπΜετ&Επ 79097/95), ρυθμίστηκαν λεπτομερώς οι σχετικές διαδικασίες, μάλιστα σε τόσο πλήρη βαθμό, ώστε ελαχίστων συμπληρώσεων χρήζει η νομοθεσία μετά την πλήρη θέση σε εφαρμογή της
Οδηγίας 97/13. Κι αυτό χωρίς να είναι δυσχερής η συμπλήρωση του νόμου βάσει της γενικής θεωρίας και γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου.
Ειδικότερα, από το άρθρο 9 §4 εδάφιο τελευταίο και §6 της Οδηγίας ορίζεται η υποχρέωση των κρατών-μελών να προβλέπουν διαδικασία προσφυγής κατά των αποφάσεων της εθνικής κανονιστικής αρχής ενώπιον οργάνου ανεξάρτητου από την εθνική κανονιστική αρχή. Εφόσον ο έλληνας νομοθέτης δεν προέβλεψε κάτι ειδικότερο και με δεδομένο τον χαρακτήρα της αποφάσεως
περί αναστολής ή ανακλήσεως ως (εκτελεστής) διοικητικής πράξεως, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι η απόφαση αυτή είναι δυνατόν να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Δεύτερον, από το άρθρο 9 §4 εδ. β΄ της Οδηγίας προβλέπεται η προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου, σε κάθε περίπτωση που συζητείται επαχθής σε βάρος του πράξη,
και όχι μόνο σε περίπτωση αποφάσεως περί ανακλήσεως της άδειας, όπως ορίζει ο Κανονισμός Αδειών.
Επομένως, όπως άλλωστε επιτάσσεται και απ’ τη γενική διοικητικού δικαίου αρχή της προηγούμενης ακρόασης,
η οποία βρίσκει εφαρμογή σε ολόκληρη τη διοικητική δράση, προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου
επιβάλλεται και επί αναστολής της άδειας .

Χ. Άρθρο 5 §3 Οδηγίας 97/13/ΕΚ

Ανάλογη με την αμέσως παραπάνω διαδικασία αναστολής και ανακλήσεως αδείας δεν προβλέπεται για τις δηλώσεις από
τον έλληνα νομοθέτη, ούτε στο ν. 2246/94 ή τους τροποποιητικούς αυτού νόμους ούτε στον Κανονισμό Δηλώσεων. Ακριβέστερα,
άπαξ και εκδοθεί πράξη αποδοχής της δηλώσεως, δεν προβλέπεται πουθενά στο νόμο δυνατότητα αναστολής ή ανακλήσεώς της. Κάτι τέτοιο προβλέπεται βέβαια στο άρθρο 5 §3 της Οδηγίας, αλλά η επίκληση Οδηγίας από το κράτος σε βάρος του ιδιώτη απαγορεύεται . Ωστόσο, το ότι η Διοίκηση δεν έχει από το νόμο την εξουσία να αναστείλει ή να ανακαλέσει πράξη αποδοχής δηλώσεως, δεν σημαίνει δίχως άλλο και ότι δεν υπάρχει περίπτωση να το πράξει? το ελληνικό κράτος δεν μας έχει ασυνήθιστους
σε πράξεις αυθαιρεσίας . Αν λοιπόν διοικούμενος υποχρεωθεί να προσφύγει στη Δικαιοσύνη κατά μιας τέτοιας πράξης, θα
μπορεί πάντως να επικαλεστεί, εκτός των άλλων λόγων ακύρωσης που σίγουρα θα προβάλει, και τυχόν παράβαση των διατάξεων
του άρθρου 5 §3 (λόγος ακύρωσης: παράβαση ουσιώδους τύπου).

ΧΙ. Άρθρο 3 §4 ΣΤ ν. 2246/94

Στο εδάφιο αυτό προβλέπεται μια σειρά πρόσθετων κριτηρίων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση ή ανανέωση οποιασδήποτε άδειας. Με την πλήρη θέση σε ισχύ της Οδηγίας 97/13, δύο από τα κριτήρια αυτά τίθενται εκποδών, αφού
αφήνουν τεράστια διακριτική ευχέρεια στη Διοίκηση και η αξιολόγησή τους μπορεί να μην είναι αντικειμενική: η γενικότερη
κατάσταση της εθνικής οικονομίας (στοιχείο α΄ του εδ. ΣΤ) και οι ανάγκες της εσωτερικής αγοράς (περίπτωση πρώτη του
στοιχείου β΄). Η εκτίμηση των στοιχείων αυτών δεν υπόκειται σε καμιά εγγύηση αντικειμενικότητας και δεν θα εξέπληττε κανέναν,
αν σ’ αυτή παρεισέφρεαν πολιτικοί υπολογισμοί και σκοπιμότητες. Η ισχύς των σχετικών διατάξεων θα προσέφερε στη Διοίκηση
τη διέξοδο ή το πρόσχημα να απορρίπτει ανενόχλητα κάθε ανεπιθύμητη αίτηση για άδεια. Ούτε στο άρθρο 56 ΣυνθΕΚ μπορούν
να βρουν έρεισμα οι διατάξεις αυτές πρέπει επομένως να μείνουν ανενεργές.

ΧΙΙ. Άρθρα 3 §4 Ζ α΄ ν. 2246/94, 2 §2 ΑπΥπΜετ&Επ 79097/95

Η διάταξη αυτή ορίζει ως προϋπόθεση για την παροχή άδειας, ότι η ενδιαφερόμενη τηλεπικοινωνιακή επιχείρηση οφείλει να
έχει έδρα ή υποκατάστημα στην Ελλάδα. Αυτή η υποχρέωση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την από τη Συνθήκη κατοχυρούμενη ελευθερία παροχής υπηρεσιών , που αφορά τους “υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος της
Κοινότητας άλλο από εκείνο του αποδέκτου της παροχής” . Γι’ αυτό και η υπό εξέταση διάταξη αντικαταστάθηκε με το άρθρο
11 §4 ν. 2465/1997 ως εξής: “Να είναι εγκατεστημένες [οι τηλεπικοινωνιακές επιχειρήσεις] σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής
Ένωσης και να έχουν νόμιμο εκπρόσωπό τους στην Ελλάδα”. Αρκείται δηλαδή πλέον ο νομοθέτης σε εκπρόσωπο της επιχείρησης
και δεν απαιτεί υποκατάστημα αυτής στην Ελλάδα, ευθυγραμμιζόμενος με το κοινοτικό δίκαιο. Έτσι καθίσταται ανενεργός και
η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 2 §2 (“έδρα ή υποκατάστημα στην Ελλάδα”) του Κανονισμού Αδειών (ΑπΥπΜετ&Επ 79097/95).

ΧΙΙΙ. Άρθρα 3 §5 Β γ΄ ν. 2246/94, 2 §5 γ΄ Κανονισμού Δηλώσεων

Η διάταξη αυτή ορίζει ως υποχρεωτικό περιεχόμενο της δηλώσεως τους όρους ποιότητας, διαθεσιμότητας και σταθερότητας
της τηλεπικοινωνιακής υπηρεσίας. Ο όρος αυτός πράγματι περιέχεται στο Παράρτημα της Οδηγίας 97/13, όπως επιτάσσει το
άρθρο 3 §2 αυτής στηρίζεται όμως στο σημείο 4.8 του Παραρτήματος κατά παράβαση του άρθρου 4 §1 της Οδηγίας, το οποίο
δεν επιτρέπει να προέρχονται οι όροι οι συνοδευτικοί των δηλώσεων παρά μόνο από τα σημεία 2 και 3, επιφυλλασσομένου του σημείου 4 για τις άδειες (άρθρο 8 §1 Οδηγίας). Η ισχύς του άρθρου 3 §5 Β γ΄ ν. 2246/94 θα μπορούσε ίσως να περισωθεί, αν η υποχρέωση που καθιερώνει στηριζόταν στο σημείο 2.2 του Παραρτήματος, πράγμα που όμως εγείρει μια σοβαρή αντίρρηση πολύ πρακτική: η θεμελίωση κάθε υποχρεώσεως που δεν βρίσκει έρεισμα σε άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου, στο σημείο 2.2, θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση του νόμου. Γι’ αυτό το σημείο 2.2 του Παραρτήματος πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιείται, μόνο
όταν ο περιορισμός του εθνικού δικαίου αναφέρεται ρητά στο περιεχόμενο του σημείου αυτού, χωρίς βέβαια να απαιτείται και
ρητή αναφορά του αριθμού του. Κατά το ίδιο σκεπτικό ανεφάρμοστη πρέπει να μείνει πλέον και η διάταξη του άρθρου 2 §5 γ΄
της ΑπΥπΜετ&Επ 74631/95 (Κανονισμού Δηλώσεων), κατά το μέρος της που αναφέρεται στις προϋποθέσεις σταθερότητας, διαθεσιμότητας και ποιότητος της παρεχόμενης υπηρεσίας.

ΧΙV. Άρθρα 3 §5 Β ζ΄ ν. 2246/94 , 2 §7 ζ΄ Κανονισμού Δηλώσεων

Στις διατάξεις αυτές ορίζεται η διάρκεια ισχύος της δηλώσεως σε τρία έτη. Ωστόσο από κανένα σημείο της κοινοτικής σχετικής νομοθεσίας δεν προκύπτει η δυνατότητα χρονικού περιορισμού της ισχύος της δηλώσεως . Ο ανά τριετία έλεγχος, άλλωστε,
τον οποίον θα επέβαλλε η διαδικασία ανανεώσεως της δηλώσεως, μπορεί να λαμβάνει χώρα και χωρίς παύση της ισχύος της δηλώσεως. Για τους λόγους αυτούς οι διατάξεις πρέπει να μείνουν ανεφάρμοστες και να μην επιβάλλεται κανένας χρονικός περιορισμός στην ισχύ των δηλώσεων.

XV. Άρθρο 3 §9 Α ν. 2246/94

Στη διάταξη αυτή περιλαμβάνεται μια σειρά υποχρεώσεων, που επιβάλλονται στους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών και τους
φορείς παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, αναφορικά με τα τιμολόγια. Αυτά πρέπει να είναι εναρμονισμένα με το κόστος,
να δημοσιεύονται, να συμβάλλουν στην εξάλειψη των σταυροειδών επιδοτήσεων κ.λπ., όροι γενικά δικαιολογημένοι και ανάλογοι
προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της προστασίας του καταναλωτή-χρήστη τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Με την τροποποίηση όμως
της διατάξεως επήλθε μια συρρίκνωση του πεδίου εφαρμογής της: δεν αφορά πλέον σε όλους τους οργανισμούς και επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών, αλλά μόνο σε όσους “έχουν σημαντική θέση στη σχετική αγορά” .
Η μικρή αυτή οπή στο προστατευτικό για τον καταναλωτή δίχτυ του νόμου θα επέτρεπε σε μικρές εταιρίες του κλάδου των τηλεπικοινωνιών να βρεθούν σε δυσανάλογα ισχυρή θέση απέναντι στους πελάτες τους. Οι σποραδικές διατάξεις της Οδηγίας
97/13 υπέρ των καταναλωτών, όπως τα σημεία 2.3 και 3.1 του Παραρτήματος, δεν έχουν πρακτική αξία εδώ, γιατί η άμεση
επίκληση διατάξεως Οδηγίας στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών δεν επιτρέπεται, κατά τη θεωρία του Ευρωπαϊκού Δικαίου και τη
νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων .
Αναγκαστικά ο καταναλωτής θα αναζητήσει προστασία στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και σε ειδικούς νόμους, όπως τον
ν. 2251/1994 περί προστασίας του καταναλωτή.

XVI. Άρθρο 4 ν. 2246/94 – Άρθρα 9 §4 εδ. α΄, 5 §3 εδ. α΄ Οδηγίας 97/13/ΕΚ

Στο άρθρο 4 προβλέπονται βαρειές κυρώσεις, και ποινικές, επιβαλλόμενες για τους λόγους που περιγράφονται στο ίδιο άρθρο.
Prima facie η διάταξη μοιάζει να είναι μετέωρη μετά την θέση σε ισχύ της Οδηγίας 97/13, αφού αυτή δεν φαίνεται να της
προσφέρει έρεισμα. Όμως πράγματι στα άρθρα 5 §3 εδ. α΄ και 9 §4 εδ. α΄ η Οδηγία δίνει την ευχέρεια υπό τον όρο
“προσήκοντα μέτρα” (για την αποκατάσταση της νομιμότητας), ώστε η Διοίκηση να μπορεί να επιβάλλει και διοικητικές ή
ποινικές κυρώσεις. XVII. Λοιπές διατάξεις Οι λοιπές διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, οι οποίες διαγράφουν το ειδικό
πλαίσιο για τιςάδειες και δηλώσεις στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, υπακούουν στην κοινοτική νομιμότητα και τυχόν μικροαποκλίσεις τους από την Οδηγία 97/13 βρίσκονται μέσα στα πλαίσια της πολιτικής εξουσίας του νομοθέτη ή της διακριτικής ευχέρειας της Διοικήσεως. Πάντως κι αυτές οι “κοινοτικά ορθόδοξες” διατάξεις οφείλουν κατά τη γνώμη μας να ερμηνεύονται βάσει δύο αρχών-βάσεων της “απο-επανα-ρυθμίσεως” (de-re-regulation) της ευρωπαϊκής αγοράς: αφενός της αρχής της οικονομικής ελευθερίας, η οποία επιτάσσει τη μικρότερη δυνατή άμεση παρέμβαση του κράτους στην αγορά· και αφετέρου της αρχής της λειτουργίας της αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που επιβάλλει την έμμεση κρατική παρέμβαση, σε ρόλο ρυθμιστή -ποτέ επιχειρηματία- των επιχειρηματικών συμπεριφορών.

Γ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η πράξη θα δείξει κατά πόσο η φιλελευθεροποίηση των αγορών -και ιδίως η απελευθέρωση των υπηρεσιών στον τομέα
των τηλεπικοινωνιών- θα αποδώσει τα επιθυμητά αποτελέσματα, τόσο για τις εθνικές και την ευρωπαϊκή οικονομία, όσο και
για τον ιδιώτη-χρήστη των υπηρεσιών αυτών: σταθερότητα και ανάπτυξη για την οικονομία, βελτίωση των παρεχόμενων
υπηρεσιών και δικτύων και προσφορά αυτών σε όλο και πιο συμφέρουσες τιμές για το χρήστη.

Πάντως πολλά ενθαρρυντικάσημάδια καταγράφονται: στην Ελλάδα, αλματώδης ανάπτυξη της κινητής τηλεφωνίας σε
συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού και με παρεχόμενες υπηρεσίες καλού επιπέδου σε καλές τιμές, με δυνατότητα περαιτέρω
βελτίωσης· επίσης σχετική πρόοδος του διαδικτύου (Internet) με αυξανόμενο αριθμό συνδεδεμένων χρηστών.
Στη Γερμανία , όπως και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατακόρυφη πτώση των τιμών ως και κατά 70% και
μάλιστα στη φωνητική τηλεφωνία, που στην Ελλάδα αποτελεί ακόμα μονοπώλιο. Η εφαρμογή της Οδηγίας 97/13, όταν
ολοκληρωθεί, προδιαγράφεται καρποφόρα και για την Ελλάδα. Όχι μόνο φαίνεται ότι θα ωφελήσει τους χρήστες αλλά και
θα συμβάλει στην ανάπτυξη ολόκληρης της εθνικής οικονομίας.

Αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όχι μόνο η Οδηγία αλλά και ολόκληρο το κανονιστικό πλαίσιο στον τομέα των τηλεπικοινωνιών
(βλ. και υποσημ.10) δημιουργεί βαθμιαία συνθήκες θετικές για περαιτέρω πρόοδο των τεχνολογιών των τηλεπικοινωνιών και
ανάπτυξη των σχετικών υπηρεσιών και δικτύων. Η πολιτική ένωση της Ευρώπης περνά μέσα από την οικονομική της ενοποίηση
και σ’ αυτό οι τηλεπικοινωνίες, ως το κατεξοχήν μέσο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων και των λαών, έχουν να παίξουν
σημαντικό ρόλο. Η Οδηγία 97/13 αποτελεί ένα καλό βήμα προς αυτό το σκοπό -αν τελικά η πολιτική ένωση είναι το ζητούμενο-
παρά το γεγονός ότι τα κράτη όχι σπάνια έφεραν δυσκολίες στην εφαρμογή της.
Ακόμα και σήμερα, στην Ελλάδα, μέρος της δεν εφαρμόζεται, ενώ κι αυτό που βρίσκεται σε ισχύ δεν εφαρμόζεται χωρίς
πλημμέλειες. Έργο του νομικού είναι να αναδεικνύει τις διατάξεις εκείνες, που θεσπίζουν δικαιώματα ή καταργούν υποχρεώσεις
του ιδιώτη, και να τις επικαλείται, ώστε και τη σωστή εφαρμογή του ισχύοντος δικαίου να επιτυγχάνει και τα συμφέροντα της κοινωνίας των πολιτών να προασπίζει.
————————————-
ΠΗΓΗ: Νομική Επιθεώρηση

Σχόλια