Βασ. Κόκκινος – (τ. Πρόεδρος Αρείου Πάγου)

0

Η σχέση ανάμεσα στην δικαστική και στην εκτελεστική εξουσία καθορίζει σε ένα βαθμό και την ανεξαρτησία της πρώτης.
Το επίπεδο αυτής της σχέσης κατά την διάρκεια της δικής σας θητείας αλλά και σήμερα, μας επιτρέπει να μιλάμε για μία ουσιαστικά ανεξάρτητη Δικαιοσύνη?
Β.Κ. H ανεξαρτησία της Δικαστικής εξουσίας έναντι της εκτελεστικής προβλέπεται και κατοχυρώνεται στα άρθρα 87-92 του Συντάγματος. Οι διατάξεις αυτές παρέχουν περισσότερες εγγυήσεις ανεξαρτησίας από πολλά άλλα Συντάγματα των χωρών της Ευρώπης.
Οι δικαστές στην Ελλάδα, διορίζονται κατόπιν διαγωνισμού και εξετάσεων που γίνονται δημοσίως, από επιτροπή που συγκροτείται από ανώτατους δικαστές και καθηγητές Πανεπιστημίου.
Τα αποτελέσματα των εξετάσεων τούτων είναι δεσμευτικά για τον Υπουργό Δικαιοσύνης.
Όσοι επιτύχουν στο διαγωνισμό διορίζονται μετά από επιτυχή φοίτηση στη Σχολή Δικαστών.
Οι τοποθετήσεις, οι μεταθέσεις και οι
προαγωγές των δικαστικών λειτουργών,μέχρι και
του βαθμού του Αρεοπαγίτη, γίνονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, που αποτελείται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και – αναλόγως του βαθμού του
κρινόμένου δικαστή – από 11 ή 15 Αρεοπαγίτες, οι οποίοι εκλέγονται με κλήρωση.
Και ναι μεν τον Πρόεδρο, τους Αντιπροέδρους και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εκλέγει το Υπουργικό Συμβούλιο, που λογοδοτεί στο λαό για τις επιλογές του, τούτο όμως δεν σημαίνει, ότι είναι δυνατό να επηρεάσει την ανεξαρτησία και το
ελεύθερο φρόνημα των δικαστών.
Απόδειξη περί αυτού αποτελεί και το γεγονός, ότι πάντοτε και με όλες τις κυβερνήσεις εκδίδονται δικαστικές αποφάσεις, που έχουν πολιτικές επιπτώσεις και απαρέσκουν στην εκτελεστική εξουσία.
Ως ένδειξη της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης στην Ελλάδα αποτελεί η πρόσφατη καταδίκη του σημερινού Υπουργού Δικαιοσύνης, σε χρηματική ικανοποίηση δέκα εκατομμυρίων δραχμών, υπέρ του πρώην Προέδρου του Δ.Σ. Αθηνών λόγω ηθικής βλάβης
που υπέστη από αδικοπραξία και μάλιστα δυσφήμηση, διαπραχθείσα από τον άνω Υπουργό.
Τώρα, αν μερικοί Δικαστές επηρεάζονται από ενέργειες ή έκδηλες επιθυμίες της εκτελεστικής εξουσίας, τούτο δεν οφείλεται σε έλλειψη θεσμικής κατοχυρώσεως της ανεξαρτησίας τους, αλλά σε έλλειψη ελεύθερου δικαστικού φρονήματος, προσήκουσας αγωγής και παράδοσης οπωσδήποτε δε και σε έλλειψη σθένους.
Είναι αλήθεια ότι στην Ελλάδα – δυστυχώς – η εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί να σεμνύνεται για κοσμία διαγωγή. Και τούτο γιατί συχνά εκλαμβάνει ή μεταχειρίζεται τη δικαιοσύνη ως “θεραπαινίδα” των επιδιώξεών της και προσπαθεί να την επηρεάσει
με διάφορες ενέργειες ορατές – αόρατες, αισθητές όμως.

Η απουσία συνεργασίας ακόμα και επικοινωνίας μεταξύ δύο κορυφαίων θεσμικών παραγόντων της Δικαιοσύνης, όπως ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου και ο Υπουργός Δικαιοσύνης πόσο επηρεάζουν την εξέλιξη σημαντικών θεμάτων στον συγκεκριμένο
χώρο ?
Επί των ημερών σας είχαν προκύψει ανάλογα φαινόμενα δυσλειτουργίας?

Β.Κ. Η απουσία συνεργασίας και επικοινωνίας μεταξύ κορυφαίων θεσμικών παραγόντων
της Δικαιοσύνης, όπως είναι το Προεδρείο του Αρείου Πάγου και ο Υπουργός Δικαιοσύνης, μπορεί να επηρεάσει την απονομή της δικαιοσύνης, σε πρακτικά κυρίως θέματα λειτουργίας των Δικαστηρίων, στα οποία το Υπουργείο έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, αφού οι δαπάνες λειτουργίας των δικαστηρίων εγκρίνονται από το Υπουργείο
της Δικαιοσύνης. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί, ότι σε αντίθεση με τα ισχύοντα σε άλλα Ευρωπαϊκά Κράτη (π.χ. Γαλλία), όπου οι Πρόεδροι των Ανωτάτων Δικαστηρίων έχουν το δικαίωμα να οργανώσουν, σε κατάλληλους χώρους των Δικαστικών
Καταστημάτων, ακόμη και δεξιώσεις στις οποίες μάλιστα προσέρχεται απαραιτήτως και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στην Ελλάδα οι Πρόεδροι των Ανωτάτων Δικαστηρίων συναντούν πολλές δυσκολίες ακόμη και για την έγκριση απαραιτήτων δαπανών
λειτουργίας των δικαστηρίων.
Και επί των ημερών μου παρουσιάσθηκαν ανάλογα φαινόμενα δυσλειτουργίας, που ήσαν απότοκα της πιο πάνω νοοτροπίας και θέσεως της εκτελεστικής εξουσίας έναντι της δικαστικής.
Και τότε κάποιος Υπουργός Δικαιοσύνης, μόλις ανέλαβε καθήκοντα και λίγες ώρες πριν συνέλθει το Ανώτατο Δικ. Συμβούλιο, ανεκάλεσε ερωτήματα δικαστικών μεταβολών, που επρόκειτο να κριθούν και είχαν υπογραφεί από τον προκάτοχο του
άλλου κόμματος. Και τότε, με αφορμή κάποια έκφραση γνώμης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επί μιας ποινικής υποθέσεως, με πολιτικές επιπτώσεις, ο αυτός Υπουργός Δικαιοσύνης καταφέρθηκε κατά του Αρείου Πάγου με αυταρχικό, αλαζονικό και υβριστικό τρόπο.
Επί πλέον εθεσμοθέτησε πλειάδα νέων διατάξεων, με τις οποίες περιορίσθηκαν στο ελάχιστο οι αρμοδιότητες του Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Πολλές από τις διατάξεις αυτές, κρίθηκαν αντισυνταγματικές και δεν εφαρμόσθηκαν.
Για να καταδειχθεί ο άκομψος τρόπος με τον οποίο η εκτελεστική εξουσία παρεμβαίνει νομοθετικώς στο χώρο της Δικαιοσύνης πρέπει να μνημονεύσω μερικά
χαρακτηριστικά παραδείγματα:

α) τη διάταξη με την οποία το Υπουργείο Δικαιοσύνης, στην επιθυμία του να αντικαταστήσει τον τότε Προϊστάμενο της Επιθεωρήσεως των Δικαστών Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, που είχε ορίσει το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, όρισε δια
νόμου, ότι Προϊστάμενος της Επιθεωρήσεως θα είναι ο εκάστοτε νεώτερος κατά διορισμό Αντιπρόεδρος, τον οποίο βέβαια προσφάτως είχε προαγάγει η Κυβέρνηση και ήταν της εγκρίσεώς της.
Η διάταξη αυτή τότε κρίθηκε από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ως αντισυνταγματική.
Αργότερα δε, όταν η αυτή Κυβέρνηση δεν ήθελε ως Προϊστάμενο της Επιθεωρήσεως το νεώτερο Αντιπρόεδρο, για δικούς της λόγους, κατήργησε το θεσμό του Προϊσταμένου της Επιθεωρήσεως και όρισε, ότι τα καθήκοντα του Επιθεωρητή ασκούν οι τρεις αρχαιότεροι Επιθεωρητές Αρεοπαγίτες.

β) τη διάταξη του άρθρου 45 παρ. 25 του Ν. 2172/1993, με την οποία καταργούνται
ακόμη και αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις κατά δημοσιογράφων και αποσβέννυνται αμετακλήτως επιδικασθείσες αξιώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης γ) τη διάταξη του άρθρου 49 του ν. 2224/94, με την οποία παρεγράφησαν εγκλήματα αντικοινωνικής βιαιότητας ορισμένων συνδικαλιστών σε βάρος συναδέλφων τους
δ) τις διατάξεις με τις οποίες εκκρεμείς υποθέσεις υπεξαιρέσεως και απιστίας σε βάρος του δημοσίου και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που είχαν κακουργηματικό χαρακτήρα βάσει της κείμενης νομοθεσίας κατά το χρόνο διαπράξεώς τους, μεταβαπτίσθηκαν σε πλημμελήματα, με την εκ την υστέρων αύξηση του ποσού, που ήταν αντικείμενο της πράξεως από 25.000.000 σε 50.000.000 με αποτέλεσμα να παραγραφούν εγκλήματα καταχραστών του Δημοσίου, που είχαν
ομολογήσει τη πράξη τους
ε) τις ευεργετικές διατάξεις για εγκληματίες οι οποίοι εκτίουν διάφορες ποινές, που κατά καιρούς ψηφίζονται, με το πρόσχημα της αποσυμφορήσεως των φυλακών, αποτέλεσμα των οποίων είναι ν΄απολύονται ακόμη και έμποροι ναρκωτικών.
Ας σημειωθεί ότι, κατ΄ εφαρμογή παρομοίων διατάξεων μόνο από τις φυλακές Λάρισας, απολύθηκαν 36 κατάδικοι για εγκλήματα περί τα ναρκωτικά, με υπόλοιπο ποινής, που δεν εκτίθηκε από 1 έως 6 ετών.

Ο ρόλος των ΜΜΕ και η δημοσιότητα που αυτά προσδίδουν σε “μεγάλες” δίκες, πόσο επηρεάζουν την τελική έκβασή τους ?

Β.Κ. Η δημοσιότητα των μεγάλων δικών, δια μέσου των ηλεκτρονικών ΜΜΕ μπορεί να επηρεάσει το τρόπο και το χρόνο διεξαγωγής τούτων. Όχι όμως και τη δικαστική κρίση.
Αντίθετα, οι απαράδεκτες επικρίσεις παραγόντων της δίκης, οι σχολιασμός καταθέσεων μαρτύρων και ερωτήσεων των δικαστών, ιδιαιτέρως δε οι επιθέσεις των ΜΜΕ εναντίων δικαστών, είναι δυνατό να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της δίκης.
Γι΄ αυτό θα έπρεπε να τιμωρείται και ποινικώς κάθε προσπάθεια επηρεασμού της δικαιοσύνης δια των ΜΜΕ, είτε με την οργάνωση από αυτά προδικαστηρίων, με σκοπό τον έμμεσο επηρεασμό των Δικαστών, είτε με δηλώσεις πολιτικών, δικηγόρων κ.λ.π. καθώς και κάθε σχολιασμός σε βάρος δικαστών, διαδίκων και μαρτύρων, κατά τη διάρκεια μιας δίκης.
 

L   Η αύξηση της εγκληματικότητας, κυρίως όμως η εξάπλωση των ναρκωτικών στη χώρα μας, έχουν οδηγήσει στην ανάπτυξη “κυκλωμάτων” τόσο στο χώρο της Δικαιοσύνης όσο και στις τάξεις της Ελληνικής Αστυνομίας. Θα ήθελα να μας σχολιάσετε αφενός την έλλειψη αποτελεσματικότητας των ερευνών που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα και αφετέρου να προτείνετε κάποιο τρόπο αντιμετώπισης του φαινομένου.

Β.Κ. Δεν νομίζω, ότι έχουν αναπτυχθεί κυκλώματα στο χώρο της Δικαιοσύνης από την εξάπλωση των ναρκωτικών στη χώρα μας. Αν η δικαιοσύνη αδυνατεί να πατάξει αποτελεσματικά την καλλιέργεια, διακίνηση και εμπορία των ναρκωτικών, τούτο
οφείλεται, όχι σε ύπαρξη κυκλωμάτων στο χώρο της, αλλά στη νομοθετική πολιτική
της εκτελεστικής εξουσίας έναντι της κοινωνικής μάστιγας των ναρκωτικών και την ανεπαρκή ή πλημμελή δίωξη τούτων.
Ως παράδειγμα κακής νομοθετικής αντιμετωπίσεως των εμπόρων ναρκωτικών θα αναφέρω το γεγονός, ότι με το Ν. 2408/96 χαρακτηρίζεται ως πλημμέλημα η πώληση, καλλιέργεια, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών από τοξικομανείς, χωρίς να
θεσμοθετείται συγχρόνως ένας αδιάβλητος τρόπος έγκυρης και έγκαιρης διαπιστώσεως της τοξικομανίας, αν και είναι γνωστή η ευκολία με την οποία είναι δυνατό να προμηθευθούν βεβαίωση τοξικομανίας οι υπόδικοι κατηγορούμενοι έμποροι
ναρκωτικών.
Επίσης το γεγονός ότι δεν προβλέπεται ιδιαιτέρως αυστηρή μεταχείριση εκείνων που εθίζουν νέους στα ναρκωτικά ή πωλούν ή χαρίζουν ναρκωτικά για πρώτη φορά σε νέους που δεν είχαν κάνει ποτέ χρήση τούτων.
Ως παράδειγμα δε ανεπαρκούς ή πλημμελούς διώξεως του εμπορίου των ναρκωτικών θα αναφέρω το γεγονός ότι γύρω από την πλατεία Ομονοίας, αλλά και σε άλλα κεντρικά σημεία των Αθηνών και Πειραιώς γίνεται εμπορία και χρήση ναρκωτικών, όπως
καταγγέλλει ο Τύπος, γεγονός που αποδεικνύει και γενικότερη αδυναμία της πολιτείας να πατάξει αποτελεσματικώς τα αδικήματα.
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ο επιβλαβής για τη κοινωνία ρόλος ορισμένων ΜΜΕ αλλά και πολιτικών που σπεύδουν να θέσουν και υπό την προστασία τους διάφορους εγκληματίες, επικρίνοντες επιπόλαια καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος τους, χωρίς να έχουν καν υπόψη όλα τα στοιχεία της δικογραφίας.
Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση Πουρσανίδη, ο οποίος έτυχε δημόσιας
υποστήριξης από διαφόρους πολιτικούς και δημοσιογράφους, χωρίς να ληφθεί υπόψη
εάν ήταν υπότροπος ή όχι, δεδομένου ότι είχε
και προηγούμενη καταδίκη για την ίδια πράξη που καταδικάστηκε πρόσφατα και είχε εκτίσει τριετή φυλάκιση, χωρίς να συνετισθεί. Και βεβαίως παραμένει ανεξήγητη η συντονισμένη υπεράσπιση ειδικώς του Πουρσανίδη από τα ΜΜΕ, όταν καθημερινώς καταδικάζονται για παρόμοιες πράξεις
δεκάδες κατηγορουμένων, για τους οποίους κανένας δεν ενδιαφέρθηκε.
Το θέμα της διώξεως των ναρκωτικών είναι σοβαρό και η αβασάνιστη έκφραση γνώμης επί διαφόρων περιστάσεων είναι σοβαρό και η αβασάνιστη έκφραση γνώμης επί διαφόρων περιστάσεων είναι ανεπίτρεπτη.
Αλλωστε οι μεγαλέμποροι ναρκωτικών σπανιότατα συλλαμβάνονται, για τον απλούστατο λόγο, ότι η διακίνηση των ναρκωτικών γίνεται με “βαποράκια” όπως ονομάζονται οι μεταφορείς των πωλουμένων
ποσοτήτων, που βεβαίως διατίθενται σε δόσεις ελαχίστων γραμμαρίων.
Συνεπώς μόνο το γεγονός ότι συλλαμβάνεται είναι για πώληση ή μεταφορά ολίγων γραμμαρίων ναρκωτικών, δεν σημαίνει ότι δεν είναι επικίνδυνο και για τη κοινωνία, όταν μάλιστα έχει συλληφθεί κατ΄ επανάληψη ή όταν στο σπίτι του ανευρίσκονται ζυγός ακριβείας και άλλα αποδεικτικά στοιχεία της εμπορίας ναρκωτικών.
Πριν, επομένως, ριφθεί ο λίθος του αναθέματος κατά των δικαστών για δημιουργία εντυπώσεων άμετρου λαϊκισμού, ορθό και σκόπιμο είναι, να λαμβάνονται υπόψη από τους επικριτές και όλα τα στοιχεία με τα οποία κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο
δικαστήριο.

Πρόσφατα διατυπώθηκε από 61 μέλη του ελληνικού Κοινοβουλίου η πρόταση επαναφοράς της θανατικής ποινής. Θα επιθυμούσα να την σχολιάσετε καταθέτοντας παράλληλα την άποψή σας.

Β.Κ. Επί του θέματος αυτού ας μη λησμονείται η παροιμιώδης φράση επιφανούς Γάλλου πολιτικού, ο οποίος, όταν ρωτήθηκε αν συμφωνεί για την κατάργηση της θανατικής ποινής, είπε “Συμφωνώ, αρκεί να συμφωνήσουν και οι κύριοι δολοφόνοι!!!”
Ωστόσο δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε τηνεπαναφορά της θανατικής καταδίκης, με τις σημερινές αντιλήψεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κατηγορουμένων, παρόλο που αυτές αγνοούν όμοια δικαιώματα των θυμάτων. Πιστεύω όμως, ότι τα Ευρωπαϊκά Κράτη θα αναγκαστούν από τα πράγματα να επανεξετάσουν στο μέλλον τη στάση τους
στο πρόβλημα της θανατικής ποινής, τουλάχιστον σε εξοργιστικές περιπτώσεις υποτρόπων, καθ΄ έξιν και κατ΄ επάγγελμα εμπόρων ναρκωτικών ή σε περιπτώσεις αποτρόπαιων εγκλημάτων ληστείας και ανθρωποκτονίας που φανερώνουν έκδηλη αναλγησία και επικινδυνότητα.

Η υπόθεση παραπομπής του Α. Παπανδρέου και ορισμένων συνεργατών του στο Α.Ε.Δ συνιστά αναμφισβήτητα μία κορυφαία περίοδο της σύγχρονης πολιτικής μας ιστορίας, στην οποία είχατε, εκ της θέσεώς σας, πρωταγωνιστικό ρόλο.
Με την νηφαλιότητα που δημιουργεί η χρονική απομάκρυνση από το γεγονός και αποστασιοποιημένος από το κλίμα της εποχής εκείνης θα ήθελα να μου σχολιάσετε δύο απόψεις οι οποίες διαμορφώθηκαν σχετικά με την συγκεκριμένη υπόθεση.

Α) Τα κίνητρα της παραπομπής ήταν πολιτικά και μόνο με αποτέλεσμα μετά το πέρας της διαδικασίας η Δικαιοσύνη να έχει δεχθεί ένα βαρύ πλήγμα στην αξιοπιστία της και αυτό με ευθύνη όχι των ίδιων των λειτουργών της αλλά με ευθύνη της πολιτικής
ηγεσίας.
Β) Στην ανωτέρω άποψη συνηγορεί ενδεχομένως και η μετέπειτα αλλαγή στάσης, απέναντι στο συγκεκριμένο θέμα, από πολιτικούς οι οποίοι συνέβαλαν τα μέγιστα σε αυτή την διαδικασία.

Β.Κ.  Δεν γνωρίζω αν η παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο, που από τη φύση της είχε πολιτικές επιπτώσεις, είχε και πολιτικά κίνητρα.
Το Δικαστή ενδιαφέρουν μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία και η αλήθεια ή όχι των καταγγελλομένων αξιοποίνων πράξεων και όχι τα κίνητρα της καταγγελίας τους.
Σας θυμίζω όμως ότι η κάθαρση του Πολιτικού Κόσμου για το σκάνδαλο της Τράπεζας Κρήτης ήταν καθολικό αίτημα του Τύπου και του λαού.
Δεν πιστεύω ότι η Δικαιοσύνη δέχθηκε βαρύ πλήγμα στην αξιοπιστία της από την παραπομπή αυτή, για την οποία άλλωστε δεν έχει και ευθύνη.
Αν μερικοί πολιτικοί που ψήφισαν την παραπομπή σκανδάλων στη δικαιοσύνη άλλαξαν άποψη, τούτο δεν
νομίζω ότι επηρεάζει την αξιοπιστία της Ελληνικής Δικαιοσύνης.

Οι λόγοι που σας οδήγησαν στην ίδρυση της Κινήσεως της οποίας ηγείσθε και ποιοι είναι οι στόχοι της ?

Β.Κ. Το σωματείο με την επωνυμία Π.Α.Δ.Ε. αποτελεί μια κίνηση πολιτών ευρύτερου κοινωνικού και Εθνικού προβληματισμού, με έντονο ενδιαφέρον για τα εθνικά θέματα και τα προβλήματα της Δικαιοσύνης και της Δημόσιας Τάξης, καθώς και για την εφαρμογή των νόμων του Κράτους οι οποίοι στις μέρες μας ιδιαίτερα καταστρατηγούνται κατάφωρα και συστηματικά ή δεν εφαρμόζονται προκλητικά.
Τα ενδιαφέροντα της κινήσεως αυτής αποτελούν και τους στόχους της, στους οποίους βέβαια περιλαμβάνονται και η ευαισθητοποίηση των πολιτών για τα πιο πάνω θέματα.

 

 

Σχόλια