Ευρωπαϊκό Δικαστήριο: Απόφαση σταθμός για την ελευθερία του Τύπου

Σύμφωνα με την Απόφαση, η ελληνική Πολιτεία καλείται να συμμορφωθεί με την ευρωπαϊκή νομολογία για το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης

0

Νέα δεδομένα στις υποθέσεις διώξεων κατά Μέσων Ενημέρωσης και δημοσιογράφων και κατ’ επέκταση στο ζήτημα της ελευθερίας του Τύπου στην Ελλάδα, φέρνει μια απόφαση-σταθμός του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει «άρωμα» Κρήτης, και η οποία στέλνει το μήνυμα στα ελληνικά Δικαστήρια και στην ελληνική Πολιτεία να ευθυγραμμιστούν επιτέλους με την ευρωπαϊκή νομολογία για την προστασία της ελευθερίας του λόγου και του Τύπου.

Νομολογία που, αν και υπάρχει όχι απλώς χρόνια αλλά δεκαετίες ολόκληρες, φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις να μη λαμβάνεται υπόψη, με αποτέλεσμα να προκύπτουν αποφάσεις- «ράπισμα» από την ευρωπαϊκή δικαιοσύνη προς την Ελλάδα, η οποία εξακολουθεί να βαδίζει σε δικαστικό-διοικητικό επίπεδο με γνώμονα τον χαρακτηρισμένο κατά κόρον ως τυποκτόνο νόμο του 1981. Έναν νόμο που έχει αποτελέσει, σημειωτέον, εφαλτήριο για ένα «τσουνάμι» αγωγών και διώξεων κατά του δημοσιογραφικού κλάδου.

Στην ηχηρή αυτή τελεσίδικη απόφαση καταδίκης της χώρας μας για ζητήματα ελευθερίας του Τύπου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με έδρα το Στρασβούργο δικαίωσε την προ δεκαετίας προσφυγή πολίτη, συγκεκριμένα του ιδιοκτήτη του Ομίλου της «ΚΡΗΤΗ TV», Αντώνη Δημητρίου, κατά της ελληνικής Πολιτείας… Αναγνώρισε κακοδικία των ελληνικών δικαστηρίων και παραβίαση των βασικών αρχών ελευθερίας της έκφρασης με βάση την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ).

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Ειδικότερα, με την Απόφαση της 11ης Μαρτίου 2021 (Δημητρίου κατά Ελλάδας), το Πρώτο Τμήμα του ΕΔΔΑ έκρινε ότι τα ελληνικά δικαστήρια, καταδικάζοντας με αμετάκλητη απόφαση τον προσφεύγοντα Αντ. Δημητρίου, εκδότη της καθημερινής εφημερίδας του Ηρακλείου «ΝΚ», της ιστοσελίδας neakriti.gr και ιδιοκτήτη του Ομίλου «ΚΡΗΤΗ TV», σε αποζημίωση του αείμνηστου Μανόλη Καρέλλη, πρ. δημάρχου Ηρακλείου και ευρωβουλευτή λόγω «ηθικής βλάβης» από δημοσίευμα, παρέβησαν το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.

Άρθρο 10 – Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – Ελευθερία έκφρασης

  1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το παρόν άρθρον δεν κωλύει τα Κράτη από του να υποβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιοφωνίας, κινηματογράφου ή τηλεοράσεως εις κανονισμούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας.
  2. Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας δύναται να υπαχθή εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπομένους υπό του νόμου και αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότητα ή δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, την προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων, την παρεμπόδισιν της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διασφάλισιν του κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.

Με την ίδια απόφασή του, το αρμόδιο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο υποχρέωσε το ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον προσφεύγοντα το ποσό των 27.000 ευρώ για αποκατάσταση της υλικής και ηθικής βλάβης που υπέστη από τις άδικες εγχώριες δικαστικές αποφάσεις εις βάρος του στη δικαστική διαμάχη με τον αείμνηστο πρώην δήμαρχο Ηρακλείου.

Πέραν φυσικά της εύλογης ικανοποίησης του Μέσου για τη δικαίωση, η απόφαση αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων παρουσιάζει, όπως επισημαίνουν έγκριτοι νομικοί, εξαιρετικό ενδιαφέρον σε πανελλαδικό επίπεδο και κρίνεται μείζονος σημασίας.

Πρόκειται δηλαδή για τελεσίδικη ευρωπαϊκή δικαστική απόφαση που κατακεραυνώνει την ελληνική Πολιτεία για περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης και του Τύπου κόντρα στην ευρωπαϊκή νομολογία, σε μια χρονική συγκυρία μάλιστα που ως γνωστόν έχει ανοίξει μια πολύ μεγάλη κουβέντα εντός και εκτός ελληνικών συνόρων σε σχέση με τις… πενιχρές επιδόσεις της χώρας μας στην προστασία των δικαιωμάτων και της ελευθερίας έκφρασης των Μέσων Ενημέρωσης και των δημοσιογράφων.

Παράλληλα, η ευρωπαϊκή δικαστική δικαίωση αυτή έναντι της ελληνικής Πολιτείας αποτελεί πλέον ένα ισχυρό δεδικασμένο στις αίθουσες δικαστηρίων ανά τη χώρα, όπου οδηγούνται συχνά-πυκνά διωκόμενα ενημερωτικά Μέσα και δημοσιογράφοι. Σε αυτό ακριβώς τον καμβά εντάσσεται και η σημερινή αναλυτική παράθεση και ανάδειξη τού εν λόγω θέματος. Η ουσία, η «ταμπακιέρα» της υπόθεσης εδώ δεν έχει να κάνει με λόγους προβολής ή προσωποποίησης της δικαίωσης του ιδιοκτήτη του Ομίλου της «KPHTH ΤV» στη δικαστική διαμάχη με το ελληνικό κράτος.

Το μείζον, ωστόσο, είναι η κομβική σημασία που έχει για το καίριο ζήτημα της ελευθερίας της έκφρασης η ηχηρή αυτή νίκη της ελευθεροτυπίας στα ευρωπαϊκά δικαστικά έδρανα και το ηχηρό μήνυμα προς τη χώρα μας για τη συμμόρφωση, επιτέλους, με την ευρωπαϊκή νομολογία για τα δικαιώματα της ελεύθερης έκφρασης.

Μια νίκη που εδράζεται στο δικαίωμα που είχε ένας ενημερωτικός όμιλος να χρησιμοποιήσει υπό δημοσιογραφική καθ’ υπερβολήν μια απλή φράση. Τη φράση, εν προκειμένω, «απάντηση σε ένα λασπολόγο», την οποία και χρησιμοποίησε αμυνόμενη και απαντώντας στις ανυπόστατες – όπως αποδείχτηκαν και δικαστικά – κατηγορίες, με φόντο τη μετοχική σύνθεση του ομίλου, η πλευρά της «KPHTH TV».

Σε μια δεύτερη ανάγνωση επίσης, είναι προφανές ότι η εξέλιξη αυτή από το μέτωπο της ευρωπαϊκής δικαιοσύνης στέλνει και ένα μήνυμα στον απλό πολίτη ότι ορισμένες φορές, όταν αισθάνεται αδικημένος από την ελληνική Δικαιοσύνη ή το ελληνικό κράτος, έχει ένα «όπλο» στα χέρια του. Μπορεί να προσφύγει στα ευρωπαϊκά δικαστήρια, να επιμείνει, να το πιστέψει, να δείξει υπομονή και στο τέλος μπορεί να ανατρέψει μία εις βάρος του αδικία.

Μία ακόμη νομική δικαίωση για τον αείμνηστο νομικό και πολιτικό Αντώνη Βγόντζα

Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου έχει και μια έντονη συναισθηματική χροιά, καθώς αποτελεί νομική δικαίωση για τον αείμνηστο νομικό και πολιτικό Αντώνη Βγόντζα. Ήταν η τελευταία υπόθεση που είχε χειριστεί ο αείμνηστος Ηρακλειώτης νομικός. Παρά τη μάχη που έδινε με την επάρατη νόσο, ακόμα και μέσα από το κρεβάτι του νοσοκομείου ο ίδιος είχε δώσει σκληρή νομική μάχη, είχε δώσει την ψυχή του, για να δικαιωθεί τώρα, έστω κι αν δυστυχώς δε βρίσκεται πια ανάμεσά μας για να νιώσει τη χαρά και την ικανοποίηση.

Πέτρος Μηλιαράκης: «Επισφραγίζεται καταλυτικά η λειτουργία του Τύπου»

«Η απόφαση αυτή, που αποτελεί μια πανηγυρική νίκη ενός πολίτη, εν προκειμένω του Αντώνη Δημητρίου, έρχεται ως επισφράγιση για την παγιοποίηση της νομολογίας η οποία υπερασπίζεται δύο βασικά αγαθά: την ύπαρξη του Τύπου και την ελευθερία λόγου του Τύπου. Θέλω να ελπίζω ότι θα αποτελέσει φάρο καθοδήγησης και για τα ελληνικά δικαστήρια, προκειμένου να πάψει να εκτίθεται η χώρα μας έναντι του Συμβουλίου της Ευρώπης. Υπάρχουν κι άλλες καταδίκες της Ελλάδας, με χαρακτηριστικές τις περιπτώσεις Καψή-Δανίκα το 2012 και Κουτσολιόντου και Πανταζή το 2009. Προϋπήρχε βεβαίως η υπόθεση του ανθρώπου που άνοιξε και την αντιδικία αυτή στην οποία αφορά η τελευταία αυτή απόφαση δικαίωσης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, του Μανόλη Καρέλλη, ο οποίος με μένα νομικό είχε δικαιωθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου το 2004. Εδώ θα σας παραπέμψω και στο προ 22 ετών βιβλίο μου για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο οποίο είχα αναδείξει δύο πολύ παλιότερες κρίσιμες αποφάσεις. Η μία, το 1986, αφορούσε στη δικαίωση ενός Αυστριακού δημοσιογράφου και περιοδικού που είχε αποκαλέσει τον μόλις εκλεγέντα τότε Αυστριακό καγκελάριο φασίστα. Η άλλη, το 1997, αφορούσε σε χαρακτηρισμό γνωστού Αυστριακού πολιτικού ως ηλίθιου από επίσης Αυστριακό δημοσιογράφο. Και οι δύο είχαν καταδικαστεί από τα αυστριακά δικαστήρια, αλλά δικαιώθηκαν πανηγυρικά κατόπιν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο», ανέφερε στη “Ν.Κ.” ο γνωστός νομικός, ο οποίος δικηγορεί στα Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια της Ελλάδας και στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου, και συγγραφέας Πέτρος Μηλιαράκης , προσθέτοντας: «Η απόφαση αυτή της δικαίωσης του κ. Δημητρίου έρχεται να επισφραγίσει τη λειτουργία του Τύπου και πραγματικά θέλω να εκφράσω τη λύπη μου που ο αείμνηστος δικηγόρος και φίλος μου, Αντώνης Βγόντζας, που την είχε χειριστεί, δεν είναι πια μαζί μας για να λάβει και το δικό μου μεγάλο εύγε. Τι σηματοδοτεί η απόφαση; Προφανώς και ο Τύπος δεν μπορεί να υβρίζει ή να συκοφαντεί. Μπορεί όμως, στο πλαίσιο του αναλογούν μέτρου, να προβαίνει σε κριτική και αξιολογικές κρίσεις, εφόσον αυτά στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα. Έτσι λοιπόν έχουμε και ένα σαφές ηθικό συμπέρασμα: Οι πάντες υπόκεινται σε κριτική με το αναλογούν μέτρο της αξιακής κρίσης όταν στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα».

Κατερίνα Κοσμαδάκη: «Μια σημαντική απόφαση για τον δημοσιογραφικό χώρο»

«Πρόκειται για μια πολύ σημαντική απόφαση αναγνώρισης της ελευθερίας της έκφρασης και δη της ελευθερίας του Τύπου. Και βεβαίως δεν μπορεί να μη γίνει ειδική μνεία στον αείμνηστο δικηγόρο Αντώνη Βγόντζα που χειρίστηκε το 2012 την προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αλλά δυστυχώς δεν είναι πια εν ζωή για να δει με χαρά ότι δικαιώθηκε η προσπάθεια, ο κόπος και η προσφυγή που του εμπιστεύτηκε συμπολίτης μας.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δικαίωσε απόλυτα τον προσφεύγοντα πολίτη έναντι της Ελλάδας, αναγνωρίζοντας ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία έχει ψηφιστεί από το 1950.

Το άρθρο 10 σκιαγραφεί το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης ορίζοντας ότι κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης και της ελεύθερης γνώμης, καθώς και το δικαίωμα της λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών χωρίς επέμβαση δημοσίων Αρχών», ανέφερε η γνωστή δικηγόρος και μέλος του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου Κατερίνα Κοσμαδάκη, σημειώνοντας ακόμα: «Είναι, θεωρώ, συμπερασματικά, μια πολύ σημαντική απόφαση για τον Τύπο και τη δημοσιογραφία, διότι σε αυτήν αποτυπώνεται το ότι ο Τύπος και οι δημοσιογράφοι παίζουν σημαντικό ρόλο σε μια δημοκρατική κοινωνία και ότι είναι θεματοφύλακες των αξιών της κοινωνίας. Αποτυπώνεται το ότι η δημοσιογραφική ελευθερία συνεπάγεται, ορισμένες φορές, και μια δόση υπερβολής ή τρόπον τινά πρόκλησης, που όμως είναι αποδεκτή. Υπογραμμίζεται δε ότι τα όρια της αποδεκτής κριτικής είναι ευρύτερα όταν πρόκειται για ένα δημόσιο πρόσωπο συγκριτικά με έναν ιδιώτη, και ότι ένα δημόσιο πρόσωπο υπόκειται σε κριτική και από τα Μέσα Ενημέρωσης και από τους πολίτες».

Το χρονικό της υπόθεσης

Το νήμα της υπόθεσης ξεκινά να ξετυλίγεται πριν από 20 χρόνια. Τον Φεβρουάριο του 2002, ο Μ.Κ. σε τηλεοπτική εκπομπή σταθμού πανελλήνιας εμβέλειας σχολίασε τη χρηματοδότηση των εταιρειών τού προσφεύγοντος, καταγγέλλοντας ότι άτομο που σχετιζόταν με «παράνομα ηλεκτρονικά παιχνίδια» κατείχε μερίδιο του Μ.Κ. της εταιρείας “ΙΚΑΡΟΣ Α.Ε.”, ιδιοκτήτριας του καναλιού «ΚΡΗΤΗ ΤV», καταγγελία που ήταν ωστόσο ανακριβής.

Η αντίδραση του θιγόμενου ομίλου ήρθε μέσω έντυπου δημοσιεύματος-απάντησης, στην οποία υπήρχε και η φράση «απάντηση σε ένα λασπολόγο». Θεωρώντας τον χαρακτηρισμό δυσφημιστικό στο πρόσωπό του, ο Μ.Κ. άσκησε αγωγή αποζημίωσης εναντίον του ιδιοκτήτη του ομίλου αλλά και δύο δημοσιογράφων, «πατώντας» στον γνωστό Νόμο 1178/81, ο οποίος έχει προκαλέσει στο διάβα όλων αυτών των ετών πολλές αντιδράσεις, καθώς έχει οδηγήσει σε ένα «τσουνάμι» αγωγών κατά δημοσιογράφων, εκδοτών και γενικώς Μέσων Ενημέρωσης.

Η ελληνική Δικαιοσύνη σε όλες τις βαθμίδες της, από το Πρωτοδικείο ως στο Εφετείο και κατόπιν στον Άρειο Πάγο, έκρινε μειωτική την επίμαχη φράση «απάντηση σε ένα λασπολόγο» και καταδίκασε τον ιδιοκτήτη του Ομίλου της «KΡHTH TV», επιδικάζοντας μάλιστα και την καταβολή αποζημίωσης ύψους 20.000 ευρώ.

Μετά τις αρνητικές αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων, ο ίδιος δε θέλησε να παρατήσει την υπόθεση, θεωρώντας – πέραν του προσωπικού στοιχείου – ότι βαλλόταν και η ελευθερία του Τύπου. Κι έτσι αποφάσισε να καταφύγει στην ευρωπαϊκή δικαιοσύνη. Το 2012 κατέθεσε προσφυγή ως πολίτης κατά της ελληνικής Πολιτείας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο τον δικαίωσε έναντι του ελληνικού κράτους.

Τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος

Ο προσφεύγων πολίτης Αντώνης Δημητρίου υποστήριξε σε επίπεδο νομικής επιχειρηματολογίας ότι τα εθνικά δικαστήρια της Ελλάδας δεν αξιολόγησαν σωστά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, και συγκεκριμένα τις απρόκλητες επιθέσεις του Ε.Κ. εναντίον του, ούτε περιέλαβαν ανάλυση της οικονομικής του κατάστασης πριν καταλήξουν στο ποσό της αποζημίωσης που όφειλε στον Ε.Κ. Συμπλήρωσε ότι το ποσό της αποζημίωσης ήταν δυσανάλογο προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό και εξαιρετικά επαχθές για μια μικρή τοπική εφημερίδα.

Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, οι εκφράσεις που χρησιμοποίησε ήταν απαραίτητες και δικαιολογημένες, δεδομένων των δημοσίως επαναλαμβανόμενων προσβολών από τον Ε.Κ. Ο προσφεύγων προσθέτει ότι ο Ε.Κ., όντας δημόσιο πρόσωπο, έθεσε συνειδητά τις απόψεις του σε δημόσια κρίση και θα έπρεπε κατά συνέπεια να υποδεικνύει έναν υψηλότερο βαθμό ανοχής συγκριτικά με τους ιδιώτες. Εκτιμά ότι αντέδρασε ως «δημοσιογράφος στα πλαίσια του δημόσιου διαλόγου και της αντιμετώπισης του Ε.Κ.» και ότι δεν είχε πρόθεση να διαδώσει το άρθρο σε όλη τη χώρα, καθώς ούτε επαναδημοσίευσε το άρθρο σε αθηναϊκές εφημερίδες ούτε συμμετείχε σε τηλεοπτικές ή ραδιοφωνικές εκπομπές εθνικής εμβέλειας. Συνακόλουθα, κατά την άποψη του προσφεύγοντος, η απομόνωση δύο φράσεων του άρθρου του από τα εσωτερικά δικαστήρια περιόρισε την ελευθερία της έκφρασής του με τρόπο δυσανάλογο, επειδή ήταν φανερό από τις εκφράσεις που χρησιμοποίησε ότι δεν επιδίωξε να προσβάλει τον Ε.Κ., αλλά να ασκήσει κριτική, με τρόπο αιχμηρό αλλά δίκαιο, με σκοπό να υπερασπιστεί, όντας δημοσιογράφος, την αλήθεια και τη φήμη του. Άλλως, στις αποφάσεις τους, τα εγχώρια δικαστήρια έδωσαν σημασία στην ανάγκη προστασίας της τιμής και της υπόληψης του Ε.Κ., χωρίς να εξηγήσουν γιατί αυτό ήταν πιο σημαντικό από την ελευθερία της έκφρασης.

Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε επιπλέον ότι, όπως έκριναν τα εγχώρια δικαστήρια, δεν έκανε καμία ψευδή δήλωση κατά του Ε.Κ. (αποφάσεις υπ’ αριθ. 228/2005 του Πρωτοδικείου και 192/2007 του Εφετείου) και ότι ο Ε.Κ. είχε προβεί σε ψευδή δήλωση κατ’ αυτού (αποφάσεις υπ’ αριθ. 227/2005 του Πρωτοδικείου και 191/2007 του Εφετείου).

Το σκεπτικό της Απόφασης

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κινήθηκε στη βάση της πάγιας νομολογίας που εδώ και χρόνια έχει διαμορφώσει στα ζητήματα της ελευθερίας της έκφρασης και της συκοφαντικής δυσφήμησης διά του Τύπου. Υπογραμμίζει «τον σημαντικό ρόλο του Τύπου σε μια δημοκρατική κοινωνία ως θεματοφύλακα» και δέχεται ότι ακριβώς λόγω αυτού του ρόλου «η δημοσιογραφική ελευθερία συνεπάγεται την πιθανή προσφυγή σε κάποια δόση υπερβολής ακόμη και πρόκλησης», την οποία κρίνει αποδεκτή.

Αναλυτικότερα, το σκεπτικό με το οποίο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δικαίωσε τον προσφεύγοντα πολίτη έναντι του ελληνικού κράτους έχει ως εξής:

Το Δικαστήριο σημειώνει επιπλέον ότι, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις των εσωτερικών δικαστηρίων, αυτά δεν έκριναν τις επίμαχες δηλώσεις εντός του γενικού πλαισίου της υπόθεσης προκειμένου να εκτιμήσουν την πρόθεση του προσφεύγοντος. Το Δικαστήριο σημειώνει ως προς τα ανωτέρω ότι το επίμαχο άρθρο ήταν μέρος της απάντησης στα σχόλια του Ε.Κ. της 21 Φεβρουαρίου 2002. Πράγματι, το επίμαχο άρθρο με τίτλο «“ΚΡΗΤΗ TV”, απάντηση στον λασπολόγο», παρουσιαζόταν με τη μορφή απάντησης του προσφεύγοντος στις κατηγορίες του Ε.Κ. της 21ης Φεβρουαρίου 2002 και περιείχε ωσαύτως πληροφορίες που αφορούσαν τους μετόχους της εταιρείας “ΚΡΗΤΗ TV” και πληροφορούσε τους αναγνώστες ότι το κανάλι «ΚΡΗΤΗ TV» είχε ασκήσει «ένδικα μέσα για να προστατέψει την εικόνα και την αξιοπρέπειά του».

Το Δικαστήριο έχει την άποψη ότι τα εσωτερικά δικαστήρια θα έπρεπε να έχουν τοποθετήσει τις επίμαχες φράσεις εντός του πλαισίου τους. Αντιθέτως, τα εθνικά δικαστήρια έκριναν τις επίμαχες φράσεις αποσπώντας τες από το περιεχόμενο του άρθρου, συμπεραίνοντας έτσι, μεταξύ άλλων, ότι δεν ήταν αναγκαίες για να αποδοθεί η σκέψη του προσφεύγοντος και ότι «υπερέβαιναν το καθορισμένο πλαίσιο εντός του οποίου η δημοσιογραφία και η ελευθερία του Τύπου θα έπρεπε να εξελίσσονται».

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι εθνικές Αρχές δεν προέβαλαν ικανούς και επαρκείς λόγους για να δικαιολογήσουν την αστική καταδίκη για καταβολή αποζημίωσης στον Ε.Κ., ότι η κύρωση δεν ήταν ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό και ότι αυτή η καταδίκη δεν απαντούσε σε μία «επιτακτική κοινωνική ανάγκη» και δεν ήταν επομένως αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Υπό το πρίσμα αυτό λοιπόν, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, διαπιστώνεται παραβίαση του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που προστατεύει την ελευθερία της έκφρασης.